ΤΑΞΙΔΙ

H Kούβα μετά τον Ομπάμα

Χορός, ρούμι, πορνεία και ασφάλεια: ένα επιτόπιο ρεπορτάζ στο νησί που αποχαιρετά αγωνιστικά την Επανάσταση και υποδέχεται το wi-fi.

Πέρασαν περίπου τέσσερις μήνες από τότε που ο Ομπάμα επισκέφθηκε την Κούβα και 500.000 Κουβανοί παρακολούθησαν τη δωρεάν συναυλία των Rolling Stones. Έκτοτε, δυο κρουαζιερόπλοια την εβδομάδα επισκέπτονται την Αβάνα, τρία ξενοδοχεία περνούν σταδιακά σε αμερικανικά χέρια και το wi-fi καλύπτει όλο και μεγαλύτερο μέρος του νησιού, ανοίγοντας  διαύλους επικοινωνίας με τον υπόλοιπο κόσμο. Η μετάλλαξη της χώρας, που ξεκίνησε στα πρώτα χρόνια μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, επιταχύνεται πλέον με ταχύτητες 4G.

Η φυσιογνωμία της Κούβας δεν έχει αλλοιωθεί ριζικά, αλλά η αίσθηση που δημιουργείται στον επισκέπτη της είναι ότι η χώρα χρόνο με το χρόνο αλλάζει. Οι κάτοικοί της, πάντως, συνεχίζουν να πίνουν και να χορεύουν στους δρόμους, να μη δυσανασχετούν για την εξόφθαλμη φτώχεια, να αρκούνται στη δωρεάν παιδεία, υγεία και στέγαση και να μην αγχώνονται γι’ αυτά που έρχονται και που η άφιξή τους έχει ήδη δρομολογηθεί.

Έρωτας, αλλά όχι με την πρώτη ματιά

Φτάνοντας στο αεροδρόμιο της Αβάνας δεν γίνεται να μη σε προβληματίσει η εικόνα της φθοράς του ‘Χοσέ Μαρτί’ και το σκοτάδι των δρόμων που το περιστοιχίζουν. Η περιπέτεια στην Κούβα αρχίζει αμέσως, με το που θα προσγειωθείς. Εμείς το διαπιστώσαμε μόλις αντικρίσαμε το ταξί που είχε μισθώσει ένας φίλος για να μας παραλάβει. Ένα παμπάλαιο Lada, με το πορτ μπαγκάζ να κλείνει με λάστιχο. Αυτό ήταν το όχημα μεταφοράς μας στο Casa Particular. Ο προβληματισμός μας ενισχύθηκε όταν πλησίασε ένας αστυνομικός και ζήτησε την άδεια του οδηγού, για να ελέγξει αν είναι νόμιμος ταξιτζής. “Μην ανησυχείτε, όλα καλά”, μας καθησύχασε ο Έλληνας φίλος που μας περίμενε και βοήθησε στη γρήγορη προσαρμογή μας στην Αβάνα.  Είναι νυμφευμένος με Κουβανή και ζει στο νησί εδώ και αρκετά χρόνια.

Φτάσαμε στο σπίτι, ανεβήκαμε με τις βαλίτσες τρεις ορόφους με τα πόδια και αποφασίσαμε να πιούμε ένα ποτό για να πάρουμε μια πρώτη γεύση από την πρωτεύουσα. Η παρθενική μας επαφή με τη χιλιοτραγουδισμένη πόλη ήταν τραυματική. Στο κέντρο της Αβάνας υπάρχουν δεκάδες μισοερειπωμένα κτίσματα. Χωρίς παράθυρα, χωρίς πόρτες, κάποια και χωρίς οροφή – λες και το μέρος βομβαρδίστηκε πριν από μερικές εβδομάδες. Στη δεκάλεπτη διαδρομή προς το μπαρ, τα πράγματα χειροτέρεψαν. Σε κάθε δεύτερο βήμα μας σταματούσε κάποιος για να μας ρωτήσει αν ενδιαφερόμαστε για ταξί ή κορίτσια (chicas). Ο φίλος μας ήταν και πάλι καθησυχαστικός: “θα συνηθίσετε και όλα θα είναι διαφορετικά”. Ήπιαμε ένα mojito, ακούσαμε λίγη μουσική και επιστρέψαμε για ύπνο.

