LIFE

Επιτέλους Ανάσταση, κοντολογίς Επ…Ανάσταση

Μια όμορφη πασχαλινή ιστορία με «άρωμα» οικογένειας.

Είχα περάσει όλο το μεσημέρι να σκέφτομαι τη Βάλια. Έψαχνα τρόπο να την κάνω να γυρίσει και ξόδεψα σχεδόν όλο το απόγευμα, που θα μπορούσα να είμαι μαζί του, ψάχνοντας στις ανοικτές εφαρμογές-παράθυρα στο κινητό μου, για να βρω μια καλή αφορμή για να της γράψω. Είχα ακούσει εκατό φορές το «Σα δε θυμάσαι τα παλιά» από τον Παυλίδη στη συλλογή «200 χρόνια δημοτικό τραγούδι». Την είχα βρει τυχαία μια μέρα που η Βάλια μου ζήτησε να της γκουγκλάρω το κοντινότερο κατάστημα. Λίγο το ότι έχω μεγαλώσει με δημοτικά, λίγο οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν σε αυτή την πρωτοβουλία, με έκαναν να βάλω το link κατευθείαν στα αγαπημένα. Στο δρόμο για το σπίτι του παππού σιγοτραγουδούσα ακόμα το «ξύπναγα στα χέρια σου και μου ‘λεγες κοιμήσου».

Τον βρήκα στο σαλόνι, μπροστά στην τηλεόραση να λαγοκοιμάται. Είχα φτάσει αργά γιατί με καθυστέρησαν οι ίδιες οι σκέψεις μου. Νυχοπάτησα προς το μέρος του αλλά τα σανίδια στο πάτωμα με πρόδωσαν. Άνοιξε τα μάτια σα να μη συνέβη τίποτα και ατάραχος, θαρρείς και δεν τον είχε πάρει ποτέ ο ύπνος, μου είπε πως με περίμενε και πού ήμουν τόση ώρα! Τι να του εξηγούσα τώρα του παππού; Δεν πρόλαβα να δικαιολογηθώ καν. Σηκώθηκε, έπιασε τη μαγκούρα από την καρέκλα μπροστά του, με προσπέρασε, μπήκε στην κουζίνα και επέστρεψε με μια φοντανιέρα. Μέσα είχε όλα κι όλα τρία σοκολατάκια. Πήρα το ένα, ενώ του έλεγα να καθίσει. Να πάρω κι άλλο επέμενε. Δε θα το έλεγε στη γιαγιά, αρκεί να έτρωγα λέει την μαγειρίτσα μου το βράδυ. Βρε παππού… Ξαναγύρισε στη γνωστή του γωνία στο ντιβάνι. Φαινόταν λιγάκι κουρασμένος. Τον ρώτησα για το εμβόλιο, τι να καταλάβει αυτός από εμβόλια, μου είπε, κι άρχισε να εξιστορεί περιπέτειες από τα χωράφια, απ’ τους πολέμους, από τις πείνες. Τον άφησα να τελειώσει τις ιστορίες και τον ρώτησα ξανά πώς είναι. Είχα μήνες να τον δω από κοντά. Στα μάτια του έβλεπα την απουσία, αλλά χαιρόμουν που ήταν γερός και κοτσονάτος όπως πάντα. Δε μου απάντησε. Με ρώτησε αν θα καθόμουν παρέα μαζί του τουλάχιστον ως τις εννέα· αφού φέτος η Ανάσταση λόγω της υγειονομικής κατάστασης θα λάβει χώρα τρεις ώρες πριν την καθιερωμένη καμπάνα των δώδεκα. Τον καθησύχασα, του είπα πως είχα έρθει για να μείνω δυο βράδια.

