Ο λόγος που η ώρα έχει 60 λεπτά έρχεται από την αρχαιότητα
Μια μυστηριώδης απόφαση που ελήφθη πριν από 5.000 χρόνια οδήγησε άμεσα στον τρόπο με τον οποίο μετράμε ακόμα και σήμερα τον χρόνο.
- 26 ΜΑΡ 2026
Υπάρχουν ημέρες που παρακαλάς να διαρκούσαν 30 ώρες παραδείγματος χάριν. Και που και να τις είχες αυτές τις ώρες, πάλι κάτι θα συνέβαινε και δεν θα προλάβαινες να χωρέσεις στο ήδη βαρύ πρόγραμμά σου μια ακόμα δουλειά/υποχρέωση/δραστηριότητα. Φυσικά, εξαιρούνται εκείνες οι μέρες που ο χρόνος «σταματά», γιατί περνάς τόσο καλά και θα ήθελες ό,τι ωραίο ζεις να διαρκέσει λίγο παραπάνω.
Μιλάω για τις άλλες μέρες, εκείνες που κοιτάς το ρολόι και νιώθεις τον χρόνο να σε κυνηγάει, εκείνες που τρέχοντας να προλάβεις ξέχασες κάτι από τη βιασύνη σου, ή εκείνες που θυσίασες κάτι για να κερδίσεις λίγα λεπτά παραπάνω κάπου αλλού.
Αγχώθηκες ε; Πολλές φορές, αν όχι τις περισσότερες, η καθημερινότητα μοιάζει κάτι μεταξύ καταδίωξης και αγώνα δρόμου. Κι όσο μετράμε, κυνηγάμε και χωρίζουμε τη μέρα μας, δεν σκεφτόμαστε τι ακριβώς μετράμε, κυνηγάμε και χωρίζουμε. Και κυρίως: ποιος αποφάσισε ότι αυτή η μία ώρα θα έχει 60 λεπτά;
Τον Οκτώβριο του 1793, η νεοσύστατη Γαλλική Δημοκρατία ξεκίνησε ένα καταδικασμένο σε αποτυχία πείραμα: Αποφάσισε να αλλάξει την ώρα.
Η ημέρα θα χωριζόταν πλέον σε 10 ώρες και όχι σε 24. Κάθε ώρα θα είχε 100 «δέκατα λεπτά» (décimales), τα οποία με τη σειρά τους θα αποτελούνταν από 100 «δέκατα δευτερόλεπτα» (secondes décimales).
Το σύστημα μέτρησης του χρόνου ήταν μέρος ενός ευρύτερου επαναστατικού ημερολογίου που αποσκοπούσε στην εξορθολογισμό (και την αποχριστιανοποίηση) της δομής των ετών, συμπεριλαμβανομένης μιας νέας εβδομάδας 10 ημερών. Σύντομα ξεκίνησαν οι εργασίες για τη μετατροπή των υφιστάμενων ρολογιών στο δεκαδικό σύστημα. Τα δημαρχεία εγκατέστησαν δεκαδικά ρολόγια και οι επίσημες δραστηριότητες καταγράφονταν χρησιμοποιώντας το νέο ημερολόγιο.
Ο επανασχεδιασμός και η προσαρμογή των υφιστάμενων ρολογιών αποδείχθηκαν μία εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Το σύστημα απομόνωσε τη Γαλλία από τις γειτονικές χώρες, ενώ ο αγροτικός πληθυσμός αντιδρούσε εντονότατα στο γεγονός ότι η ημέρα ανάπαυσης γινόταν μόνο κάθε δέκα ημέρες. Τελικά, η δεκαδική ώρα διήρκεσε μόλις λίγο περισσότερο από ένα χρόνο στη Γαλλία.
Για να κατανοήσουμε πώς ξεκινήσαμε να μετράμε, και εξακολουθούμε να μετράμε μέχρι σήμερα, 24 ώρες την ημέρα, 60 λεπτά την ώρα και 60 δευτερόλεπτα το λεπτό, πρέπει να γυρίσουμε το ρολόι πίσω σε μια εποχή πριν από την αυγή της χρονομέτρησης.
Εκεί συναντάμε τους Σουμέριους, έναν λαό που έζησε στη Μεσοποταμία από το 5300 έως το 1940 π.Χ. περίπου και ένας από τους πρώτους πολιτισμούς που δημιούργησαν πόλεις. Εκτός από πολλές άλλες εφευρέσεις, όπως η άρδευση και το άροτρο, τους αποδίδεται η δημιουργία του πρώτου γνωστού συστήματος γραφής. Αυτό περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, ένα αριθμητικό σύστημα βασισμένο στην έννοια του 60.
