Τελευταίο Σημείωμα: Το σινεμά ως ντοκουμέντο
Βλέποντας ξανά την πιο πρόσφατη ταινία του Παντελή Βούλγαρη, με αφορμή τις φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής.
- 21 ΦΕΒ 2026
Διαμέσου όλης της φιλμογραφίας του, ο Παντελής Βούλγαρης πάντα κατάφερνε να πετυχαίνει έναν συνδυασμό που κάθε άλλο παρά δεδομένος μπορεί να θεωρείται: Μια μεγαλεπίβολα πολιτική ματιά δίπλα σε μια συναισθηματική γενναιοδωρία που τίποτα δεν αφαιρεί από την ιστορική ακρίβεια των αντικειμένων του.
Όμως η πιο ηλεκτρισμένη σκηνή από όλες, με το μεγαλύτερο πείσμα και θυμό, ίσως είναι αυτή που ολοκληρώνει το τελευταίο –μέχρι σήμερα– έργο του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κι η οποία βασικά καταλαμβάνει ολόκληρη την τρίτη πράξη του ύστατου κινηματογραφικού ντοκουμέντου του.
Τη σκηνή δηλαδή της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών της Καισαριανής, ως αντίποινα των Γερμανών για τη δράση της Ελληνικής αντίστασης: «50 Έλληνες για τον κάθε Γερμανό».
Πρόκειται για μια από σημαντικότερες σελίδες της ελληνικής αντιστασιακής ιστορίας – οι πάντες μεγαλώνοντας μαθαίνουμε για τους «200 της Καισαριανής» σε βαθμό που η φράση έχει γίνει βίωμα.
Εξ ου και η τεράστια, συλλογική και τόσο γεμάτη ένταση αντίδραση όταν πριν λίγες μέρες εμφανίστηκαν σε online πλειστηριασμό φωτογραφίες από εκείνη την ημέρα, με τους 200 να περπατάνε προς την εκτέλεσή τους.
Στις εικόνες βλέπουμε ανθρώπους που βαδίζουν ενώ φαίνεται πως τραγουδάνε, κάποιοι με τις γροθιές σφιγμένες: Μια ύστατη περήφανη στάση μπροστά στον θάνατο.
Το Τελευταίο Σημείωμα του Παντελή Βούλγαρη στριμάρει στο Cinobo, ενώ θα προβληθεί στο Τριανόν για μια εβδομάδα, από τις 26 Φεβρουαρίου.
Είναι μια συνταρακτική στιγμή: Να ξυπνάς μια μέρα κι απλώς, να βλέπεις μπροστά στα μάτια σου την αποτύπωση μιας στιγμής στο χρόνο – μιας στιγμής στην Ιστορία – που έχει γίνει προφορικά μεταδιδόμενο βίωμα για γενιές και γενιές. Αυτή είναι φυσικά η δύναμη της εικόνας, της καταγραφής, του ντοκουμέντου.
Και βλέποντας το Τελευταίο Σημείωμα του Παντελή Βούλγαρη, νιώθεις απόλυτα – και ειδικά σε αυτή την ηλεκτρισμένη τελευταία πράξη – το ιστορικό βάρος αυτής της, κινηματογραφικής έστω, αποτύπωσης. Την ευθύνη του να οπτικοποιείς την προφορική κληρονομιά τέτοιου βάρους.
Αλλά για να εξετάσουμε το φινάλε, πρέπει να πάμε πρώτα λίγο πιο πίσω.
***
Έχοντας μια μεγάλη πορεία σε ένα σινεμά που διατρέχει τη σύγχρονη Ιστορία, με ένα βλέμμα πολιτικό όσο όμως και λαϊκό, ο Παντελής Βούλγαρης έχει συχνά αφηγηθεί σημαντικά κεφάλαια της ελληνικής Ιστορίας μέσα από το έργο του.
Είναι μεγάλη η διαδρομή από μια ταινία με την πολιτική ένταση των Πέτρινων Χρόνων ως το ψυχωμένο δράμα εποχής της Μικράς Αγγλίας, μα με έναν τρόπο το Τελευταίο Σημείωμα δεν παύει στιγμή να θυμίζει πως πρόκειται για έργο του δημιουργού και των δύο.
Ο Βούλγαρης έχει τελειοποιήσει το ιστορικό δράμα με ένα τρόπο που λιγοστοί άλλοι σκηνοθέτες καταφέρνουν – οι ταινίες αυτής της περιόδου της φιλμογραφίας του (συνήθως γραμμένες μαζί με ή από την Ιωάννα Καρυστιάνη, η οποία έλειπε από την Ψυχή Βαθιά, τη σπάνια μέτρια ταινία του) αναπλάθουν την ιστορία με συναισθηματική μεγαλοπρέπεια που πολύ συχνά απουσιάζει από τα έπη εποχής.
Οι δυο τους είναι τρομερά διαβασμένοι, φυσικά, πάνω στα περιστατικά που αφηγούνται, μα ποτέ η ακρίβεια κι η επιμονή δε στερούνται πάθους. Οι λεπτομέρειες, η αλήθεια, το ιστορικό πλαίσιο, ανασυστήνονται σε αρμονία με την ποίηση των χαρακτήρων.
