Jim Gray/Keystone/Hulton Archive/Getty Images/Ideal Image
TRUE CRIME

Jack the Stripper: Ο σίριαλ κίλερ που τρομοκράτησε το Λονδίνο και δεν βρέθηκε ποτέ

Δεν ήταν μόνο ο διαβόητος Jack the Ripper που έβαψε με αίμα την πρωτεύουσα της Αγγλίας. Αυτή είναι η ιστορία του Jack the Stripper.

Δυτικό Λονδίνο, 1964

Δεν αντέχω άλλο. Για να μην με ψάχνετε, θα με βρείτε στο γκαράζ.

Ένας άγνωστος δολοφόνος σκορπά τον τρόμο στα δυτικά προάστια του Λονδίνου. Τα θύματά του, γυναίκες που εργάζονται στους δρόμους, βρίσκονται γυμνά κοντά στον Τάμεση ή πεταμένα σε σοκάκια και βιομηχανικές ζώνες. Ο Τύπος, κάνοντας τον αναπόφευκτο παραλληλισμό με τον Jack the Ripper, τον βαφτίζει Jack the Stripper. Η αστυνομία θα στήσει ένα από τα μεγαλύτερα ανθρωποκυνηγητά στην ιστορία της Scotland Yard,

Η ιστορία του Jack ξεκινά στις 17 Ιουνίου 1959, όταν αστυνομικοί που περιπολούν βρίσκουν το πτώμα της 21χρονης Elizabeth Figg στο Duke’s Meadows του Chiswick, στη βόρεια όχθη του Τάμεση. Η Figg είχε στραγγαλιστεί, τα ρούχα της ήταν σκισμένα, ενώ εσώρουχα και παπούτσια είχαν εξαφανιστεί. Δεν ήταν άγνωστη στους αστυνομικούς και τους κατοίκους της περιοχής· για την Αγγλία του 1959, η Elizabeth Figg ήταν μία γυναίκα ελαφρών ηθών, η οποία εκδιδόταν για να βγάλει τα προς το ζειν. Ο θάνατός της δεν θα προκαλέσει ιδιαίτερη αναταραχή στην τοπική κοινωνία. Η βία κατά των γυναικών του δρόμου ήταν κάτι που η αστυνομία του Λονδίνου αντιμετώπιζε με αδιαφορία. Ο θάνατος της Elizabeth ήταν άλλη μία υπόθεση ρουτίνας, η οποία έμελλε, όπως και πολλές άλλες, να ξεχαστεί σύντομα.

Σχεδόν τεσσεράμισι χρόνια αργότερα, στις 8 Νοεμβρίου 1963, η 22χρονη Ουαλή Gwynneth Rees βρίσκεται στραγγαλισμένη και γυμνή σε μία χωματερή κοντά στον Τάμεση. Παρά τις ομοιότητες με την περίπτωση της Figg, η αστυνομία δεν θα συνδέσει ακόμα τις δύο υποθέσεις.

Evening Standard/Hulton Archive/Getty Images/Ideal Image

Τα πράγματα αρχίζουν να ξεφεύγουν στις 2 Φεβρουαρίου 1964. Η 30χρονη Hannah Tailford, κόρη μιας οικογένειας ανθρακωρύχων από τα βορειοδυτικά, βρίσκεται νεκρή κοντά στη γέφυρα του Hammersmith. Κάποιος την είχε στραγγαλίσει και της είχε αφαιρέσει κάμποσα από τα δόντια της, προτού της χώσει το εσώρουχο βαθιά στον λαιμό. Παρόλο που οι συνθήκες του θανάτου της μαρτυρούν για τον κάθε λογικό άνθρωπο εγκληματική ενέργεια, η αστυνομία αρχικά θα υποθέσει πως η Tailford αυτοκτόνησε.

Δύο μήνες αργότερα, στις 8 Απριλίου 1964, η 26χρονη Irene Lockwood βρίσκεται νεκρή στην όχθη του Τάμεση στο Chiswick, κοντά στο σημείο όπου είχε βρεθεί η Tailford. Σύμφωνα με το πόρισμα του ιατροδικαστή, η Lockwood ήταν έγκυος τη στιγμή του θανάτου της. Μόνο τότε η αστυνομία αρχίζει να διακρίνει πως εδώ υπάρχει ένα μοτίβο: κάποιος στραγγαλίζει γυναίκες και, αφού τις γδύνει, τις παρατάει στις όχθες του Τάμεση. Ένας σίριαλ κίλερ κυκλοφορεί ελεύθερος στο δυτικό Λονδίνο, οι εφημερίδες, φυσικά, μυρίζονται την είδηση και βαφτίζουν τον δολοφόνο Jack the Stripper.