Ας παίξουμε κάτι: Κοίτα την παλάμη του χεριού σου και ξεκίνα να μετράς όλες τις αρθρώσεις στα δάχτυλα του ενός χεριού (εκτός από τον αντίχειρα). Θα φτάσεις στο 12. Τώρα, κάθε φορά που ολοκληρώνεις ένα «σετ» των 12, μετράς μία μονάδα με ένα δάχτυλο του άλλου χεριού και ξεκινάς πάλι από την αρχή. Όταν χρησιμοποιήσεις και τα πέντε δάχτυλα του δεύτερου χεριού, έχεις μόλις μετρήσει μέχρι το 60.
Αυτή είναι μία από τις θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν γιατί οι Σουμέριοι δεν βασίστηκαν στον αριθμό 10, αλλά στο 60 για να χτίσουν το μαθηματικό τους σύστημα – μια επιλογή που, χιλιάδες χρόνια μετά, εξακολουθεί να καθορίζει τον τρόπο που μετράμε τον χρόνο.
Άρχισαν να χρησιμοποιούν μικρές πήλινες πινακίδες, συχνά στο μέγεθος ενός smartphone ή μικρότερες, για να καταγράφουν αριθμούς, χαράζοντας τις λεπτομέρειες στον μαλακό πηλό. Σύντομα ακολούθησαν και άλλες εικονογραφικές σημειώσεις, που εξελίχθηκαν στο περίφημο σφηνοειδές κείμενο των Σουμέριων.
Η ανακάλυψη των πήλινων πινακίδων στα μέσα του 19ου αιώνα έδειξε πως οι Σουμέριοι χρησιμοποιούσαν μια ολόκληρη σειρά αριθμητικών συστημάτων, όμως το πιο διαδεδομένο για τα μαθηματικά – και, κατά συνέπεια, για την αστρονομία και τη μέτρηση του χρόνου – έγινε γρήγορα το λεγόμενο εξηνταδικό σύστημα.
Οι Σουμέριοι χρησιμοποιούσαν το 60 με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που χρησιμοποιούμε σήμερα το 10. Όταν φτάνουμε στο εννέα, μετακινούμαστε μια θέση προς τα αριστερά, γράφουμε ένα «1» και προσθέτουμε ένα «0» στα δεξιά, εξηγεί η Erica Meszaros, η οποία πρόσφατα ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στην ιστορία των θετικών επιστημών και της αρχαιότητας στο Πανεπιστήμιο Μπράουν των ΗΠΑ. «[Είναι το] ίδιο με το εξηνταδικό σύστημα: φτάνουν μέχρι το 59 και αντί να έχουν έναν αριθμό μεγαλύτερο από το 59, απλώς χρησιμοποιούν ένα 1, αλλά μια θέση πιο πέρα».
Παρά τη θεωρία της μέτρησης με τα δάχτυλα που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν είναι σαφές γιατί οι Σουμέριοι επέλεξαν ένα εξηνταδικό σύστημα. «Δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για την προέλευση του αριθμού 60», λέει ο Monroe, ενώ παράλληλα ορισμένοι μελετητές έχουν υποθέσει ότι το εξηνταδικό σύστημα ενδέχεται να προϋπήρχε των Σουμέριων.
Η ευκολία χρήσης του, ωστόσο, είναι προφανής. Το εξήντα μπορεί να διαιρεθεί με το ένα, το δύο, το τρία, το τέσσερα, το πέντε, το έξι, το δέκα, το δώδεκα, το δεκαπέντε, το είκοσι, το τριάντα και το εξήντα, χωρίς να χρειάζονται κλάσματα ή δεκαδικοί. Αν το συγκρίνουμε με το δέκα, το οποίο μπορεί να διαιρεθεί μόνο με το ένα, το δύο, το πέντε και το δέκα, τα πλεονεκτήματά του αρχίζουν να γίνονται σαφή.
Η προέλευση του χρόνου
Αν υποθέσουμε πως βγάλαμε άκρη με το 10 και το 60, δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι Σουμέριοι χρησιμοποιούσαν την έννοια του χρόνου, αν και η μέτρησή του πιθανότατα υπήρχε στην περιοχή πριν από την πρώτη τεκμηριωμένη χρήση ηλιακών ρολογιών και υδραυλικών ρολογιών από τους Βαβυλώνιους γύρω στο 1000 π.Χ., αναφέρει ο Monroe.
Ο πρώτος πολιτισμός που είναι γνωστό ότι χώριζε την ημέρα σε ώρες ήταν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, αναφέρει η Rita Gautschy, αρχαιοαστρονόμος στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας στην Ελβετία, και αυτό αποτυπώνεται σε θρησκευτικά κείμενα που χρονολογούνται γύρω στο 2500 π.Χ. Τα πρώτα γνωστά αντικείμενα που σχετίζονται με τις ώρες αναφέρονταν αρχικά στις 12 ώρες της νύχτας: αυτά ήταν διαγώνια αστρικά ρολόγια που βρέθηκαν στο εσωτερικό καπάκι των φέρετρων ευγενών Αιγυπτίων από το 2100 έως το 1800 π.Χ. περίπου, λέει η Gautschy.
