© Thomas Lipke / Unsplash
ΤΑΞΙΔΙ

4 ημέρες στo Μαρακές, στο Μαρόκο

Μοναδική αρχιτεκτονική και γεύσεις που δε συναντάς πουθενά αλλού, αγορές μπαχαρικών και γητευτές φιδιών, αρώματα ανατολής και στολές της ερήμου, παραδοσιακές μουσικές και σπάνιες μικροτεχνίες. Καλώς ήρθες στην πόλη όπου ο χρόνος πάγωσε στην εποχή των αραβικών μύθων και θρύλων.

«Ελάτε μαζί μου, το ταξί δεν μπορεί να προχωρήσει μέσα στο σουκ» ήταν οι πρώτες λέξεις που ακούσαμε στα Αγγλικά -αλλά με χαρακτηριστική γαλλική προφορά- από την κάτοχο του Riad Dar Kleta. Η ιδιοκτήτης του μικρού, γραφικού ξενοδοχείου είχε έρθει να μας μαζέψει από το σημείο παραλαβής επισκεπτών, δίνοντας μία πρώτη εικόνα για τις γαλλικές επιρροές της χώρας καθώς και το μακρύ αλλά και αρκετά πικρό αποικιοκρατικό παρελθόν. 

Γύρω μας είχαν ήδη συγκεντρωθεί αρκετοί ντόπιοι «ξεναγοί». Στο Μαρόκο, τουλάχιστον στις τουριστικές περιοχές, είναι πολύ συχνό κάποιος να θέλει -με αρκετά πιεστικό τρόπο- να σου δείξει τον δρόμο. Αν δεχτείς, είσαι άτυπα υποχρεωμένος να του δώσεις φιλοδώρημα. (Καλό είναι να το κάνεις, αφού οτιδήποτε άλλο θεωρείται τρομερή αγένεια).

Από τη μία ο οδηγός του τουριστικού βαν με το υπερσύγχρονο smarpthone στα χέρια και από την άλλη μία εικόνα που αρχικά δυσκολεύεσαι να πιστέψεις: πιτσιρικάδες ντυμένοι με γυαλιστερές φόρμες και κούρεμα Karim Benzema, ηλικιωμένες γυναίκες με ολόσωμες μπούρκες να κουβαλούν αφύσικα μεγάλα φορτία για το σώμα τους, μικροπωλητές με τοπικές φορεσιές και -ναι, γιατί όχι;- ένας άντρας που κρατάει ένα γαϊδουράκι από το χαλινάρι.

Καλώς ήρθες στο Μαρακές, στην πόλη που ο χρόνος έχει σταματήσει κάποιους αιώνες πριν και τα πάντα θυμίζουν ψυχεδελικό όνειρο.

Οι πρώτες εικόνες

Στα μάτια ενός Ευρωπαίου, ιδιαίτερα κάποιου που ταξιδεύει για πρώτη φορά στη Βόρεια Αφρική, οι πρώτες εικόνες προκαλούν overdose. Έχεις έρθει μέχρι εδώ για να χαλαρώσεις αλλά βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ένα ψυχεδελικό γρίφο: πώς ακριβώς χωρούν τόσα χρώματα μέσα σε τόσα λίγα τετραγωνικά γης;

Η απάντηση  βρίσκεται στην τεράστια παράδοση αρχιτεκτονικής και μικροτεχνίας των ντόπιων Βέρβερων μαζί με τις απαραίτητες αραβικές επιρροές. Ένα πραγματικά εξωτικό μείγμα, που δεν μπορείς να βρεις πουθενά αλλού στον κόσμο.

Μετά το πρώτο (ευχάριστο) σοκ όμως, γρήγορα γίνεσαι ένα με το τοπίο, σχεδόν χάνεσαι, όπως τόσοι και τόσοι Δυτικοί έχουν κάνει πριν από σένα· από τον William Burroughs και τους Rolling Stones μέχρι του χίπηδες των 70s και τους influencers του σήμερα. Εμείς δε χρειαστήκαμε παρά λίγα λεπτά για να εγκλιματιστούμε.  

Το riad όπου μείναμε ήταν από μόνο του ένα μικρό μνημείο μαροκινής ομορφιάς: συντριβάνι στο κέντρο της εσωτερικής αυλής, καναρίνια κλεισμένα σε περίτεχνα κλουβιά, χειροποίητα χαλιά (γενικά, τα πάντα έμοιαζαν χειροποίητα, ακόμα και τα ξύλινα πόμολα), χαμηλές αψίδες και μάλλον τα πιο όμορφα πλακάκια στον πλανήτη. Σημαντική σημείωση: οι τιμές προ καραντίνας ήταν αρκετά φιλικές και σίγουρα φτηνότερες σε σχέση τιμής-απόδοσης από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά ταξίδια.