Από την επόμενη κιόλας μέρα, η διάθεσή μας θα άλλαζε. Ναι, τα ερειπωμένα αποικιακά κτίσματα που κάποτε ήταν μεγαλοπρεπή και πανέμορφα είναι ένα θλιβερό θέαμα. Και η πορνεία στους δρόμους της Αβάνας είναι ενοχλητική. Πολύ σύντομα, όμως, η Κούβα σε κάνει να ξεπεράσεις τις πρώτες εικόνες και τις πρώτες εντυπώσεις. Σε παρασέρνει στη χαρά, στη διασκέδαση και στο χορό. Σε μυεί στην Τέχνη, σε ποτίζει με άφθονο ποιοτικό και φθηνό ρούμι και – πάνω απ’ όλα – σου μεταγγίζει τη θετική διάθεση και την αισιοδοξία των ανθρώπων της.

Μια βόλτα στη σημερινή Αβάνα

Η ‘μετάλλαξη’ της Αβάνας και της Κούβας συνολικά ξεκίνησε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν ο Φιντέλ Κάστρο έχασε τον καλύτερο σύμμαχο και τους δορυφόρους του. Μέχρι τότε, στην Κούβα πήγαιναν μόνο οι κομμουνιστές για να δουλέψουν εθελοντικά και οι σύντροφοι που διακρίνονταν σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ η Κούβα απώλεσε τα σιτηρά, τα τρόφιμα, το  πετρέλαιο, την τεχνογνωσία και οτιδήποτε της παρείχαν οι κομμουνιστές σύμμαχοι. Η πείνα άρχισε να θερίζει τους Κουβανούς, απ’ τη στιγμή που το εμπάργκο των ΗΠΑ δεν επέτρεπε την εισαγωγή αγαθών και προϊόντων στο νησί. Η χώρα μπήκε σε μια περίοδο αυστηρής λιτότητας (‘ειδική περίοδο’ την ονόμασαν), την ώρα που ο Τζορτζ Μπους ενέτεινε την αυστηρότητα των μέτρων προκειμένου να… στραγγαλίσει τον Κάστρο.

Ο Φιντέλ αντέδρασε με μεταρρυθμίσεις. Προχώρησε σε άρση της απαγόρευσης κατοχής δολαρίων, επέτρεψε τη μερική αυτοαπασχόληση και κάλεσε ξένους ομίλους να συνεταιρισθούν με κρατικές εταιρείες στον τομέα του τουρισμού. Άνοιξε, με λίγα λόγια, τα σύνορα κι αυτή η κίνηση οδηγεί σιγά-σιγά στη σταδιακή αλλαγή της φυσιογνωμίας του νησιού. Η πορνεία, παρότι απαγορευμένη, μπήκε στην ημερήσια διάταξη, όπως και το παρεμπόριο. Όλοι θέλουν να πουλήσουν κάτι στους τουρίστες. Πολλοί νοικιάζουν ακόμα και δωμάτια των σπιτιών τους (όχι μόνο στην Αβάνα, αλλά σε όλη την επικράτεια). Αυτά είναι τα περίφημα Casa Particular (σε ένα τέτοιο μέναμε κι εμείς) και κοστίζουν από 20 έως 35 δολάρια, τιμή υποπολλαπλάσια των ξενοδοχείων. Τα τελευταία χρόνια αυξάνεται κατακόρυφα και η ζήτηση των paladar, των σπιτιών που σερβίρουν σπιτικό φαγητό.

Κάπου εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι στην Κούβα κυκλοφορούν δυο νομίσματα. Τα  CUC  και τα CUP (1 CUC=25 CUP). Το CUC είναι ανταλλάξιμο  και το χρησιμοποιούν οι τουρίστες (ισοτιμία περίπου ένα προς ένα με το ευρώ), ενώ το CUP είναι το τοπικό και το χρησιμοποιούν οι Κουβανοί για την αγορά ειδών πρώτης ανάγκης, για τα μέσα μεταφοράς, αλλά και στα ταξί-collectiva. Τα τελευταία είναι ταξί μαζικής μεταφοράς που κάνουν συγκεκριμένες διαδρομές κι έχουν δική τους αφετηρία και τέρμα. Πρέπει, επομένως, να γνωρίζεις που θα σταθείς για να το πάρεις. Αυτό το ‘ταξί’ θα το μοιραστείς με άλλους πέντε – έξι επιβάτες και θα το πληρώσεις με τοπικό νόμισμα.

Το πώς λειτουργεί το σύστημα με το διπλό νόμισμα θα το αντιληφθείς αν δοκιμάσεις, πχ, να πας στο θέατρο. Εμείς παρακολουθήσαμε δύο καταπληκτικές παραστάσεις μοντέρνου χορού στο Θέατρο Αlicia Alonco. Η γενική είσοδος για τους τουρίστες ήταν 30 CUC και για τους Κουβανούς 10-30 CUP.

