UNSPLASH
ΙΣΤΟΡΙΑ

Οι πρώτοι influencers του κόσμου ήταν γένους γαλλικού

Πολύ πριν το like, το subscribe και τα giveaways, ένας Παριζιάνος ξεκίνησε την φάση σε αυτό που λέμε σήμερα influencing. Και το όνομα αυτού, Grimod de la Reynière.

Το 1806, ο Παριζιάνος γαστρονόμος Grimod de la Reynière είχε μια ιδέα. Εξέδωσε το Journal des Gourmands et des Belles, περιοδικό με ένα γεμάτο μενού, από tips για φαγητό μέχρι θέατρα και μόδα. Με λίγα λόγια, lifestyle πριν το lifestyle.

Ο εκδότης ήταν ήδη γνωστός για το Almanach des Gourmands (1803-1812), θεμελιώδες κείμενο της γαστρονομικής κριτικής και πρώτος οδηγός εστιατορίων στην ιστορία.

Γαστρονομικοί οδηγοί και εμπορικές εφημερίδες μπορεί να υπαγόρευαν το σαβουάρ βιβρ πολύ πριν την Γαλλική Επανάσταση του 1789, αλλά η πραγματική αλλαγή που ακολούθησε μετά την εξέγερση του γαλλικού λαού, φυσικά και δεν θα στεκόταν εκεί.

Τα έργα του Παλαιού Καθεστώτος (Ancien Régime) μπορεί να απευθύνονταν κυρίως σε αναγνώστες που γνώριζαν ήδη τη θέση τους στην κοινωνία και έπρεπε απλώς να μάθουν να συμπεριφέρονται με συγκεκριμένο τρόπο για να εξασφαλίσουν μια θέση στην κοινωνική ιεραρχία, οι μετεπαναστατικοί οδηγοί ήταν προσαρμοσμένοι σε αναγνώστες με αβέβαιο κοινωνικό στάτους. 

Το βασικό ερώτημα δεν ήταν το «πώς συμπεριφέρομαι σωστά στην κοινωνία;» αλλά το «πώς εντάσσομαι σε αυτήν;».

Το περιεχόμενο λοιπόν των μετεπαναστατικών «influencers» του lifestyle αντανακλά την κοινωνική, επαγγελματική, ακόμη και τη φυσική κινητικότητα (λόγω εξορίας, επιστροφής ή εκτοπισμού) μιας εποχής που γεννήθηκε από την Επανάσταση, σε αντίθεση με την ακαμψία του Παλαιού Καθεστώτος.

Ο ίδιος ο Grimod de la Reynière υπήρξε δικηγόρος, στη συνέχεια κριτικός θεάτρου, έπειτα ιδιοκτήτης ντελικατέσεν, πριν αναγεννηθεί ως συγγραφέας γαστρονομίας.

Ο δημοσιογράφος και εκδότης Pierre de La Mésangère ήταν πρώην ιερέας που έγινε διευθυντής του Journal des Dames et des Modes (1797-1831), του μακροβιότερου περιοδικού μόδας εκείνης της περιόδου.

Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, η Madame Campan, η οποία υπήρξε η πρώτη κυρία επί των τιμών της Μαρίας Αντουανέτας, ίδρυσε ένα ελίτ οικοτροφείο θηλέων στα περίχωρα του Παρισιού, στο Saint-Germain-en-Laye, όπου οι κόρες της νέας και της παλιάς ελίτ εκπαιδεύονταν μαζί στην αριστοκρατική εθιμοτυπία.

Οι Γάλλοι δεν βγάζουν γούστα, τα διαμορφώνουν

Στη μετεπαναστατική Γαλλία, ένα εκκεντρικό μείγμα προσωπικοτήτων ενώθηκε κάτω από μία κοινή φιλοδοξία. Να μεταφέρουν τους πολιτισμικούς κώδικες του Παλαιού Καθεστώτος σε έναν κόσμο όπου η τράπουλα είχε ανακατευτεί ξανά, και όπου το γούστο και ο υλικός πολιτισμός (δηλαδή τα αντικείμενα και το σύστημα νοήματος που τα συνόδευε, ο τρόπος που επιλέγονταν, παρουσιάζονταν και ερμηνεύονταν από τους άλλους) ήταν, περισσότερο από ποτέ, κοινωνικά καθοριστικά.

Το επίσημο γούστο βρήκε επίσης τους δικούς του κριτές: τους διορισμένους από τον Ναπολέοντα αρχιτέκτονες Charles Percier και Pierre François Léonard Fontaine, των οποίων το έργο Recueil de décorations intérieures κωδικοποίησε το στυλ της Αυτοκρατορίας (Empire style) για όποιον διέθετε τα μέσα να το υιοθετήσει.

Έξω το παλιό, μέσα οι σύζυγοι των χρηματιστών

Όσον αφορά την ηγεσία της γυναικείας μόδας, αυτή άλλαξε χέρια ολοκληρωτικά. Πριν από την Επανάσταση, το «κατεστημένο» της μόδας στη Γαλλία αποτελούνταν από βασιλικές συζύγους ή βασιλικές ερωμένες, από τη Madame de Pompadour έως τη Μαρία Αντουανέτα. Μετά το 1789, η επιρροή μετατοπίστηκε στις προβεβλημένες συζύγους τραπεζιτών και χρηματιστών, σε κοσμικές κυρίες όπως η Juliette Récamier, η Thérésa Tallien και η Fortunée Hamelin, των οποίων η διακόσμηση των σπιτιών και το ντύσιμο δεν περνούσαν απαρατήρητα από τον τύπο.