Μετά το πρώτο καλωσόρισμα, και το απαραίτητο τσάι μέντας το οποίο καταναλώνουν με τους τόνους οι Μαροκινοί, η ευχάριστη έκπληξη είχε μία μικρή δυσάρεστη λεπτομέρεια: το γεγονός ότι δεν είχα πει στη Γαλλίδα ξενοδόχο το επάγγελμά μου, της προκάλεσε κανονικό πανικό. Στις μαροκινές αρχές δεν αρέσουν καθόλου οι «περίεργοι» ξένοι δημοσιογράφοι. 

Της εξήγησα ότι είχα έρθει για διακοπές και δε με ενδιέφερε κάποιο αποκαλυπτικό ρεπορτάζ. Δεν το παραδέχτηκε ποτέ αλλά η συμπεριφορά της έδειχνε άνθρωπο που δίνει λόγο κάπου αλλού. Άλλωστε, μας ζήτησε να υπογράψουμε και κάποια χαρτιά με τα στοιχεία μας για να τα δώσει στις αρχές, όπως είπε. Λίγες ώρες μετά, βέβαια, ερχόμουν αντιμέτωπος με την πραγματικότητα: ως τουρίστας νιώθεις τρομερά ασφαλής στα σουκ του Μαρακές, αφού η μυστική αστυνομία πρέπει να είναι παντού.

Έτσι, η εγκληματικότητα είναι εξαιρετικά χαμηλή – όπως, μάλλον, και οι δημοκρατικές ελευθερίες σε ένα κράτος που έχει ακόμα βασιλεία.

Τα σουκ χωρίζονται κατά είδος, ανάλογα με τα προϊόντα που πουλούν τα μαγαζάκια και οι μικροπωλητές / © Esteban Palacios Blanco, Unsplash

Στα μικροσκοπικά σουκ

«Αυτοί εδώ οι κρύσταλλοι είναι το καλύτερο φάρμακο για το κρυολόγημα» ήταν η ατάκα ενός από τους εκατοντάδες πωλητές που κατακλύζουν τα μικροσκοπικά δρομάκια του Μαρακές. Μετά την παρουσίαση της πραμάτειας του ακολούθησε μία σχεδόν τελετουργική επίδειξη του προϊόντος. Όχι, δεν πρόκειται για κάποιο παράνομο σκεύασμα, αλλά για αποκρυσταλλωμένο ευκάλυπτο – αν και όταν νυχτώνει η μυρωδιά από το ντόπιο χασίς ξεχύνεται σιγά-σιγά και κάθεται βαριά πάνω στην ατμόσφαιρα της πόλης.

Υφάσματα και πήλινα σκεύη, μπαχαρικά και μικροτεχνίες, χειροποίητα παπούτσια και ασημικά. Ο χάρτης της πόλης χωρίζεται με βάση του τι πουλάει το κάθε σουκ· πρόκειται για ένα αχανές «Μοναστηράκι» που όμως διατηρεί τη μεσαιωνική γοητεία του. Ναι, τα μπαχαρικά έχουν τρομερό ενδιαφέρον αλλά είναι πολύ πιθανό να βρεις τα αντίστοιχα και στην Αθήνα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τα μικρά πήλινα σκεύη: οι εξευτελιστικές τους τιμές σε κάνουν να θες να σηκώσεις όλο το μαγαζί. 

Όσο για το παζάρι; Γίνεται παντού, σε όλα τα μαγαζιά – αλλά όχι σε υπερβολικό βαθμό. “No money, no honey” ήταν ειρωνική απάντηση ενός ψηλού Μαροκινού ντυμένου με παραδοσιακή φορεσιά όταν προσπάθησα να αγοράσω μία εξαιρετικά καλαίσθητη δερμάτινη backpack στο ⅕ της τιμής. Ναι, έχουν το παζάρι στην κουλτούρα τους αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα ανεχτούν να τους «κλέψεις». 

Μία άλλη ξεκάθαρα μαροκινή συνήθεια -ή μάλλον πιο σωστά τουριστική συνήθεια, αφού οι περισσότεροι ντόπιοι αράζουν έξω από τα μικροσκοπικά τους σπίτια, όπως έκαναν οι Έλληνες τη δεκαετία του ‘50- είναι και οι ταράτσες.

