Archive Photos/Getty Images/Ideal Image
ΚΟΣΜΟΣ

Η τραγική ιστορία του πιο έξυπνου ανθρώπου στον κόσμο

Η ταμπέλα «παιδί-θαύμα», μαζί με τις πιέσεις των γονιών του, αποδείχθηκαν δίκοπο μαχαίρι και του πρόσφεραν μόνο δόξα με ημερομηνία λήξης.

Ο δείκτης νοημοσύνης του υπολογίζεται μεταξύ 210 και 250 και στην ιστορία έμεινε ως ο πιο έξυπνος -άγνωστος- άνθρωπος στον κόσμο. Για ποιο λόγο, όμως, κάθε φορά που θέλουμε να τονίσουμε την ευφυΐα κάποιου, τον παρομοιάζουμε για τον Albert Einsten και όχι με τον William James Sidis; Η απάντηση είναι απλή: Γιατί έμεινε στην αφάνεια. Από επιλογή. Εκτός από αυτό, πέθανε και σχετικά νέος.

Γεννημένος στη Νέα Υόρκη την 1η Απριλίου 1898 από Ρώσους μετανάστες, ο Sidis μπορούσε να διαβάσει μια εφημερίδα πριν καν κλείσει τα δύο χρόνια ζωής. Οι γονείς του, βέβαια, δεν ήταν συνηθισμένοι άνθρωποι.

Η μητέρα του, Sarah Mandelbaum Sidis, ήταν γιατρός που έλαβε την εκπαίδευσή της από την BUSM (Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βοστόνης) και ο πατέρας του, Boris Sidis, ήταν ένας διάσημος ψυχολόγος. Οι προκλήσεις που αντιμετώπισε ο Sidis στην πορεία, είχαν τις ρίζες τους στις τεράστιες διανοητικές προσδοκίες που του είχαν τεθεί από τότε που κράτησε αυτή την εφημερίδα στα χέρια του.

Η ταμπέλα «παιδί-θαύμα» που τον συνόδευε, μαζί με τις πιέσεις των γονιών του, αποδείχθηκαν δίκοπο μαχαίρι, προσφέροντας δόξα με ημερομηνία λήξης από τη μία πλευρά, και ένα βαρύ ψυχολογικό φορτίο από την άλλη.

To παιδί-θαύμα

Στη βιογραφία του Sidis, The Prodigy, η συγγραφέας Amy Wallace αποκαλύπτει ότι οι γονείς του ήταν εξαιρετικά πιεστικοί και αυτό γιατί το μόνο που ήθελαν, είναι να εστιάζει αποκλειστικά στο πώς θα αποκτήσει γνώσεις. Η μητέρα του, για παράδειγμα, ξόδευε τεράστια χρηματικά ποσά σε βιβλία και χάρτες για να ενθαρρύνει τη μαθησιακή του συμπεριφορά.

Την ίδια στιγμή, ο Boris Sidis επιθυμούσε να δώσει στον γιο του τα τέλεια εργαλεία για να διαμορφώσει τις ικανότητες συλλογισμού του. Συνήθιζε μάλιστα να κάνει συζητήσεις με τον γιο του για την ψυχολογία και διάφορα άλλα προηγμένα θέματα από μικρή ηλικία. Ωστόσο, ο Sidis δεν ήταν χαρούμενος με αυτή την ειδική μεταχείριση.

Όταν ο Sidis έγινε οκτώ ετών, μιλούσε οκτώ γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών, των αγγλικών και των ρωσικών. Αργότερα, δημιούργησε και μια δική του γλώσσα που την ονόμασε Vendergood. Όταν ήταν μόλις εννέα ετών, έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, αλλά υπό τον όρο ότι έπρεπε να περιμένει μέχρι να γίνει 11 ετών για να εγγραφεί επίσημα.

Έτσι, για τα επόμενα δύο χρόνια, ο Sidis σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Tufts, όπου σύμφωνα με πληροφορίες περνούσε τον χρόνο του διορθώνοντας λάθη στα σχολικά βιβλία και χτενίζοντας τη θεωρία της σχετικότητας του Albert Einstein. Αν και σήμερα δεν υπάρχουν βαθμολογίες σχετικά με τη νοημοσύνη του, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία και την ακαδημαϊκή ευφυΐα του Sidis, το IQ του εκτιμάται από ορισμένους ότι είναι κάπου μεταξύ 50 και 100 μονάδων μεγαλύτερο από του Einstein.

Ένας 11χρονος στο Χάρβαρντ

Το 1909, ο 11χρονος William Sidis έγινε ο νεότερος άνθρωπος που φοίτησε στο Χάρβαρντ. Την ίδια χρονιά, ο έκανε μια παρουσίαση για τα τετραδιάστατα σώματα στη Λέσχη Μαθηματικών του πανεπιστημίου. Η κατανόηση του πολύπλοκου θέματος συγκέντρωσε την προσοχή διαφόρων ειδικών. Σε αυτή ηλικία, πάντως, παίζεις παιχνίδια με τους φίλους σου.

