Όταν συνάντησα τον Michael B. Jordan και τον Ryan Coogler, 10 χρόνια πριν το Sinners
Όταν κυκλοφόρησε το Creed, το OneMan είχε μιλήσει με το βραβευμένο (πλέον) με Όσκαρ δίδυμο του Sinners.
- 22 ΜΑΡ 2026
Πριν 10 χρόνια, φόρεσα μια μπλούζα Friday Night Lights και πήγα να μιλήσω με τον Michael B. Jordan.
Η αφορμή ήταν το Creed, μια ταινία που λατρεύω, για την οποία έχω γράψει πολλές φορές στο πέρασμα αυτών των χρόνων. Αλλά ακόμα και χωρίς αυτήν, θα ήμουν πάρα πολύ ενθουσιασμένος για τη συνάντηση με τον Michael B. Jordan. Νομίζω φαίνεται στο μες-στην-τρελή-χαρά πρόσωπό μου όταν του μιλάω. Γιατί άσε δηλαδή το Creed κιόλας – εδώ μιλάμε για τους East Dillon Lions του Friday Night Lights, και μιλάμε για τον Wallace του The Wire.
Για τη γενιά θεατών που αγάπησε εκείνες τις φοβερές πρεστίζ αμερικάνικες σειρές, ο Jordan ήταν πάντα ένας ηθοποιός που νιώθαμε πως ξέραμε από όταν ήταν έφηβος – σα να τον βλέπαμε να μεγαλώνει μπροστά στα μάτια μας. Πώς να μη θέλουμε να πετύχει;
Έπαιξε στην καλύτερη σειρά όλων των εποχών όταν ήταν 15 χρονών, και πρωταγωνίστησε στις θαυματουργές σεζόν της ανάκαμψης του Friday Night Lights, πριν κάνει τα μεγάλα βήματα στο σινεμά. Ή άλματα, όπως το πάρεις: Στο Chronicle έκανε πολύ κόσμο που δεν είχε δει ποτέ το Wire να τον προσέξει ως breakthrough παρουσία στο νέo αμερικάνικο σινεμά, κι ανάμεσα στις δύο πρώτες του ταινίες με τον Ryan Coogler ξαφνικά η βιομηχανία και το κοινό ήταν οι πάντες τόσο εντυπωσιασμένοι μαζί του που κατάφερε μέχρι και να γλιτώσει αναίμακτα τη συμμετοχή του στο καταστροφικό Fantastic Four του 2015.
Κάπου εκεί τον συναντάμε λίγο πριν το Creed κυκλοφορήσει στις αίθουσες, ήδη από τότε πάρα πολύ κουλ, πάρα πολύ ευχάριστο και με πραγματικά μηδενικό ύφος.
Στο δωμάτιο όπου έγινε η συνέντευξη, ο ηθοποιός με υποδέχτηκε (και αργότερα με αποχαιρέτησε) με fist bump, όπως αρμόζει εξάλλου σε έναν Creed. Μιλήσαμε για το πόσο σκληρές ήταν οι σκηνές στο ρινγκ, και για την αγαπημένη του έξω από αυτό. Όταν είδε τη μπλούζα που φόραγα αρχίσαμε κατευθείαν να μιλάμε για το Friday Night Lights, για τους East Dillon Lions, για τον Tim Riggins. Αργότερα αρίθμησε μέντορες, από τον Sylvester Stallone ως τους ήρωες του Wire, ενώ θυμόταν την ‘οικογένειά’ του στο Τέξας.
Τσεκάρετε εδώ τη συνέντευξη:
Ξαναβλέποντάς τη τώρα χαμογέλασα λίγο εκεί που μιλάει για τα αουτσάιντερ:
«Νομίζω… οι άνθρωποι ταυτίζονται με τα αουτσάιντερ. Γιατί νιώθουν πως… ο καθένας δίνει έναν αγώνα. Ο καθένας νιώθει πως του λείπει κάτι και πως θέλει να κάνει και να πετύχει περισσότερα. Στη ζωή πάντα νιώθεις πως τα πάντα είναι στημένα εναντίον σου, οπότε νομίζω πως όλοι πάντα στηρίζουν τα αουτσάιντερ γιατί δεν περιμένεις να κερδίσουν. Σου δίνει μεγαλύτερη ικανοποίηση από κάτι προβλέψιμο».