Τρεις εβδομάδες μετά, στις 24 Απριλίου, η 22χρονη Helen Barthelemy από τη Σκοτία βρίσκεται νεκρή σε ένα στενό δρομάκι στο Brentford. Ο θάνατός της θα δώσει στους ερευνητές το πρώτο ουσιαστικό στοιχείο της υπόθεσης: ίχνη μπογιάς από πιστόλι βαφής αυτοκινήτων θα βρεθούν πάνω στο δέρμα της. Οι ερευνητές καταλαβαίνουν ότι η βαφή πιθανότατα προέρχεται από τον χώρο εργασίας του δολοφόνου και εικάζουν πως κάποιος, κάπου στο δυτικό Λονδίνο, σκοτώνει γυναίκες, αποθηκεύει τα πτώματά τους σε χώρο κοντά σε συνεργείο βαφής αυτοκινήτων κι έπειτα τα ξεφορτώνεται κοντά στον Τάμεση.

Τρεις μέρες μετά την ανακάλυψη του πτώματος της Barthelemy, ένας 57χρονος φύλακας ονόματι Kenneth Archibald εμφανίζεται στο αστυνομικό τμήμα του Notting Hill και ομολογεί τη δολοφονία της Irene Lockwood, ωστόσο οι αστυνομικοί θα εντοπίσουν ανακρίβειες στην ομολογία του και στη συνέχεια θα την αποσύρει στο δικαστήριο, δηλώνοντας πως ήταν μεθυσμένος όταν ομολόγησε.

Η δράστη του Jack θα συνεχιστεί. Στις 14 Ιουλίου 1964, η 30χρονη Σκοτσέζα Mary Fleming βρίσκεται νεκρή σε δρόμο στο Chiswick. Και πάλι θα βρεθούν ίχνη από βαφή στο σώμα της, ενώ για πρώτη φορά θα υπάρξουν μάρτυρες: γείτονες είχαν ακούσει ένα αυτοκίνητο να κάνει όπισθεν στο δρόμο λίγο πριν ανακαλυφθεί το πτώμα. Ο δολοφόνος γίνεται πιο τολμηρός· πλέον αφήνει τα θύματά του σε δρόμους αντί για τις όχθες του Τάμεση. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, η 21χρονη Frances Brown από το Εδιμβούργο εξαφανίζεται αφού επιβιβάζεται σε ένα αυτοκίνητο. Η φίλη της, Kim Taylor, ήταν μαζί με την Brown όταν η εκδιδόμενη γυναίκα ανέβηκε στο αυτοκίνητο του άνδρα που πιθανότατα τη δολοφόνησε και κατάφερε να δώσει στην αστυνομία μία περιγραφή του υπόπτου και του αυτοκινήτου, το οποίο ήταν πιθανόν ένα Ford Zephyr ή Zodiac. Το πτώμα της Brown θα βρεθεί ένα μήνα αργότερα, στις 25 Νοεμβρίου, σε ένα δρομάκι του Kensington.

Το τελευταίο γνωστό θύμα είναι η 28χρονη Bridget “Bridie” O’Hara, Ιρλανδή μετανάστρια. Βρέθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1965 πίσω από μία αποθήκη στο Heron Trading Estate, του Acton. Και σε αυτή την περίπτωση θα βρεθούν ίχνη βαφής στο σώμα της, μόνο που αυτή τη φορά το σώμα της είχε μουμιοποιηθεί μερικών, κάτι που υποδήλωνε ότι είχε αποθηκευτεί σε ζεστό περιβάλλον. Η αστυνομία βρίσκει ένα ίχνος βαφής που ταιριάζει απόλυτα με αυτά στα σώματα των θυμάτων κάτω από έναν μετασχηματιστή στο πίσω μέρος ενός κτιρίου στο Heron Factory Estate. Ο μετασχηματιστής παρήγαγε θερμότητα, κάτι που εξηγούσε τη μουμιοποίηση του πτώματος. Ακριβώς απέναντι υπήρχε ένα συνεργείο αυτοκινήτων. Η κρυψώνα του δολοφόνου είχε μόλις βρεθεί.

Ο αρχιεπιθεωρητής John Du Rose της Scotland Yard αναλαμβάνει την υπόθεση. Ο Du Rose, που είχε το παρατσούκλι “Four-Day Johnny” λόγω της ταχύτητας με την οποία συνήθως εξιχνίαζε τις υποθέσεις του, θα διπλασιάσει τη δύναμη των αστυνομικών που ερευνούσαν τα εγκλήματα του Jack. 648 δρόμοι ερευνήθηκαν, ανακρίθηκαν 120.000 άτομα, καταγράφηκαν τα στοιχεία 300.000 οχημάτων και 3.100 εγκληματολογικά δείγματα εστάλησαν στα εργαστήρια. Γυναίκες αστυνομικοί μεταμφιέζονται σε εκδιδόμενες, κυκλοφορώντας τη νύχτα στο δυτικό Λονδίνο ως δόλωμα στον δολοφόνο. Ο Du Rose θα ανακοινώσει ψευδώς σε μία συνέντευξη Τύπου πως η αστυνομία έχει περιορίσει τους υπόπτους σε 20 άτομα. Ήταν ένα ψυχολογικό τέχνασμα, σχεδιασμένο να τρομοκρατήσει τον δολοφόνο και μπορεί να λειτούργησε: μετά την αρχική συνέντευξη Τύπου, δεν σημειώθηκε κανένα άλλο χτύπημα.