 

Για να μετατρέψεις το συνάλλαγμά σου σε Κουβανέζικο χρήμα, υπάρχουν τα ανταλλακτήρια του δρόμου, με τις ατελείωτες ουρές, και  οι τράπεζες.  Με το που μπαίνεις σε κάποιο υποκατάστημα, ρωτάς “ποιος είναι ο τελευταίος” προκειμένου να τον έχεις ως σημάδι ότι έρχεται η σειρά σου. Οι τιμές είναι παντού ίδιες (όπως και των τροφίμων, των ποτών), ενώ υπάρχουν και πολίτες που προσφέρονται να σου κάνουν την εξυπηρέτηση, προκειμένου να έχουν στη διάθεσή τους δολάρια.

Oι μισθοί στην Κούβα είναι της πείνας, αφού κυμαίνονται από 10-60 CUC, αλλά ο μέσος Κουβανός έχει εξασφαλισμένη την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, την παιδεία, το σπίτι του, αλλά και φτηνό ηλεκτρικό, τηλέφωνο και μεταφορές. Στην Αβάνα διατηρείται και η παροχή ζάχαρης, ρυζιού, κοτόπουλου, καφέ και άλλων ειδών με κουπόνια – εκεί στις ώρες της διανομής σχηματίζονται ατελείωτες ουρές. Συχνά, βασικά είδη εκλείπουν από τα κεντρικά σούπερ μάρκετ και οι γονείς αναγκάζονται να πάνε στην άλλη άκρη της πόλης προκειμένου να βρουν αγαθά που χρειάζονται τα παιδιά τους.

 

Κατά την παραμονή μας ακούσαμε κι αυτό: “Τέλος οι πατάτες από τα ράφια. Το Μάρτιο πάλι.”. Το μεγαλύτερο ποσοστό των αγαθών διοχετεύεται στα κρατικά ξενοδοχεία και στα εστιατόρια, που δεν έχουν ελλείψεις. Εκεί πάνε και οι μαύροι αστακοί, που είναι πάμφθηνοι (12 δολάρια σε ένα καλό εστιατόριο), αλλά όχι τόσο γευστικοί όσο της Μεσογείου. Αν κάποιος Κουβανός ψαρέψει έναν αστακό, εννοείται ότι μπορεί να τον απολαύσει με την οικογένειά του. Αν, όμως, τον προμηθευτεί ή επιχειρήσει να τον πουλήσει στη μαύρη αγορά και τον εντοπίσουν, θα έχει πρόβλημα. Οι Κουβανοί, με λίγα λόγια, δεν πεινάνε, αλλά δεν έχουν λεφτά να ξοδέψουν. Γι’ αυτό και όλοι επιχειρούν να πουλήσουν οτιδήποτε στους τουρίστες. Κάποιοι νοικιάζουν νόμιμα τα σπίτια τους, άλλοι εμπορεύονται αναμνηστικά και κάποιοι άλλοι προσφέρονται να σε ξεναγήσουν με τα ταξί τους ή να σου πουλήσουν το κορμί τους.

Για τα ταξί της Αβάνας έχουμε κάνει μια εισαγωγή, αλλά το συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι ανεξάντλητο. Εκτός από τα συμβατικά κίτρινα (και πανάκριβα) ταξί, υπάρχουν ταξί-ποδήλατα για το κέντρο της πόλης, ταξί collectiva, τρίκυκλα ταξί και ταξί αντίκες που ξέμειναν από την οπισθοχώρηση του Μπατίστα.