Αρκετά feelgood να το διαβάζεις αυτό λίγες μέρες μετά το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου που κέρδισε, για το οποίο μπορεί να έγινε το φαβορί τις τελευταίες ώρες πριν την τελετή, αλλά για μήνες – αν όχι έναν χρόνο – νωρίτερα ήταν το αουτσάιντερ ή ακόμη και ούτε καν στη συζήτηση.
Διότι ένα από τα πράγματα που απολαμβάνω τόσο πολύ στις συνεργασίες του Jordan με τον Coogler –που γρήγορα έχει εξελιχθεί σε ένα από τα εμβληματικά ζευγάρια των τελευταίων δεκαετιών του χολιγουντιανού σινεμά– είναι η ενέργεια, η ιδέες, η ορμή και η εντυπωσιακή τεχνική που εμπλέκεται σε αυτές, με δεδομένο πως οι περισσότερες αποτελούν φαινομενικά χιλιιοειπωμένες ιστορίες συνταγής.
Ναι, το πρώτο τους φιλμ μαζί ήταν το ανεξάρτητο Fruitvale Station, βασισμένο στην αληθινή ιστορία της εν ψυχρώ δολοφονίας ενός νεαρού μαύρου άντρα από έναν αστυνομικό το 2009, το οποίο κέρδιζε βραβείο επιτροπής και κοινού στο Σάντανς, και που παίχτηκε και στις Κάννες.
Αλλά σύντομα μετά από αυτό, ακολούθησε ένα απίθανο σερί από ψυχωμένα μπλοκμπάστερ. Το Creed, μια από αυτές τις ταινίες που ποτέ δεν αποτυγχάνει να με συγκινήσει όσες φορές κι αν τη δω. Το Black Panther, μια από τις λιγοστές πραγματικά καθοριστικές υπερηρωικές ταινίες – για το οποίο μάλιστα είχα δώσει στον Jordan το πρώτο “δικό μου Όσκαρ” Β’ Ανδρικού Ρόλου στο 4ο μόλις(!) επεισόδιο του νεογέννητου του τότε POP για τις Δύσκολες Ώρες.
Και μετά βέβαια, το Sinners, η ταινία που τα άλλαξε όλα. Η ταινία για την οποία ο Coogler εξαργύρωσε τη μεγάλη του λευκή επιταγή ύστερα από 3 σερί franchise μπλοκμπάστερ τα οποία κέρδισαν κοινό και κριτική, και σκηνοθέτησε τη δική του ορίτζιναλ ιστορία.
Το αποτέλεσμα φυσικά, μια από τις πιο εμπορικές ταινίες της χρονιάς, και 4 βραβεία Όσκαρ, ανάμεσα στα οποία ένα για τον Jordan κι ένα για τον ίδιο τον Coogler, στην κατηγορία Πρωτότυπου Σεναρίου.
Το πολύ κουλ πράγμα με τον Coogler είναι σε καμία από αυτές τις ταινίες, δεν λέει τις ιστορίες που άλλοι θέλουν να πει – κάτι που συνήθως συμβαίνει με τα μεγάλα franchise. Το Creed ας πούμε δεν το γύρισε επειδή το στούντιο το ετοίμαζε και κάποιος τον προσέλαβε. Αντιθέτως πήγε εκείνος και το πρότεινε στον Stallone επειδή έβλεπε το Rocky μικρός με τον πατέρα του και σήμαινε τόσα πολλά για αυτόν.
Το Black Panther είναι η σπάνια Marvel ταινία που δεν υπήρχε έντονο mico-management και ως εκ τούτου περνάει καθαρή η φωνή του Coogler (και του Jordan) στο τελικό αποτέλεσμα. Το δε σίκουελ, Wakanda Forever, είναι μια βαθιά αντισυμβατική «υπερηρωική» περιπέτεια-θρήνος, την οποία ο Coogler γύρισε βασικά ως μια διαδικασία αποχαιρετισμού του Chadwick Boseman.