Η κυρία Hamelin, λιγότερο γνωστή από τις τρεις, συγκαταλεγόταν στις Merveilleuses («Θαυμάσιες»), μια ομάδα γυναικών με μεγάλη επιρροή, των οποίων το εξωφρενικό, νεοκλασικό στυλ ντυσίματος καθόρισε τα χρόνια του Διευθυντηρίου (Directoire). Τα χτενίσματα και οι χιτώνες της Hamelin αντιγράφονταν ευρέως, και το σαλόνι της στο Hôtel de Bourrienne ήταν ένα από τα πιο λαμπερά στο μετεπαναστατικό Παρίσι.

Για αυτούς τους διαμορφωτές του γούστου, η καλαισθησία δεν ήταν ποτέ ζήτημα μεμονωμένων επιλογών αλλά ένας ολόκληρος τρόπος ζωής, που περιλάμβανε τα πάντα, από το φαγητό μέχρι τις ταπετσαρίες και τα σεμεδάκια, με μεγάλη τους φιλοδοξία να διαμορφώσουν το γούστο συνολικά.

Εντωμεταξύ, στην άλλη πλευρά της Μάγχης


Φυσικά, παρόμοιοι οδηγοί υπήρχαν και αλλού. Στη Βρετανία, όπου η Βιομηχανική Επανάσταση αναδιαμόρφωνε την κοινωνία ήδη για αρκετές δεκαετίες, είχαν εμφανιστεί ανάλογες προσωπικότητες. Ο
Josiah Wedgwood επεδίωξε τη βασιλική υποστήριξη και εκπαίδευσε μια ανερχόμενη μεσαία τάξη στο νεοκλασικό γούστο, μετατρέποντας τη βιομηχανική παραγωγή σε πολιτισμικό κύρος.

Ο Άγγλος κοσμικός Beau Brummell (1778-1840), παρότι δεν γεννήθηκε ούτε ευγενής ούτε πλούσιος, κατάφερε να κάνει τον Πρίγκιπα της Ουαλίας να υποκλιθεί στην κρίση του για το κόψιμο ενός πέτου.

Η Emma Hamilton, γεννημένη ως Amy Lyon το 1765, στην οικογένεια ενός σιδερά στο Cheshire, έγινε μία από τις γυναίκες με τους περισσότερους «followers» στην Ευρώπη, με την εικόνα της να διαδίδεται μέσα από τα πορτρέτα του Romney, όπως ακριβώς συνέβη και με την εικόνα της Juliette Récamier χάρη στον Γάλλο νεοκλασικό ζωγράφο Jacques-Louis David. Η κοινωνική εξουσία δεν χτιζόταν πλέον πάνω στην καταγωγή, αλλά στο προσωπικό χάρισμα και στην οπτική κουλτούρα της εποχής.

Ανάγκη για ένα κοινό χάρτη


Αυτό που διαφοροποιούσε τη γαλλική περίπτωση δεν ήταν η ύπαρξη αυτών των προσώπων, αλλά οι συνθήκες που τα γέννησαν. Ο Ναπολέων ενθάρρυνε ενεργά την αναβίωση του εμπορίου ειδών πολυτελείας, μετάξι, έπιπλα, κοσμήματα, πορσελάνη, τόσο ως οικονομική πολιτική όσο και ως μέσο πολιτικής νομιμοποίησης.

Από το 1808, η δημιουργία μιας αυτοκρατορικής ευγένειας θεσμοθέτησε στη συνέχεια την άνοδο μιας νέας ελίτ. Δημόσιοι λειτουργοί και αξιωματικοί του στρατού που είχαν ανελιχθεί μέσα από την Επανάσταση κατείχαν πλέον τίτλους χωρίς την πολιτισμική κληρονομιά που παραδοσιακά τους συνόδευε. 

Ακόμα κι αν ήσουν δούκας, έπρεπε κάποιος να σου υποδείξει πώς να στρώσεις το τραπέζι και πώς να φιλοξενήσεις τους καλεσμένους σου.

Στη Βρετανία, η κοινωνική αλλαγή υπήρξε σταδιακή. Οι νέες βιομηχανικές περιουσίες και η ανερχόμενη στρατιωτική ελίτ εντάχθηκαν στην παλιά αριστοκρατία χωρίς να την εκτοπίσουν. Η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων απορρόφησε τους νεοφερμένους της.

Στη Γαλλία, από την άλλη πλευρά, η Επανάσταση είχε κάνει κάτι πολύ πιο ανατρεπτικό. Παρατηρήθηκε μια εκτεταμένη ανασύνθεση του κοινωνικού κόσμου, στην οποία δημόσιοι λειτουργοί, στρατιωτικοί, νεόπλουτοι και παλαιοί ευγενείς που επέστρεφαν, βρίσκονταν να συνυπάρχουν στα ίδια δωμάτια, σαλόνια ή χορούς, για παράδειγμα, χωρίς έναν κοινό χάρτη.

Αυτό ήταν που έκανε τον μετεπαναστατικό διαμορφωτή γούστου μια κατ’ εξοχήν γαλλική εφεύρεση, η οποία δεν ήταν απλώς ένας οδηγός για μια κοινωνία σε κίνηση, αλλά μια γέφυρα για να μάθει κανείς να μιλά την πρώτη κοινή πολιτισμική γλώσσα της Γαλλίας.

Στο ρεζουμέ, αν θεωρούμε ότι το influencing αποτελεί ένα αποκλειστικά σύγχρονο φαινόμενο, μάλλον γελιόμαστε. Αν ζούσε ο Grimod de la Reynière, θα μας έλεγε να κάνουμε like & subscribe στο κανάλι του.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.