Ήξερα πως ο παππούς δε θα κρατιόταν να μην κοιμηθεί μέχρι τα μεσάνυχτα και πήγα να ετοιμάσω το τραπέζι. Με ακολούθησε στην κουζίνα για να μου δείξει τα κατατόπια και να βγάλει τα σερβίτσια. Εκείνος θα έτρωγε στο δικό του -από πάντα- εμαγιέ πιάτο, ένα καλό πορσελάνινο για μένα και ένα λουλουδάτο…για τη γιαγιά. Κάποτε ήταν ο καλύτερος μάγειρας στο χωριό κι από τότε που τον φέραμε στην πόλη, το είχε παράπονο ότι δεν ήξερε για ποιον να μαγειρέψει. Συχνά έφτιαχνε ταψιά μπακλαβάδες και τα μοίραζε στην πολυκατοικία. Ώρες ώρες σκεφτόμουν πως εκτός από το όνομα δεν είχαμε τίποτα κοινό με τον παππού μου, μιας κι εγώ δεν ήξερα να βράσω σωστά ούτε αβγό για να τσουγκρίσουμε. Γιώργος ο αυτούσιος, έτσι με φώναζε και γελούσαμε κι οι δύο γιατί ξέραμε καλά πως τίποτα αυτούσιο δεν είχα πάρει από εκείνον.

Ο παππούς σέρβιρε τα πιάτα μας με πλούσια μαγειρίτσα. Στο πιάτο της γιαγιάς έβαλε μονάχα τρεις ελιές. Τον κοίταξα στα μάτια, προσπαθώντας να καταλάβω γιατί τα έκανε όλα αυτά. Πάνε τέσσερα χρόνια τώρα που έφυγε η γιαγιά κι εκείνος ακόμα της σερβίρει και μιλά σαν να είναι εδώ. Με κοίταξε στα μάτια κι εκείνος, κι άρχισε να τραγουδά: «Καλλιώρα να ‘χουν οι ελιές που κάνουνε το λάδι, και φέγγουν της αγάπης μου για να κεντάει το βράδυ». Άρπαξα το κινητό μου, αυτό το τραγούδι το είχα ακούσει κι αλλού. Ευτυχώς είχα φέρει και το laptop μαζί μου. Μπήκα στο site «200 χρόνια δημοτικό τραγούδι» και άφησα την μουσική να ηχήσει με ευκρίνεια και ζωντάνια, συνεπαίρνοντας τις στιγμές που πήγαν να δημιουργηθούν πατώντας play στο «Καλλιώρα να ‘χουν οι ελιές». Ο παππούς ενθουσιάστηκε με τη φωνή της Κατερίνας Πολέμη και με όλες τις φωνές που εμβόλιμα στο τραγούδι αποδίδουν ευγνωμοσύνη. Το ακούσαμε ξανά και ξανά και φτάσαμε μεσάνυχτα να σιγοτραγουδάμε ακόμα παρέα. Μια στο τόσο ο παππούς κουνούσε το κεφάλι ευχαριστημένος και μουρμούριζε «μωρέ μπράβο η Λιντ»!

«Καλή Ανάσταση και να ‘σαι ευγνώμων για αυτά που έχεις και για αυτά που δεν έχεις» μου είπε και σηκώθηκε για να πάει να ξαπλώσει. Άναψε το φαναράκι που χρησιμοποιούσε πάντα η γιαγιά για να κεντάει το βράδυ και με καληνύχτισε. Εγώ έμεινα να σκέφτομαι τη Βάλια και πως, με έναν τρόπο, με τον παππού τελικά είχαμε πολλά κοινά. Κάναμε κι οι δυο σαν να μην είχαν φύγει ποτέ οι αγάπες μας. Κάναμε στον έρωτα, Επ…Ανάσταση! Μα το πιο σημαντικό… Κάναμε και τη δική μας γλυκιά επανένωση! Γιατί κάθε μέρα αξίζει να σκέφτεσαι αυτό που ζει και μεταφέρει τη διαμόρφωση της προσωπικής μας ιστορίας.