Το Sinners εμπλέκει και πάλι ιστορίες και δοξασίες που θυμόταν να ακούει μικρός, μαζί με σινεφίλ αναφορές του, και όλα ιδωμένα μέσα από το πρίσμα της πολιτιστικής κληρονομιάς. Με όλα αυτά θέλω να πω ότι, ίσως από την εμφάνιση του Spielberg (ή ίσως του Cameron;) έχουμε να δούμε έναν σκηνοθέτη που τόσο οργανικά και δίχως να μοιάζει καν να προσπαθεί, καταφέρνει να εκφράσει τόσο προσωπικές του ιδέες και ιστορίες μέσα από μια απόλυτη χολιγουντιανή φόρμα.
Στη συνέντευξη με τον Coogler, μου είχε μιλήσει τότε για το πώς το Rocky franchise ήταν για τον ίδιο κάτι πάρα πολύ προσωπικό, καθώς αφορά σε μεγάλο βαθμό την σχέση με τον πατέρα του. Όλοι έχουμε μια προσωπική σύνδεση με τις ταινίες που βλέπαμε μεγαλώνοντας, και ο Coogler κατάφερε αυτή τη σύνδεση να τη μετατρέψει σε εξαιρετικό mainstream σινεμά.
Τσεκάρετε εδώ την συνέντευξη:
Για κάποιο λόγο αυτό που θυμάμαι πιο έντονα από εκείνο το τζάνκετ είναι καθώς κάνουμε small talk με τον Coogler όσο ετοιμάζονταν τα πάντα, να βλέπει τα παπούτσια που φορούσα εκείνη τη μέρα – κάτι πολύ φαν Star Wars VANS – και να με ρωτάει αν είδα το Force Awakens, που τότε είχε μόλις κυκλοφορήσει. Του είπα ναι, και χαμογελώντας μου λέει «πολύ κουλ δεν ήταν;». Και για κάποιο λόγο, και με 101% απόλυτη ειλικρίνεια, του απάντησα πως ναι, κουλ ήταν – αλλά αν μιλάμε για legacy ταινία με νέο καστ που κοιτάζει με ένα αληθινό νέο βλέμμα έναν παλιό μύθο, το Creed το βρήκα πολύ καλύτερο. Χαμογέλασε ντροπαλά (σας το ορκίζομαι).
Με την παγκόσμια κυκλοφορία του Creed αυτό που συνέβη τότε εκείνο το διάστημα, ήταν πως άρχισε να φουντώνει μια οσκαρική παραφιλολογία. Μην ξεχνάμε πως εκείνη ήταν η χρονιά που απέκτησε τεράστια δημοσιότητα και το Oscars So White κίνημα, έχοντας σημαία τις ταινίες Straight Outta Compton και το Creed – του οποίου η μία και μοναδική υποψηφιότητα ήταν για τον (λευκό) Sylvester Stallone.
Εκείνη τη χρονιά, οι 20 ηθοποιοί που προτάθηκαν για ερμηνευτικά Όσκαρ στις 4 κατηγορίες, ήταν κι οι 20 λευκοί και λευκές. Έκτοτε αυτό δεν συνέβη ποτέ ξανά – και ούτε πρόκειται να ξανασυμβεί. Έχοντας το Creed ως αιχμή του δόρατος, το κίνημα αυτό κι η συζήτηση που ξεσήκωσε, άλλαξαν τα Όσκαρ για πάντα.
Σήμερα, μια διαφορετική πια Ακαδημία, μέσα σε ένα διαφορετικό πολιτιστικό context, βλέπει το Sinners – μια ταινία είδους, μια ταινία εμπορικά mainstream αλλά και εντελώς προσωπική την ίδια στιγμή, μια ταινία σε τεράστιο βαθμό για τη μαύρη πολιτιστική κληρονομιά και εμπειρία – και δεν φρενάρει. Και της δίνει τα βραβεία της, που σε μια άλλη συγκυρία θα ήταν κι ακόμα περισσότερα κιόλας.
10 χρόνια μετά το Creed, ο Ryan Coogler κι ο Michael B. Jordan έχουν από ένα Όσκαρ. Δεν θα είναι τα τελευταία.
Aκολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.