Δεν είναι σίγουρο για ποιο λόγο ακριβώς οι Αιγύπτιοι επέλεξαν τη διαίρεση σε 12 μέρη – κάτι που τελικά οδήγησε στις 24 ώρες της ημέρας. Οι Αιγύπτιοι είχαν έναν ζωδιακό κύκλο 12 αστερισμών, αλλά αυτό πιθανότατα εισήχθη μετά τις πρώτες αναφορές στις 12 ώρες. Μια άλλη πιθανότητα είναι η μέτρηση μέχρι το 12 χρησιμοποιώντας τις αρθρώσεις και τα δάχτυλα του ενός χεριού. Ορισμένοι ειδικοί πιστεύουν ότι μπορεί να οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο η επιλογή τους για μια εβδομάδα 10 ημερών τέμνεται με την ορατότητα ορισμένων αστεριών.
Η εμφάνιση των λεπτών και των δευτερολέπτων
Στο μεταξύ, οι Βαβυλώνιοι είχαν επίσης αναπτύξει τη χρήση των ωρών. Τελικά, θα ήταν οι πρώτοι που θα χώριζαν την ώρα σε πολύ μικρότερες μονάδες – αν και όχι για λόγους χρονομέτρησης.
Έχοντας υιοθετήσει εκτός από τη σφηνοειδή γραφή και το εξηκονταδικό σύστημα από τους Σουμέριους, οι Βαβυλώνιοι, γύρω στο 1000 π.Χ., είχαν ήδη διαμορφώσει ένα ημερολόγιο βασισμένο στον χρόνο που χρειάζεται ο Ήλιος για να επιστρέψει στο ίδιο σημείο στον ουρανό, δηλαδή λίγο πάνω από 360 ημέρες. Ένας αριθμός που «κούμπωνε» ιδανικά με το σύστημά τους: 12 μήνες των 30 ημερών, σε αρμονία και με τον κύκλο της Σελήνης.
Στην καθημερινότητα, χώριζαν μέρα και νύχτα σε 12 «εποχικές ώρες», οι οποίες όμως δεν ήταν σταθερές και άλλαζαν ανάλογα με το πόσο διαρκούσε η μέρα και η νύχτα μέσα στο έτος. Για πρακτικούς λόγους δεν υπήρχε ανάγκη να τις διασπάσουν περισσότερο. Όταν όμως μπήκε στη μέση η αστρονομία, τα πράγματα έγιναν πιο λεπτομερή: η μέρα χωρίστηκε σε 12 “beru” (περίπου δίωρα), τα οποία διασπάστηκαν σε 30 “ush” (κάτι σαν 4λεπτα) και αυτά με τη σειρά τους σε 60 “ninda” (περίπου 4 δευτερόλεπτα). Όχι γιατί τους ένοιαζε να ξέρουν τι ώρα είναι, αλλά γιατί έπρεπε να μετρήσουν με ακρίβεια την κίνηση των ουράνιων σωμάτων.
Αυτό το σύστημα πέρασε σχεδόν αυτούσιο στους αρχαίους Έλληνες, μέσα από το «χωνευτήρι» της ελληνιστικής εποχής, και από εκεί ταξίδεψε στους αιώνες. Για πολύ καιρό, όμως, έμενε θεωρητικό: ακόμα και όταν υπήρχαν κλεψύδρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα δεν είχαν πρακτική σημασία στην καθημερινότητα.
Η πραγματική αλλαγή ήρθε μόλις πριν από λίγους αιώνες, όταν οι συσκευές μέτρησης του χρόνου έγιναν αρκετά ακριβείς ώστε να μετράμε λεπτά και δευτερόλεπτα στην καθημερινή ζωή. Στον 20ό αιώνα, τα ατομικά ρολόγια έδωσαν στο δευτερόλεπτο έναν απόλυτα ακριβή ορισμό, βασισμένο στα άτομα και όχι στον Ήλιο, και σήμερα ρυθμίζουν τα πάντα, από το GPS μέχρι το ίντερνετ.
Το ενδιαφέρον είναι ότι όλο αυτό το σύστημα δεν είναι «φυσικός νόμος». Είναι μια ανθρώπινη κατασκευή, αποτέλεσμα επιλογών, συμπτώσεων και πρακτικών αναγκών που απλώς… έμεινε. Ακόμα κι όταν επιχειρήθηκε να αλλάξει – όπως με τη δεκαδική ώρα στη Γαλλία του 18ου αιώνα – απέτυχε παταγωδώς. Κράτησε μάλιστα μόλις 17 μήνες.
Με άλλα λόγια: το 60 δεν επικράτησε επειδή ήταν τέλειο. Επικράτησε επειδή ήταν αρκετά καλό – και γιατί, κάποια στιγμή, ήταν ήδη παντού.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.