Αλλά ποιος ήταν ο δράστης;

Ο βασικός ύποπτος του Du Rose ήταν ένας Σκοτσέζος φύλακας ασφαλείας ονόματι Mungo Ireland. Ο Ireland είχε θεωρηθεί ύποπτος μετά τη δολοφονία της O’Hara, όταν τα ίχνη βαφής οδήγησαν στο Heron Trading Estate, όπου εργαζόταν ως φύλακας. Λίγο αργότερα, ο Ireland αυτοκτόνησε, αφήνοντας στη γυναίκα του ένα σημείωμα, στο οποίο έγραφε: «Δεν αντέχω άλλο. Για να μην με ψάχνετε, θα με βρείτε στο γκαράζ». Να ήταν, άραγε μία ομολογία ενοχής; Ή απλά η πίεση της έρευνας είχε καταβάλλει έναν αθώο, οδηγώντας τον στην αυτοκτονία; Πρόσφατες έρευνες υποδεικνύουν ότι ο Ireland βρισκόταν στη Σκοτία για δουλειά όταν δολοφονήθηκε η O’Hara.

Ο Ireland δεν ήταν ο μοναδικός ύποπτος. Ο πρώην πρωταθλητής ημιβαρέων βαρών στην πυγμαχία Freddie Mills κατηγορήθηκε δημόσια, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν ουσιαστικές αποδείξεις. Ο συγγραφέας David Seabrook, στο βιβλίο του Jack of Jumps (2006), ανέφερε ότι ένας πρώην αστυνομικός ήταν ύποπτος κατά τη γνώμη αρκετών ανώτερων ερευνητών. Στο βιβλίο The Survivor (2002), οι Jimmy Evans και Martin Short ισχυρίστηκαν ότι ο ένοχος ήταν ο επιθεωρητής Tommy Butler της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, ο οποίος πέθανε το 1970.

Ο πιο πρόσφατος και ίσως πιο ενδιαφέρων ύποπτος, ωστόσο, είναι ο Harold Jones. Ο Jones είχε δολοφονήσει δύο κορίτσια στο Abertillery της Ουαλίας το 1921, σε ηλικία 15 ετών. Λόγω της ηλικίας του δεν καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά σε ισόβια. Αποφυλακίστηκε το 1941 και μέχρι το 1947 ζούσε στο Fulham, στο δυτικό Λονδίνο. Ο καθηγητής εγκληματολογίας David Wilson παρουσίασε τα στοιχεία εναντίον του Jones σε ντοκιμαντέρ του BBC με τίτλο Dark Son: The Hunt for a Serial Killer. Το μοτίβο ταιριάζει: οι επιθέσεις του Jones παρουσίαζαν ακραία βία χωρίς όμως σεξουαλική κακοποίηση και συνήθιζε να αποθηκεύει τα πτώματα πριν τα απορρίψει στη συνέχεια. Τα στοιχεία, ωστόσο, ήταν περιστασιακά ο Jones πέθανε στο Hammersmith το 1971 δίχως να κατηγορηθεί ποτέ.

Παρά τη μεγάλη κάλυψη από τα ΜΜΕ και τους τεράστιους πόρους που η Scotland Yard διέθεσε για την εξιχνίαση της υπόθεσης, η ταυτότητα του Jack παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστη. Τα εγκληματολογικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν τότε πιθανότατα έχουν καταστραφεί ή χαθεί και οι φάκελοι της υπόθεσης, που φυλάσσονται στα Εθνικά Αρχεία στο Kew, θα παραμείνουν απόρρητοι για τα επόμενα 100 χρόνια.

Έξι γυναίκες (κατά άλλους οχτώ) έχασαν τη ζωή τους. Hannah Tailford, Irene Lockwood, Helen Barthelemy, Mary Fleming, Frances Brown, Bridget O’Hara. Και πριν από αυτές, ίσως οι Elizabeth Figg και Gwynneth Rees. Οι περισσότεροι αρκέστηκαν να τις χαρακτηρίσουν απλά πόρνες που «πήγαιναν γυρεύοντας» και να γυρίσουν σελίδα. Κανείς δεν σκέφτηκε πως ήταν νέες γυναίκες που έκαναν ό,τι μπορούσαν, κάτω από ζοφερές συνθήκες, σε ένα Λονδίνο που ακόμη δεν είχε συνέλθει από τον Δεύτερο Παγκόσμιο.

Ο δολοφόνος τους δεν συνελήφθη ποτέ. Ίσως το όνομα του δράστη να βρίσκεται σε κάποιο από τα πολυσέλιδα αρχεία της υπόθεσης. Δεδομένου πως θα παραμείνουν κλειστά για τα επόμενα 100 χρόνια, μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.