Το να βρίσκεσαι σε μία από αυτές, χαζεύοντας την Αγορά των Μπαχαρικών, καθώς οι μικροπωλητές μαζεύουν τα πράγματά τους, είναι μία εικόνα που δεν ξεχνιέται ποτέ. Σαν μία καρτ-ποστάλ από art house ταινία γεμάτη εξωτικά κάδρα, βορειαφρικάνικα αρώματα και τον ήχο από τις προσευχές του μουεζίνη.

Και όχι δεν είναι υπερβολή αυτό – τα χιλιάδες ποσταρίσματα από τους ενθουσιασμένους τουρίστες, εκτός από τα εύκολα likes, αποδεικνύουν και του λόγου το αληθές.

Ένας κανονικός φωτογράφος θα μπορούσε να περάσει μήνες στην πλατεία Jemaa el-Fnaa χωρίς να βαρεθεί ποτέ / © Dorel Gnatiuch, Unsplash

Στην πλατεία Jemaa el-Fnaa

Πέντε ευρώ. Τόσο μου κόστισε η φαεινή ιδέα να φωτογραφίσω μία ομάδα χορευτών με εντυπωσιακές στολές στην πιο διάσημη πλατεία του Μαρακές. Όταν ένας από αυτούς με κατάλαβε, ήρθε προς το μέρους μου και μου ζήτησε λεφτά. Δεν ήταν επιθετικός – απλά ήταν φανερό πως δε θα άφηνε σε ησυχία αν δεν τον πλήρωνα για τη φωτογραφία που τράβηξα.

Αρχικά, όλα αυτά μοιάζουν με φολκλόρ. Αρκεί, βέβαια, να μην αναλογιστείς την τρομερή ένδεια των φτωχών κατοίκων της πόλης, μιας και τότε σου κόβεται οποιαδήποτε διάθεση για τουρισμό.Οι άνθρωποι κάνουν τα πάντα για να επιβιώσουν. Ένα ευρώ είναι ολόκληρη περιουσία για αυτούς, αφού το Μαρόκο έχει κατώτατο μισθό των 260 ευρώ περίπου.

Βέβαια, αυτό είναι μάλλον ένα τετριμμένο, καθημερινό θέαμα στη Jemaa el-Fnaa. Από εκεί και πέρα ξεκινά ένας μέρος που μοιάζει βγαλμένο από αραβικό παραμύθι. Στην τεράστια τετράγωνη έκταση που ορίζει την πλατεία μπορείς να δεις τα πάντα: από γητευτές φιδιών το πρωί μέχρι παραδοσιακούς μουσικούς να στήνουν γλέντι το βράδυ, και από Βερβέρους της ερήμου με αλυσοδεμένα μαϊμουδάκια μέχρι γέρους οδοντοτεχνίτες να διαλαλούν το εμπόρευμά τους (ναι, μασέλες) στους περαστικούς.

Κάθε ώρα της μέρας φιλοξενεί και κάποιο διαφορετικό θέαμα. Ένας κανονικός φωτογράφος θα μπορούσε να περάσει εδώ μήνες χωρίς να βαρεθεί ποτέ. Μάλιστα, είναι εντυπωσιακό το πώς το κέντρο της πλατείας μεταμορφώνεται κάθε βράδυ σε ένα τεράστιο υπαίθριο εστιατόριο, γεμάτο μικρούς πάγκους που σερβίρουν τις σπεσιαλιτέ τους: κοτόπουλα ταζίν με βερίκοκα, καλαμάκια κάθε είδους ή για τους περισσότερο hardcore κεφάλια αρνιών κομμένα στη μέση και συκωταριές με μπαχαρικά.

 

Αν πάντως βρεθείς το βράδυ στη  Jemaa el-Fnaa και έχεις την τύχη να παρακολουθήσει το σούρουπο να πέφτει -εκείνην την ώρα δηλαδή που οι γητευτές μαζεύουν τα φίδια τους και κάνουν χώρο για τους παραδοσιακούς μουσικούς- έχε στο μυαλό σου το εξής: όσο και αν σπάσει η μύτη από τις μυρωδιές των πάγκων, χρειάζεται προσοχή μιας και δεν τους ακολουθεί και η καλύτερη φήμη σε σχέση με την υγιεινή τους. Στο Μαρόκο, το στομάχι ενός Ευρωπαίου μπορεί να ανακατευτεί ακόμα και με ένα ποτήρι νερό, πόσο μάλλον δηλαδή με τα αρνίσια συκώτια.

