Scott Peterson/Liaison
LIFE

Felicien Kabuga: Το χρονικό της σύλληψης του υπεύθυνου για την γενοκτονία της Ρουάντα

Το ανθρωποκυνηγητό του αιώνα εν μέσω κορoνοϊού μετά από 26 χρόνια αναζήτησης σε κάθε γωνιά του πλανήτη.  

«Είμαι αθώος. Είναι ψέματα όλα αυτά για τα οποία με κατηγορούν», ψέλλισε, με όση δύναμη του είχε απομείνει, ο φιλάσθενος 87χρονος στα μέλη της ειδικής διωκτικής δύναμης του ΟΗΕ (που έχει συσταθεί ειδικά για το κυνηγητό των εγκληματιών πολέμου) η οποία εισέβαλε στο μικρό διαμέρισμα της εργατικής συνοικίας Asnières-sur-Seine του Παρισιού στο οποίο έμενε τα τελευταία χρόνια.

Με τα 13 παιδιά του, τα περισσότερα εκ των οποίων βρίσκονται διασκορπισμένα σε χώρες της Ευρώπης, να εναλλάσσονται στο ποιο από αυτά βρίσκεται δίπλα του για να του δίνει τα φάρμακά του και να τον πηγαίνει την καθιερωμένη βόλτα του γύρω από το τετράγωνο, πριν τον ξαπλώσει στην πολυθρόνα του και τον αφήσει να βλέπει τα αγαπημένα του τηλεοπτικά προγράμματα.

Βρισκόμαστε στον Μάιο του 2021, εν μέσω lockdown. Και ο Felicien Kabuga δε θυμίζει προφανώς σε τίποτα τον πάλαι ποτέ πιο πλούσιο άντρα της Ρουάντα (και έναν από τους πλουσιότερους συνολικά της Αφρικής). Εκείνον που όχι μόνο δηλητηρίασε το μυαλό των συμπατριωτών του (που ανήκαν στη φυλή Χούτου), μέσω της προπαγάνδας μίσους του ραδιοφωνικού του σταθμού, αλλά φρόντισε, σύμφωνα με τους κατήγορούς του, να οπλίσει και τα χέρια τους δίνοντας τους δωρεάν εκατοντάδες χιλιάδες ματσέτες που χρησιμοποιήθηκαν στην ανελέητη σφαγή των 850.000 μελών της φυλής Τούτσι.

Επιπλέον, σύμφωνα με πληροφορίες, μετέτρεψε τις επιχειρήσεις του σε κέντρο εκπαίδευσης της παραστρατιωτικής οργάνωσης Interahamwe και έδινε, μέσω του ραδιοφώνου RTLM, οδηγίες στον όχλο για το που ακριβώς (όπως εκκλησίες, σχολεία) έχουν βρει καταφύγιο μεγάλες ομάδες τρομοκρατημένων Τούτσι προκειμένου να τους βρουν και να τους σκοτώσουν.

Έχοντας καταδικαστεί ήδη από το 1998 για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ο Kabuga κατάφερε επί 26 χρόνια να παραμείνει ελεύθερος. Αλλά υπολόγιζε χωρίς τον ξενοδόχο. Συγκεκριμένα τον Bob Reid, τον Αυστραλό chief of operations του International Criminal Tribunal των Ηνωμένων Εθνών (υπεύθυνο για τη σύλληψη -μετά από 16 χρόνια- και του Σέρβου Ratko Mladic), η εμμονή στη λεπτομέρεια και η τιτάνια υπομονή και επιμονή του οποίου απέδωσαν τελικά καρπούς.

Ένας παρασημοφορημένος αστυνομικός η ιστορία του οποίου αξίζει κάποια στιγμή να γίνει ταινία. Αν και η μεθοδικότητα που τον χαρακτηρίζει δε θα ήταν πολύ εύκολο να καταγραφεί με συναρπαστικό τρόπο στη μεγάλη οθόνη. Βλέπεις, ο Reid, με το που ανέλαβε την υπόθεση (η οποία είχε αρχίσει να μπαγιατεύει) κάθισε, ως άλλος Κασπάροφ, μελέτησε τη σκακιέρα μπροστά του και έψαξε να βρει εκείνα τα στοιχεία που θα τον οδηγούσαν να καταλάβει που στον κόσμο κρύβεται ο συγκεκριμένος γέροντας.