Ένα άλλο πολύ μεγάλο κεφάλαιο είναι η πορνεία. Ένας αφελής επισκέπτης, από την πρώτη στιγμή που θα πατήσει το πόδι του στην Αβάνα, μπορεί να αισθανθεί ότι είναι ο πιο περιζήτητος άνδρας σ’ ολόκληρη την Κούβα, αφού είναι βέβαιο ότι θα τον πλησιάσουν γυναίκες και γυναίκες. Οι γυναίκες αυτές, όμως, κοστίζουν. Κατά μέσο όρο κοστίζουν από 40 έως 50 CUC τη βραδιά, συν φαγητό, που μπορεί να είναι και με… πειραγμένο κατάλογο (κάθε chica συνεργάζεται με συγκεκριμένα εστιατόρια). Προσοχή, όμως: τη γυναίκα που θα επιλέξεις ή θα σε επιλέξει, δεν μπορείς να την πας στο σπίτι με οικογένεια ή στο ξενοδοχείο που διαμένεις. Μόνο αν έχεις νοικιάσει ολόκληρο σπίτι  μπορείς να κινηθείς όπως γουστάρεις. Διαφορετικά, ο ιδιοκτήτης του casa collectiva κινδυνεύει με αφαίρεση της άδειας και φυλακή – στην Κούβα δεν αστειεύονται. Οι νόμοι τηρούνται. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι τουρίστες νιώθουν ασφαλείς. Κατά την παραμονή μας στο νησί δεν αισθανθήκαμε ποτέ κίνδυνο, όπου κι αν βρεθήκαμε, σε αντίθεση με την Τζαμάικα, την Αϊτή και άλλες χώρες της Καραϊβικής. Παντού υπάρχουν αστυνομικοί και στρατιώτες που εγγυώνται για την ασφάλεια σου, αφού στη νέα Κούβα το δόγμα είναι “πάνω απ όλα ο τουρίστας”.

 

Όλα τα παραπάνω περί πορνείας ισχύουν μόνο στην Αβάνα, αφού έξω από την πρωτεύουσα τα πράγματα είναι ήσυχα και δεν ενοχλεί κανείς κανέναν. Για να κλείσουμε κάπως το συγκεκριμένο κεφάλαιο, πρέπει να (ξανα)πούμε ότι η πορνεία απαγορεύεται και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, αλλά… Είναι χαρακτηριστική η ιστορία που λένε στο νησί: “Ένα βράδυ ο Φιντέλ πέρασε από την παραλία, τη Μαλεκόν, και είδε εκατοντάδες γυναίκες να σουλατσάρουν μόνες ή δυο-δυο. Ρώτησε τι συμβαίνει, αναγκάστηκαν να του εξηγήσουν κι έδωσε διαταγή να συλληφθούν οι … ύποπτες. Περίπου 4000 Κουβανές πέρασαν από τα κρατητήρια εκείνο το βράδυ”. Εννοείται ότι μια εβδομάδα μετά η Μελακόν, η παραλιακή λεωφόρος που έχει θέα προς τη Φλόριντα, ήταν και πάλι γεμάτη.

Ηλιοβασίλεμα στη Μαλεκόν.

 

Η Αβάνα και η Μαλεκόν από ψηλά.

 

Όταν οι Κουβανοί αναφέρονται στον Φιντέλ, δεν εκστομίζουν τ’ όνομα του, αλλά κάνουν μια χαρακτηριστική χειρονομία  περιγράφοντας το μούσι του. Όταν ρωτήσαμε τον ταξιτζή που μας έκανε περιήγηση σε ποιον ανήκει το ξενοδοχείο ‘National’, απάντησε Σε ένα Ισπανό φίλο του…” και έκανε την κίνηση για το μούσι.

-Και το Cuba Libre;

– Σε ένα Μεξικκανό φίλο του…

Στην Αβάνα κυκλοφορεί και το εξής ανέκδοτο για τους μισθούς: “Ο Φιντέλ προσποιείται ότι μας πληρώνει κι εμείς προσποιούμαστε ότι δουλεύουμε”.

Όπως σε κάθε κοινωνία, έτσι και στην κομμουνιστική Κούβα υπάρχουν γειτονιές και γειτονιές. Λαϊκές, αλλά και ελιτίστικες, όπως το Μιραμάρ, όπου μένουν στρατιωτικοί και αξιωματούχοι της κυβέρνησης. Εκεί οι δρόμοι είναι μεγάλοι και καθαροί, τα σπίτια ανακαινισμένες επαύλεις αποικιακού στυλ και τα εστιατόρια πολυτελή. Κάπου εκεί πρέπει να μένει και ο Φιντέλ. Η τοποθεσία που διαμένει είναι μυστική και συχνά-πυκνά αλλάζει κατοικία, αφού αποτελεί στόχο δολοφονικών επιθέσεων από αντεπεναστάτες και από τη CIA. Σε εκείνη την περιοχή υπάρχει και το Museo Nacional del Minnisterio del Interior, που φιλοξενεί έκθεση πειστηρίων των επιθέσεων κατά του Κάστρο.

Στο Μιραμάρ βρίσκεται και το περίφημο πολυτελές μπαρ Τροπικάνα. Οι πελάτες του απολαμβάνουν σόου συνοδεία φαγητού, είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν το επίσημο dress code και να πληρώσουν 100 CUC στην είσοδο.