Τέσσερα χρόνια μετά την πολυβραβευμένη λοιπόν Μικρά Αγγλία, ο Βούλγαρης αποφασίζει να καταπιαστεί με την εκτέλεση από τους Γερμανούς, 200 κομμουνιστών, την 1η Μαΐου 1944 στην Καισαριανή, ως αντίποινα για τη δράση της ελληνικής αντίστασης. Η ιστορία αναπτύσσεται μέσα από το βλέμμα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, αγωνιστή του λαϊκού κινήματος που κατά την περίοδο της φυλακής του στο Χαϊδάρι, εκτελούσε χρέη διερμηνέα του Γερμανού Διοικητή του στρατοπέδου, Καρλ Φίσερ.
Μπροστά από τα μάτια του περνούσε όλο το δράμα της γερμανικής αγριότητας. Όλες οι ιστορίες, οι τραγωδίες, οι φρίκες, πέρασαν από μπροστά του, ενώ έξω από το στρατόπεδο η μνηστή του στέκεται δίπλα του – έστω και μέσα από συναντήσεις ελάχιστων στιγμών στα επισκεπτήρια, πάντα υπό την επιτήρηση φρουρών.
Πώς μεταφράζεται στην ταινία αυτή η συνύπαρξη δραματικού πάθους και ιστορικής αποτύπωσης; Με έναν τρόπο που αποτελεί την πιο ενδιαφέρουσα δημιουργική απόφαση της ταινίας. Αφηγούμενος την ιστορία της εκτέλεσης των 200 της Καισαριανής μέσα από τα μάτια του Σουκατζίδη (ο Ανδρέας Κωνσταντίνου μοιάζει γεννημένος για τέτοιους στιβαρούς ρόλους εποχής), ο Βούλγαρης αφήνει την κάμερά του να ακολουθήσει με απαλό άγγιγμα αλλά και άγριο βλέμμα, τους φυλακισμένους σε αυτό που στην ουσία είναι η εξιστόρηση της τελευταίας τους νύχτας – συνοδεία μιας αναπάντεχης (για ιστορικό δράμα), αληθινά εξαιρετικής μουσικής σύνθεσης από τον Αλέξανδρο Βούλγαρη.
Το βλέμμα του είναι πάντα τρυφερό, και οι στιγμές που καρφώνονται στην καρδιά πολλές. Από ένα ψιθυριστά συγκλονιστικό «πόσο σε αγαπώ» (σε μια σκηνή που ομολογώ με έκανε να δακρύσω πάρα πολύ, και πάρα πολύ άμεσα) μέχρι έναν επίμονο χορό στο πρόσωπο του αναπόφευκτου. Δίχως ποτέ όμως να λειαίνουν τη φρίκη. Δίχως να ανακουφίζουν ή να προσφέρουν κάποιον εύκολο, χολιγουντιανού τύπου θριαμβικό επίλογο.
Οι εικόνες του μοιάζουν, σε πολλά σημεία, να κοιτάζουν τον ίδιο το θάνατο στα μάτια.
(Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σημαντική και η άρνηση της ταινίας να εξανθρωπίσει τον Ναζί που σεβόταν τον Σουκατζίδη, όπως έχουν κάνει τόσα και τόσα ανάλογα ιστορικά δράματα. Όμως όχι, η προσήλωση εδώ είναι θαυμαστή.)
Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο, είναι τολμηρή η δόμηση του έργου με τέτοιο τρόπο ώστε η τρίτη πράξη να μεταπηδά σχεδόν στο άλλο άκρο. Εδώ δεν υπάρχει ανθρωπιά, δεν υπάρχει λυρισμός. Οι Ναζί λοιδωρούν. Ή, απλώς, μοιάζουν να αδιαφορούν – μια ακόμα μέρα στη δουλειά. Οι 200 κρατούν χέρια ψηλά, λένε τα τελευταία τους λόγια, φωνάζουν. Μα η ταινία αρνείται την ασφάλεια της όποιας αποσυμπίεσης της στιγμής. Δεν βλέπουμε εχθρούς να κλαίνε, δεν έχουμε μονολόγους θαυμασμού, δεν παρακολουθούμε κάποιον γλυκερό επίλογο χρόνια μετά.
Η αποτύπωση είναι σκληρή, επιθετική, «κλειστή» στη στιγμή. Υπογραμμίζοντας με βάναυσο τρόπο την ιστορική φρίκη. Τα κορμιά αιωρούνται, θανατώνονται ξανά και ξανά, τα βλέμματα ηλεκτρίζουν, οι δηλώσεις φρονήματος και αντίστασης πέφτουν με βάρος και ορμή.
Η απαλότητα εξαφανίζεται, ακόμα και αυτή η ευγένεια της ιστορικής καταγραφής. Το φιλμ γίνεται απεγνωσμένο, άγριο, ηρωικό, σαφές, οργισμένο.
Σε απόλυτη, δηλαδή, ταύτιση με τους ήρωές του.
Απέναντί τους, ένας Γερμανός κρατά φωτογραφική μηχανή για να απαθανατίσει τη στιγμή. Σα να θέλει η ίδια η ταινία να τονίσει πως η καταγραφή υπήρξε, και υπάρχει. Είναι μια πολύ σημαντική προσθήκη και λεπτομέρεια: Μια κινηματογραφική απεικόνιση που έχει απόλυτη συναίσθηση της ιστορικής σημασίας της – ως ντοκουμέντο.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.