Προφανώς, η σύλληψη του Kabuga έχει συμβολική αξία αφού ο ίδιος, πέρα από ότι περιουσία του έχει μείνει ακόμη (μιλάμε για πολλά εκατομμύρια δολάρια), δεν αποτελεί κίνδυνο για κανένα εδώ και πολλά χρόνια. Αποδεικνύει, ωστόσο, ότι κανένας δεν μπορεί να κρυφτεί από τη δικαιοσύνη (σ.σ. η συγκεκριμένη διωκτική αρχή του ΟΗΕ έχει συλλάβει πάνω από 100 υπεύθυνους για τη γενοκτονία ως τώρα). Ειδικά όταν, αυτοί που τον κρύβουν (τα μέλη της οικογένειάς του) χαλαρώνουν και αρχίζουν και χρησιμοποιούν κινητά.

Η χρήση κινητών είναι που μας έφερε στην τελική πράξη ενός επικού ανθρωποκυνηγητού που ξεκίνησε με τον Kabuga αρχικά να φεύγει από τη Ρουάντα εν μέσω του χάους μετά τη γενοκτονία, με κατεύθυνση ένα πολυτελές ξενοδοχείο στη Βέρνη της Ελβετίας. Και, στη συνέχεια, όταν οι Ελβετοί -αντί να του ασκήσουν δίωξη- τον έστειλαν πίσω στο Ζαΐρ (σημερινό Κονγκό) με ένα αεροπλάνο, να καταφέρνει να ζει για ένα διάστημα μια κανονική ζωή στην Κένυα, μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του, ως ιδιοκτήτης επιχείρησης εισαγωγών-εξαγωγών και προστατευόμενος της κυβέρνησης.

Προστατευμένος από τις διασυνδέσεις που είχε λόγω της μυθικής του περιουσίας που απέκτησε, παρότι ξεκίνησε ως ένας αγράμματος γιος χωριατών που έμαθε να διαβάζει και να γράφει μόνος του, άρχισε να πουλάει τσιγάρα και αλάτι στην τοπική αγορά και εκμεταλλεύτηκε τη μεγάλη του ευκαιρία όταν οι Ινδοί έμποροι στη γειτονική Ουγκάντα αναγκάστηκαν, όταν ο Idi Amin τους πέταξε έξω από τη χώρα το 1972, να του πουλήσουν για ψίχουλα το εμπόρευμά τους. Συμπεριλαμβανομένου και πολλών ματσέτων.

Αργότερα ο Kabuga, λόγω του εμπάργκο στην Ουγκάντα, άρχισε να πουλάει τον καφέ τους ως προϊόν Ρουάντας. Καταλήγοντας να παντρεύει δυο κόρες του με γιους του προέδρου Juvénal Habyarimana και να εδραιώνεται στην κορυφή της ελίτ της χώρας του.

Μια περιουσία που χρησιμοποίησε, μετά την καταδίκη του για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, για να μετατραπεί από «τέρας σε τέρας στην ομίχλη», όπως γράφει χαρακτηριστικά στο αφιέρωμά του το Αμερικάνικο GQ. Ακολουθώντας τις ίδιες τακτικές που ακολούθησαν οι Ναζί που κρύφτηκαν στη Λατινική Αμερική μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Συγκεκριμένα στράφηκαν αρχικά σε ανθρώπους που συμφωνούσαν με τα πιστεύω τους (ή εκτιμούσαν μια γενναιόδωρη δωροδοκία) και, καθώς τα χρόνια περνούσαν, κατέληξαν να εμπιστεύονται μόνο τα μέλη της οικογένειάς τους.

Όλο αυτό το διάστημα οι αρχές τον κυνηγούσαν ανελέητα, προσφέροντας γενναία αμοιβή σε όποιον αποκάλυπτε οποιαδήποτε πληροφορία. Αλλά ο Kabuga κατάφερνε πάντα να τους ξεφύγει. Πιο κοντά έφτασαν το 2002 όταν ένας δημοσιογράφος-fixer, ο 27χρονος Κενυάτης William Munuhe, ζήτησε από τους πράκτορες του FBI πέντε εκατομμύρια δολάρια αμοιβή προκειμένου να πείσει τον καταζητούμενο να έρθει σπίτι του για να του στήσουν παγίδα. Δυο μέρες αργότερα το πτώμα του δημοσιογράφου βρέθηκε με μια τρύπα στον κρόταφο και ο Kabuga εγκατέλειψε την Αφρικανική ήπειρο για άγνωστο προορισμό.