 

Η διασκέδαση στην Κούβα είναι φτηνή για τους ντόπιους, αφού ένα μπουκάλι Havana Club στοιχίζει μόλις τρία CUC και οι παρέες το μοιράζονται χρησιμοποιώντας το καπάκι. Εν τω μεταξύ, η μουσική υπάρχει παντού στο νησί. Οι Κουβανοί έχουν στο αίμα τους το χορό κι αυτό είναι κάτι που ο επισκέπτης το διαπιστώνει παντού γύρω του: στα μπαρ, στους δρόμους, ακόμα και στις αυλές των ξενοδοχείων. Καθημερινή διασκέδαση είναι και η παραλία – οι παρέες μπαίνουν στη θάλασσα με τις τοπικές μπύρες ανά χείρας.

 

Το καλύτερο πρόγραμμα το παρακολουθήσαμε στο bar ‘Gato Tuarto’ (Ό μονόφθαλμος γάτος’), απέναντι από το ξενοδοχείο Nacional, στο Βεδάδο. Ξεκίνησε με τζαζ, προχώρησε σε όπερα, μετά το ανέλαβε μια εντυπωσιακή Κουβανή τραγουδίστρια στο τέλος άπαντες παραδόθηκαν σε έναν ξέφρενο χορό. Όπως θα δείτε και στο βίντεο που ακολουθεί, όλοι εκέι χορεύουν, από τη σερβιτόρα, ως την 65χρονη  prima ballarina του Τροπικάνα. Εννοείται ότι αξίζει κάποιος να δει και τους Buena Vista  στην έδρα τους.

 

Στο Βεδάδο πωλείται και το παγωτό  ‘Κοπέλλια’. Το όνομά του είναι δανεισμένο από χορογραφία της Αλίθια Αλόνσο, και οι Κουβανοί κάνουν ουρές χιλιομέτρων για να το αγοράσουν.  

Οι μουσικοί που παίζουν στα διάφορα μπαρ και ξενοδοχεία πληρώνονται από το κράτος και  βγάζουν ένα σημαντικό εξτρά εισόδημα από τα φιλοδωρήματα. Εδώ και καιρό, ο μεγαλύτερος εργοδότης στην Κούβα είναι ο τουρίστας. Σε ό,τι αφορά στα πολιτιστικά δρώμενα, στην Αβάνα υπάρχουν πολλά θέατρα, το λαϊκό ‘Casa La Musica’ με καθημερινό πρόγραμμα, αλλά και το Μουσείο Καλών Τεχνών, με πρωτοποριακούς πίνακες ζωγραφικές και πολλές αναφορές στην Επανάσταση και τον Τσε.

 

Τα τρία τέταρτα των κατοίκων του νησιού πιστεύουν σε μια αφροκουβανική θρησκεία, τη σαντερία, που βιώνει νέα άνθιση από το 1980 κι έπειτα, όταν Πολιτεία έγινε πιο επιεικής με τις τελετές και τις σφαγές των πουλερικών. Τη σαντερία την επέβαλαν στην Κούβα οι δούλοι που μεταφέρθηκαν από τη Δυτική Αφρική και παρέμειναν προσκολλημένοι στις πατρογονικές θρησκείες και στις πρακτικές τους. Με τη συνοδεία τριών τυμπάνων (μπατά), οι σαντέρος και οι σαντέρας κάνουν προσφορές ρουμιού, πούρων, φρούτων, λουλουδιών στους προσωπικούς θεούς τους, σε βωμούς που διατηρούν στα σπίτια τους. Στόχος τους, να περιέλθουν σε κατάσταση έκστασης. Φυσικά, όλα αυτά γίνονται σε κλειστό κύκλο.

Η Ελλάδα είναι ψηλά στη συνείδηση του Κουβανού και τα ελληνικά ονόματα (όπως και τα ρώσικα) δίνουν και παίρνουν – χωρίς βέβαια να γνωρίζουν οι περισσότεροι την προέλευσή τους. Συναντήσαμε έναν ταξιτζή που μας δήλωσε φαν του τζουντόκα Ηλιάδη, ένας μπάρμαν μας τραγούδησε την… πιτσιρίκα, ενώ ένας άλλος στο Βαραδέρο μας είπε γελώντας όταν έμαθε ότι είμαστε Έλληνες: “Papandreou. Ηay dinero”.  Λεφτά υπάρχουν…

Στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, δώρο του  Κάστρο στην Ορθοδοξία. Μια απεικόνιση του Φιντέλ να παραδίδει το κλειδί στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο με ελληνική επιγραφή επισημοποιεί την προσφορά,  ενώ δίπλα υπάρχουν κυβόλιθοι από την Κωνσταντινούπολη, το Αρκάδι (έχει αφαιρεθεί), τον Άθω, την Πάτμο, τα Μετέωρα και την Εύβοια.