Έτσι, αν θες να δοκιμάσεις τοπικές γεύσεις μπορείς να πας για αρνί σουβλιστό στον καπνό στο γκριλ Chez Lamine ή να δοκιμάσεις σούπα χαρίρα, μαροκινά κεφτεδάκια και κουνέλι στην ταράτσα του Bakchich.

Σε κάθε περίπτωση, μία διαδρομή μέσα στα μικροσκοπικά σουκ και μέχρι την τεράστια κεντρική πλατεία της παλιάς πόλης του Μαρακές δε διαρκεί πάνω από μισή ώρα. Οι συμπυκνωμένες όμως εικόνες, ήχοι και αρώματα είναι τόσο πολλά, τόσο έντονα και τόσο πρωτόγνωρα ώστε σχεδόν ξεχνάς ποιος είσαι. Χάνεσαι μέσα σε αυτό το ολοζώντανο κάδρο από χρώματα και σχήματα.

Μερικές ακόμα εικόνες από το Μαρακές

Τέσσερις μέρες και τέσσερις νύχτες. Μόνο τόσο κάτσαμε, ενώ μάλιστα η μία μέρα μας βρήκε λίγο έξω από την παλιά πόλη με προορισμό το εντυπωσιακό μουσείο του Yves Saint Laurent (o Γάλλος σχεδιαστής μόδας έβρισκε ακαταμάχητο το Μαρακές αλλά και την έμπνευση που του έδινε) και τους κήπους της Μενάρα με την εντυπωσιακή δεξαμενή, όπου ο θρύλος λέει ότι χτίστηκαν από τη δυναστεία των Σααντί ως ερωτική φωλιά.

Ήπιαμε άπειρο τσάι μέντα που το σερβίρουν πάμφθηνα στις ταράτσες αλλά στο προσφέρουν ευλαβικά και οι περισσότεροι μαγαζάτορες όταν παζαρεύεις, κάναμε αρκετό πάζαρι (άλλες φορές πολύ επιτυχημένα και άλλες φορές με παταγώδη αποτυχία), καταναλώσαμε ελάχιστο αλκοόλ αφού τα μέρη που το σερβίρουν δεν πρέπει να είναι πάνω από πέντε στο Μαρακές (και, γενικά, δε σου βγαίνει να πιεις λόγω ζέστης αλλά και λόγω του ότι δεν είναι καθόλου στην κουλτούρα τους) και δοκιμάσαμε πραγματικά παράξενες γεύσεις: από ζυμαρικά με ζάχαρη και κανέλα μέχρι ψητά πιτσούνια (που παραγγείλαμε κατά λάθος).

Ήταν μόλις 96 ώρες αλλά έμοιαζαν με 96 μέρες – τόσο πυκνή ταξιδιωτική εμπειρία είναι το Μαρακές. Και η αλήθεια είναι πως τέσσερις μέρες αρκούν για να το βάλεις στην καρδιά σου και να μην το ξεχάσεις ποτέ. Μάλιστα, φεύγοντας καλό είναι να πάρεις για όλους τους φίλους μικρά πήλινα μπολάκια ζωγραφισμένα στο χέρι. Είναι πανέμορφα, πάμφθηνα και ιδανικά για διακοσμητικό. Εμείς δεν το κάναμε και ακόμα το μετανιώνουμε.

Τελικά, το Μαρακές εκτός από τις άπειρες εικόνες που σου προσφέρει, σου χαρίζει και κάτι ακόμα πιο σημαντικό μέσα σε λίγες ώρες από την άφιξή σου: οι ρυθμοί πέφτουν, η εξωτική ατμόσφαιρα διώχνει την τοξικότητα στο άψε-σβήσε και βρίσκεσαι τελείως ξαφνικά να μπορείς να διαβάσεις άνετα ένα βιβλίο, να συζητήσεις χωρίς να κοιτάς συνέχεια το κινητό σου, να δεις τα πράγματα ξανά με το πραγματικό τους πρόσωπο. (Τουλάχιστον εσύ που είσαι τουρίστας και η μυστική αστυνομία δε σε έχει φακελωμένο ακόμα).

Μία φορά λοιπόν στο Μαρακές, για πάντα Μαρακές – στην πόλη που ο χρόνος πάγωσε στην εποχή των αραβικών μύθων και θρύλων.