Ακούγοντας τον Sidis, ο Αμερικανός φυσικός Daniel F. Comstock, ο οποίος ήταν καθηγητής στο MIT εκείνη την εποχή, είπε: «Προβλέπω ότι ο νεαρός Sidis θα γίνει ένας μεγάλος αστρονομικός μαθηματικός, ο ηγέτης αυτής της επιστήμης στο μέλλον». Δυστυχώς, οι προβλέψεις του Comstock μοιάζουν με αυτές της Baba Vanga. Δεν έπεσε μέσα πουθενά.

Σύμφωνα με τη βιογραφία του, o Sidis αγωνιζόταν να ζήσει μια φυσιολογική ζωή όσο ήταν στο Χάρβαρντ. Συχνά τον πείραζαν και τον κορόιδευαν οι άλλοι φοιτητές και ένιωθε επίσης ενοχλημένος από την κάλυψη των μέσων ενημέρωσης. «Είχε γίνει περίγελος στο Χάρβαρντ, το μόνο που ήθελε ήταν να απομακρυνθεί από τον ακαδημαϊκό χώρο και να γίνει ένας κανονικός εργαζόμενος», γράφει η Wallace.

Μετά την αποφοίτησή του σε ηλικία 16 ετών, ο Sidis παραδέχτηκε σε έναν από τους δημοσιογράφους που τον κυνηγούσαν: «Θέλω να ζήσω την τέλεια ζωή. Ο μόνος τρόπος για να ζήσεις την τέλεια ζωή είναι να τη ζήσεις απομονωμένος. Πάντα μισούσα τα πλήθη».

Η πρώτη του δουλειά και η διαφορετική ζωή

Αφού αποφοίτησε από το Χάρβαρντ, ο Sidis εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο Rice ως βοηθός καθηγητή μαθηματικών. Δίδαξε προπτυχιακούς φοιτητές για ένα χρόνο και έγραψε επίσης ένα βιβλίο για την ευκλείδεια γεωμετρία. Ωστόσο, πολύ σύντομα ο Sidis βαρέθηκε το τμήμα του και την ασεβή συμπεριφορά ορισμένων φοιτητών απέναντί του και επέστρεψε στο Χάρβαρντ για να σπουδάσει νομικά. Έκατσε εκεί για τρία χρόνια, αλλά στη συνέχεια εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο το 1919 για άγνωστους λόγους.

Την ίδια χρονιά συνελήφθη επειδή συμμετείχε σε μια αντιπολεμική συγκέντρωση υπό την ηγεσία κομμουνιστών. Δεδομένου ότι οι δημοσιογράφοι της εποχής ενδιαφέρονταν για εκείνον, η σύλληψή του έγινε πρωτοσέλιδο σε πολλές εφημερίδες. Ο Sidis υπερασπίστηκε τον εαυτό του στη δίκη και καταδικάστηκε σε 18 μήνες φυλάκιση (έξι μήνες για ταραχές και ένα χρόνο για επίθεση εναντίον αστυνομικού). Τελικά, αντί για τη φυλακή, βρέθηκε στο σανατόριο του πατέρα του και αυτό γιατί οι γονείς του χρησιμοποίησαν τις γνωριμίες τους.

Το 1921 αποφυλακίστηκε από το ίδρυμα του πατέρα του και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ζώντας μια ανεξάρτητη ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Αποκήρυξε τις γνώσεις του στα μαθηματικά και έπιασε δουλειά ως λογιστής, χρησιμοποιώντας συχνά ψευδώνυμο και αλλάζοντας δουλειά και πόλη κάθε φορά που κάποιος τον αναγνώριζε.

Έγραψε επίσης βιβλία, μεταξύ άλλων για την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών και ένα για τα εισιτήρια μετεπιβίβασης του τραμ (εντάξει, αυτό είναι κάπως περίεργο). Το 1925 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο για την κοσμολογία στο οποίο προέβλεψε τις μαύρες τρύπες, 14 χρόνια πριν από τον Chandrasekhar.

Ο Sidis κατάφερε να ζήσει χωρίς να τον ενοχλούν οι δημοσιογράφοι μέχρι το 1937, όταν ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο The New Yorker σχετικά με το τι είχε απογίνει, τον επανέφερε στο προσκήνιο. Δυσαρεστημένος με το περιεχόμενο του άρθρου, ο William Sidis κατηγόρησε το περιοδικό The New Yorker για συκοφαντική δυσφήμιση και παραβίαση της ιδιωτικής του ζωής και κατέθεσε μήνυση εναντίον του εντύπου. Κέρδισε την υπόθεση συκοφαντικής δυσφήμισης το 1944, αλλά πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία την ίδια χρονιά. Ήταν μόλις 46.

Οι τεράστιες δυνατότητες των παιδιών που γεννιούνται έξυπνα συχνά συγκρούονται με τις υψηλές προσδοκίες, την προσοχή των μέσων ενημέρωσης και τις κοινωνικές πιέσεις και ο William James Sidis είναι η απόδειξη.