 

Σε γενικές γραμμές, η ζωή στην Κούβα κυλάει σε αργούς ρυθμούς λόγω ζέστης και υγρασίας, ενώ δεν λείπουν και οι ξαφνικές αλλά σύντομες καταιγίδες.

 

Η ζέστη ‘επηρεάζει’ ακόμα και τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μας στη χώρα, βρεθήκαμε στην πόρτα ενός γραφείου της τουριστικής υπηρεσίας. Η ώρα ήταν τέσσερις το απόγευμα. Μια ταμπέλα δήλωνε ως ωράριο λειτουργία το 10.00-17.30, αλλά το γραφείο ήταν κλειδωμένο. Εντοπίσαμε έναν υπάλληλο που περιφερόταν και του κάναμε νόημα να ανοίξει και μας απάντησε “Κλείσαμε, δεν μπορούμε να δουλέψουμε με τέτοια ζέστη”. Και την επομένη μέρα, που πήγαμε και ζητήσαμε πληροφορίες για ένα ταξίδι στο Βινιάλες και την Σάντα Κλάρα δεν καταφέραμε πολλά. Μας παρέπεμψαν απλά στις ρεσεψιόν των ξενοδοχείων, όπου λειτουργούν τουριστικά γραφεία. Η υγρασία διαβρώνει τα πάντα (το laptop επαναστάτησε και ανοιγόκλεινε κατά βούληση), ενώ οι καταιγίδες φέρνουν μαζί τους διακοπές ρεύματος, καμένες τηλεοράσεις, ψυγεία, πλυντήρια…

Τι άλλαξε, λοιπόν;

Αν ρωτήσεις οποιονδήποτε Κουβανό, θα σου απαντήσει χωρίς δεύτερη σκέψη: “Τίποτα”.

Η επίσκεψη του Μπαράκ Ομπάμα δεν τάραξε πολύ τα ήσυχα νερά της Κούβας. Φτιάχτηκαν μερικά πεζοδρόμια μπροστά στο Καπιτώλιο, μετακινήθηκαν οι πιάτσες των λεωφορείων και των ταξί, βάφτηκαν κάποια κτίρια. Με λίγα λόγια ό,τι θα έπεφτε στο μάτι του Αμερικανού προέδρου καλλωπίστηκε. Πρώτος και καλύτερος, ο δρόμος μπροστά από την αμερικάνικη πρεσβεία. Δεν σβήστηκαν βέβαια τα συνθήματα ‘Πατρίδα η θάνατος’ και ‘Θα νικήσουμε’ που τα βλέπουν καθημερινά όλοι οι υπάλληλοι και ο πρέσβης από τα παράθυρα τους σε έναν τοίχο απέναντι από την πρεσβεία.

Η επίσκεψη, μάλιστα, του Ομπάμα έχει γίνει και αντικείμενο σάτιρας.  Σε αφίσα ενός alternative  εστιατόριο της Αβάνας, υπάρχει η φωτογραφία του, με λεζάντα “Μαμά, τι θέλει αυτός ο νέγρος στα μέρη μας;”.

Αυτό που σίγουρα οδηγεί αργά αλλά σταθερά την Κούβα στην αλλαγή, φαίνεται να είναι το Internet. Συνδέσεις wi-fi υπάρχουν έξω από κεντρικά ξενοδοχείο, όπου μπορείς να αγοράσεις μια ωριαία κάρτα έναντι τιρών CUC. Εναλλακτικά, μπορείς να δώσεις χρήματα σε έναν χάκερ για να σε βάλει στο Διαδίκτυο. Κάποια στιγμή μάλιστα, είδαμε έναν αστυνομικό να πλησιάζει έναν τέτοιο χάκερ. Δεν τον συνέλαβε. Του έδωσε κι αυτός ένα χαρτονόμισμα και αγόρασε Ίντερνετ. Προσκύνημα γίνεται κάθε μέρα στις πιάτσες όπου ‘πωλείται’ η πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Το δωρεάν wi-fi  είναι βασικό αίτημα της σημερινής νεολαίας της Κούβας.