Ο Kabuga κατέληξε τελικά σε ένα διαμέρισμα στη Φρανκφούρτη μαζί με τον -πρώην υπουργό της κυβέρνησης- γαμπρό του και ένα ακόμη φυγάδα. Με τη γερμανική αστυνομία να συλλαμβάνει το 2007 τον συγκάτοικό του και τα παιδιά του να έρχονται και να τον βοηθούν να δραπετεύσει προς Λουξεμβούργο, Βέλγιο και μετά το άγνωστο.  Οι αρχές βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν είναι να παρακολουθούν τις κινήσεις των παιδιών του, ένα εκ των οποίων ζούσε στο Λονδίνο, 4 στο Βέλγιο και 8 στο Παρίσι.

Και, κάπου εδώ, γύρω στο 2016, μπαίνει στην εικόνα ο Bob Reid (και ο εξίσου αποφασισμένος προϊστάμενός του, ο Βέλγος Serge Brammertz) που έδωσαν νέα πνοή στην έρευνα. Με δεδομένο ότι καθώς ο Kabuga έμπαινε στα 80 του, ο κύκλος συνεργατών του μειωνόταν και ότι θα έπρεπε να στηριχθεί περισσότερα στα παιδιά του, διασφάλισαν τη συνεργασία των αστυνομικών αρχών σε Βρετανία, Γαλλία και Βέλγιο και άρχισαν να ενώνουν τα κομμάτια του παζλ.

Γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι όλα τα παιδιά, όπου και να ζούσαν, πέρναγαν κάποιους μήνες το χρόνο στο Παρίσι. Με την κόρη του εκ Λονδίνου, τη Séraphine, να φαίνεται από τις κλήσεις του κινητού της ότι, αντί να μένει με τα αδέλφια της στο Παρίσι, περνούσε τις νύχτες της κάπου αλλού. Και την αγαπημένη του κόρη, Bernadette, να περνάει επίσης την παραμονή Χριστουγέννων κάπου αλλού, παρά μαζί με την υπόλοιπη οικογένειά της που γιόρταζε. Ένα κάτι ακόμη που προκάλεσε εντύπωση είναι ότι τα αδέλφια δεν ήταν ποτέ σε αυτό το «κάπου αλλού» ταυτόχρονα.

Το κάπου αλλού αποδείχθηκε πως ήταν ένα μικρό διαμέρισμα  στον τρίτο όροφο μιας εργατικής πολυκατοικίας στο Asnières-sur-Seine. Με τα αδέλφια, όλα αυτά τα χρόνια, να προσέχουν τον πατέρα τους σε βάρδιες.

Το μόνο που έμενε ήταν η τυπική επιβεβαίωση που αργούσε να έρθει καθώς, λόγω κορονοϊού, το Παρίσι είχε μπει σε lock down και τα αδέλφια είχαν μείνει μακριά από την περιοχή. Μια επιβεβαίωση που ήρθε όταν η κόρη του πλήρωσε ένα λογαριασμό νοσοκομείου για ένα 80χρονο από το Κονγκό, με το όνομα Antoine Tounga, που χρειάστηκε εισαγωγή. Το DNA του ασθενούς, με αυτό που προμήθευσαν στον ντετέκτιβ οι γερμανικές αρχές, ήταν το ίδιο. Και έτσι, στις 05.30 το πρωί του Σαββάτου, στις 16/06/2020, 16 αστυνομικοί και μια ομάδα SWAT, άνοιξαν διάπλατα την πόρτα του διαμερίσματος και τον βρήκαν μέσα. Η συνέχεια γράφτηκε και γράφεται στο δικαστήριο. Με τα παιδιά του να συνεχίζουν να υποστηρίζουν ότι είναι αθώος.

Αλλά το κυνηγητό δε σταματάει εδώ καθώς, πέρα από τον Kabuga, υπάρχει ένας ακόμη σημαντικός φυγάς που διαφεύγει ακόμη. Συγκεκριμένα ο πρώην διοικητής της προεδρικής φρουράς, Protais Mpiranya, ο οποίος σύμφωνα με πληροφορίες ζει κάπου ανάμεσα σε Κονγκό, Ζιμπάμπουε και Νότια Αφρική. Έχοντας και αυτός μια αμοιβή 5 εκατομμυρίων δολαρίων στο κεφάλι του. Αμφιβάλλει κανείς ότι σύντομα θα έχουμε και δικά του νέα;