 

Το μοναδικό αντικυβερνητικό σύνθημα που εντοπίσαμε, ήταν γραμμένο σε ένα τοίχο του πανεπιστημίου. Ήταν ένα στένσιλ με τη φιγούρα του ποιητή και εθνικού ήρωα Χοσέ Μαρτί και στο μέρος της καρδιάς ήταν γραμμένη η φράση “We love free wι-fi”.

Αντικυβερνητικές διαδηλώσεις σε μαζική μορφή δεν υπάρχουν. Όταν ο Ομπάμπα μίλησε για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, ο Ραούλ Κάστρο του απάντησε: “Μιλάτε εσείς, που έχετε παράνομα στο έδαφος μας το Γκουαντάναμο;”.

Για την ιστορία, από το 1903 οι Αμερικανοί κρατούν με επ’ αόριστο σύμβαση μια έκταση 116 τετραγωνικών χιλιομέτρων έναντι 4000 δολαρίων το χρόνο. Εκεί λειτουργεί αεροναυτική βάση με 3.300 στρατιωτικούς και δημοσίους υπαλλήλους, κινηματογράφο, γήπεδο γκολφ και το μοναδικό εστιατόριο  McDonald’s στην Κούβα. Ο Κάστρο αρνείται να εισπράξει το μίσθωμα και ζητά την εκκένωση της βάσης που παραχωρήθηκε με την αναθεώρηση του κουβανικού συντάγματος το 1903 και τα τελευταία φιλοξενεί αιχμάλωτους Ταλιμπάν. Εννοείται ότι η περιοχή είναι απαγορευμένη.

Ο Κάστρο, πάντως, άνοιξε δυο φορές τη βαλβίδα ασφαλείας προκειμένοιυ να ξεφορτωθεί τους δυσαρεστημένους – διαφωνούντες. Την πρώτη το 1977, όταν επέτρεψε σε 120.000(ανάμεσά τους και φυλακισμένοι) να φύγουν με κάθε πλωτό μέσο για τη Φλόριντα και τη δεύτερη τον Αύγουστο 1994, μετά από αιματηρές διαδηλώσεις. Τότε, 30.000 μπαλσέρο(άνθρωποι με βάρκες) κατευθύνθηκαν στο αντικρινό Μαϊάμι.

Για την κληρονομιά του Τσε Γκεβάρα στην Κούβα, ο Στέφανος Λεμονίδης έχει κάνει ένα ξεχωριστό οδοιπορικό. Θα το βρεις εδώ.

Ένας από τους γιους του Τσε Γκεβάρα είναι συγγραφέας, και νυμφευμένος με μια ελληνίδα, την Μαριλένα, που είναι ξεναγός στο Versus Travel,  στην παλιά Αβάνα. Εκεί κυκλοφορεί η μοναδική εφημερίδα, η ‘Granma’, που πήρε το όνομα της από το σκάφος που μετέφερε τους επαναστάτες από το Μεξικό στην Κούβα.

Στο νησί λατρεύουν μόνο δυο Δυτικούς. Τον Ερνεστ Χέμινγουεϊ, που έμεινε χρόνια στην Αβάνα, αλλά όταν επικράτησε ο Κάστρο χάρισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας στην Κούβα και έφυγε και τον Τζον Λένον. Στην Αβάνα μια πλατεία που φέρει το όνομά του φιλοξενεί το μπρούτζινο άγαλμα του διάσημου ‘Σκαθαριού’.

 

Τον Χέμινγουεϊ τον είδαμε σε δεκάδες φωτογραφίες στα ξενοδοχεία που τον είχαν φιλοξενήσει κατά καιρούς, ενώ στο αγαπημένο μπαρ του τη ‘Floridita’, η καρέκλα στην οποία καθόταν και απολάμβανε το Daiquiri προστατεύεται με μια αλυσίδα. Ποτέ δεν θα καθίσει εκεί άλλος πελάτης.

Το θρυλικό μπαρ Βρίσκεται δίπλα στο κτίριο του Bacardi, με την περίφημη νυχτερίδα να δεσπόζει στη στέγη του. Σήμερα το κτίριο φιλοξενεί γραφεία, αφού η επιχείρηση εθνικοποιήθηκε από τον Κάστρο και ο ιδιοκτήτης της μετακόμισε στο Πουέρτο Ρίκο, όπου βγάζει πλέον το διάσημο ρούμι. Στην Κούβα παράγεται το Havana και το San Diego.

Υπάρχει, βέβαια, και το ποτό από ζαχαροκάλαμο, που παράγεται με τη σύνθλιψη του κορμού και ονομάζεται  guarapo. Οι ντόπιοι το πίνουν και σκέτο, αλλά η γεύση του βελτιώνεται αισθητά όταν του προσθέσεις λίγο ρούμι.

Πέρα από την Αβάνα

Η ζωή έξω από την πρωτεύουσα είναι τελείως διαφορετική, αφού στην περιφέρεια ο κόσμος καλλιεργεί τα χωράφια του και εκατοντάδες αγελάδες, γουρούνια και αρνιά βόσκουν ανενόχλητα, παρέα με τα δεκάδες άλογα που χρησιμοποιούν οι χωρικοί για τις μεταφορές τους.

Στο Βινιάλες είδαμε ένα θαυμαστό τοπίο που θυμίζει τα δικά μας Μετέωρα, με τα κωνικά υψώματα που ονομάζονται μονγκότες (θημωνιές).

Στο Τρινιντάτ θαυμάσαμε το προστατευμένο από την UNESCO χωριό και στο Σιν Φούεγκος τα γαλλικά θέατρα και νοσοκομεία, αλλά και το κοιμητήριο με είσοδο σαν του Παρθενώνα.

 

Στο Βαραδέρο ήταν βαρετά, αφού εκεί δεν υπάρχουν Κουβανοί (γίνεται διακριτικός έλεγχος όταν περνάς τη γέφυρα), ενώ στο Πλάγια Λάργκο είδαμε τα εκτροφεία των κροκοδείλων. Τα μισά από τα ερπετά που εκτρέφονται εκεί προορίζονται για την κατασκευή δερμάτων και για τροφή, ενώ οι υπόλοιποι κροκόδειλοι αφήνονται ελεύθεροι στο προστατευμένο εθνικό πάρκο της περιοχής.

 

Το περίφημο Βαραδέρο είναι μια λωρίδα άμμου με δεκάδες πολυτελή ξενοδοχεία δίπλα σε μια καταπράσινη θάλασσα της Καραϊβικής, αλλά θυμίζει περισσότερο θέρετρο απόμαχων, παρά Κούβα.

 

 

Προσπαθώντας να αφουγκραστούμε το σφυγμό της σημερινής Κούβας και τη διάθεσή των ανθρώπων της για αλλαγές, παραθέτουμε την εκτίμηση της Μαρί, ξεναγού από το Τρινιντάτ για την μετά Κάστρο εποχή: “Για εμάς, οι κορυφαίοι είναι κατά σειρά ο Σιμόν Μπολιβάρ, ο Χοσέ Μαρτί και ο Φιντέλ Κάστρο. Ο κόσμος εδώ είναι ευτυχισμένος γιατί αρκείται με τα λίγα, έχει όλα τα βασικά, απολαμβάνει την ασφάλεια και την ελευθερία του. Οι μόνοι που αντιδρούν είναι οι νεόπλουτοι, αυτοί που έκαναν λεφτά τα τελευταία χρόνια από τον τουρισμό. Αυτοί πιέζουν να αλλάξει η κατάσταση, αλλά είναι μειοψηφία. Όταν πεθάνουν οι Κάστρο δεν νομίζω ότι θα αλλάξει η κατάσταση, καθώς ήδη ετοιμάζεται η διάδοχη κατάσταση, με έναν νεαρό και προοδευτικό αντιπρόεδρο της κυβέρνησης. Πρόβλημα θα υπάρξει όταν θα επιστρέψουν οι εμιγκρέδες από τη Φλόριντα και θα διεκδικήσουν τα αρχοντικά τους που έγιναν νοσοκομεία και σχολεία. Ο κόσμος, όμως, είναι σε επαγρύπνηση. Δεν θα το επιτρέψουμε και δεν θα γίνει εμφύλιος. Δεν θέλουμε να γίνουμε Αϊτή, δεν θέλουμε να επιστρέψουμε στην εποχή Μπατίστα, όταν ήμασταν αποικία των Αμερικανών. Καλώς έρχονται τώρα δυο φορές την εβδομάδα με κρουαζιερόπλοια, ας σταματήσουν το εμπάργκο για να έρχονται συχνότερα από την πατρίδα τους, κι όχι από το Μεξικό και τον Καναδά και όλα θα πάνε καλά. Το Μαϊάμι, άλλωστε, απέχει μόλις μισή ώρα με το αεροπλάνο”.

Λίγη σημερινή (και αιώνια) Κούβα ακόμα: