Πόσο κοστίζει τελικά η single ζωή;
Το να ζεις μόνος στην Ελλάδα γίνεται όλο και πιο δύσκολο, καθώς ενοίκια, λογαριασμοί και καθημερινά έξοδα επιβαρύνουν δυσανάλογα τον προϋπολογισμό των singles, επηρεάζοντας ακόμη και τις προσωπικές τους επιλογές.
- 17 ΟΚΤ 2026
«Ρε γαμώτο μου, ήρθε 110 ευρώ το ρεύμα», ακούστηκε κάποια στιγμή από συνάδελφο στο γραφείο. Ένας άλλος συνάδελφος απάντησε ότι και ο δικός του λογαριασμός ρεύματος ήρθε περίπου στα ίδια χρήματα. Η μόνη διαφορά; Ο ένας είναι single, ενώ ο άλλος μοιράζεται τα έξοδα με το έτερον ήμισυ.
«Το να ζει κανείς μόνος στην Ελλάδα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ξοδεύει συνολικά περισσότερα από ένα ζευγάρι. Σημαίνει, όμως, ότι καλείται να καλύψει σχεδόν εξ ολοκλήρου μόνος του έξοδα που δύο άνθρωποι μπορούν να μοιραστούν. Το ενοίκιο, οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος και θέρμανσης, τα κοινόχρηστα, το διαδίκτυο και αρκετές βασικές ανάγκες επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό ενός μονοπρόσωπου νοικοκυριού, χωρίς να υπάρχει δεύτερο εισόδημα για να μοιραστεί το κόστος», εξηγεί ο οικονομικός συντάκτης του News247, Γιώργος Αλεξάκης.
Όπως αναφέρει, σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών του 2025, η μέση ετήσια δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για αγορές αγαθών και υπηρεσιών ανήλθε σε 21.842,40 ευρώ, δηλαδή 1.820,20 ευρώ τον μήνα, καταγράφοντας αύξηση 5,5% σε σχέση με το 2024. Η μέση ετήσια δαπάνη ανά άτομο διαμορφώθηκε σε 9.225,12 ευρώ, αυξημένη κατά 484,92 ευρώ σε ετήσια βάση. Πρόκειται, ωστόσο, για μέσους όρους που αφορούν το σύνολο των νοικοκυριών και δεν αποτυπώνουν αυτομάτως τις ανάγκες ενός ανθρώπου που ζει μόνος.
Μάλιστα, προσθέτει ότι το πραγματικό πρόβλημα για όσους ζουν μόνοι εντοπίζεται κυρίως στην αδυναμία επιμερισμού των πάγιων εξόδων. Ένα ζευγάρι που κατοικεί στο ίδιο διαμέρισμα δεν χρειάζεται να πληρώνει δύο ενοίκια ή δύο λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Μπορεί, επίσης, να οργανώσει διαφορετικά τις αγορές τροφίμων και τα υπόλοιπα έξοδα του νοικοκυριού. Αντίθετα, ένας άνθρωπος που ζει μόνος καλείται να καλύψει από ένα εισόδημα το μεγαλύτερο μέρος αυτών των αναγκών.
Η 35χρονη Σταματία, η οποία μέχρι πριν από μερικά χρόνια συζούσε με τον πρώην σύντροφό της, επιβεβαιώνει αυτή τη διαφορά. «Πληρώναμε από κοινού τους λογαριασμούς και το ενοίκιο, οπότε η διαφορά με τώρα που ζω μόνη μου είναι παραπάνω από αισθητή. Ακόμη πιο αισθητή ήταν, βέβαια, όταν έμεινα για ένα διάστημα με τη μητέρα μου, μέχρι να βρω σπίτι, καθώς εκείνη είχε αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος των πάγιων εξόδων. Θυμάμαι ότι τότε, δουλεύοντας και πάλι σε δύο δουλειές, κατάφερα να μαζέψω χρήματα για να αποπληρώσω το μεταπτυχιακό μου, αλλά και για να καλύψω τα ενοίκια και τις εγγυήσεις για το σπίτι μου».
Όπως επισημαίνει, τα πάγια έξοδα, όπως το ενοίκιο, η θέρμανση και οι λογαριασμοί, είναι εκείνα που την επιβαρύνουν περισσότερο. «Άλλο είναι να έχεις ενοίκιο 370 ευρώ και άλλο να πληρώνεις 185 ευρώ ή να μοιράζεσαι τους λογαριασμούς διά του δύο. Είναι έξοδα που δεν μπορείς να αποφύγεις ούτε να πεις ότι αυτόν τον μήνα δεν θα πληρώσω το ίντερνετ, αλλά θα βγω για φαγητό με τους φίλους μου. Ειδικά το ενοίκιο, που πλέον οι τιμές έχουν ξεφύγει και μπορεί να απορροφά μεγάλο μέρος του μισθού σου, είναι ένας μόνιμος βραχνάς για τους singles».
Μια παρόμοια εμπειρία μοιράζεται και ο 34χρονος Νίκος. «Όταν βρήκα δουλειά εκτός Αθήνας, μετακόμισα και κάλυπτα μόνος μου όλα τα έξοδά μου, τα οποία ήταν διαχειρίσιμα λόγω του χαμηλότερου κόστους ζωής στην επαρχία. Επέστρεψα στην Αθήνα, όπου πλέον εργάζομαι ως δημόσιος υπάλληλος, αλλά με τον μισθό του πρωτοδιόριστου είναι σχεδόν αδύνατο να νοικιάσω μόνος μου σπίτι, καθώς το ενοίκιο θα ξεπερνούσε το 60% του εισοδήματός μου. Έτσι, εξακολουθώ να μένω με τους γονείς μου, αφού η μόνη ρεαλιστική λύση για να φύγω από το πατρικό μου είναι η συγκατοίκηση. Ωστόσο, δεν μου είναι εύκολο να συγκατοικήσω με κάποιον άγνωστο, οπότε η προοπτική μιας σχέσης μοιάζει να είναι η πιο εφικτή λύση».
Η 29χρονη Νικολέτα παραδέχεται ότι αποφάσισε να συγκατοικήσει με τον σύντροφό της σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, καθώς αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να φύγει από το πατρικό της. «Αγαπώ τον σύντροφό μου και η μέχρι τώρα κοινή μας ζωή κυλάει πολύ ομαλά, αλλά δεν θα κρύψω ότι, αν μπορούσα να συντηρήσω ένα σπίτι μόνη μου, δεν θα συγκατοικούσα τόσο νωρίς. Προσπαθούσα εδώ και δύο χρόνια να μείνω μόνη μου, αλλά δεν έβρισκα κανένα σπίτι του οποίου να μπορώ να πληρώνω το ενοίκιο και να μου μένουν χρήματα για να ζω».
Ο Αντώνης, από την άλλη, χώρισε πριν από μερικούς μήνες και, παρότι είναι από τους τυχερούς που δεν πληρώνουν ενοίκιο, ήρθε αντιμέτωπος με έξοδα που μέχρι τότε δεν είχε χρειαστεί να υπολογίσει. «Είμαι από τους προνομιούχους που μένουν σε σπίτι ιδιοκτησίας των γονιών τους, οι οποίοι, για καλή μου τύχη, μου το έχουν παραχωρήσει. Συζούσα, όμως, για σχεδόν επτά χρόνια και ο χωρισμός ήταν ένα μεγάλο reality check για μένα, όχι συναισθηματικά, αλλά οικονομικά».
Στα 36 του, παραδέχεται ότι δεν είχε σκεφτεί ποτέ πως ένας γάμος εκτός Αθήνας μπόρεσε και τον έβγαλε εκτός προϋπολογισμού για περισσότερο καιρό απ όσο πίστευε. «Εδώ και πολλά χρόνια τα καλοκαίρια μου είναι γεμάτα γάμους, αλλά μοιραζόμουν πάντα αυτό το έξοδο με την πρώην κοπέλα μου. Έτσι, ακόμη κι αν κάποιος γάμος γινόταν σε ένα νησί, για παράδειγμα, τον έβλεπα περισσότερο ως ευκαιρία για απόδραση παρά ως βάρος για το πορτοφόλι μου. Φέτος ήταν η πρώτη φορά που χρειάστηκε να πληρώσω μόνος μου το δώρο του γάμου, αλλά και τη διαμονή, καθώς οι φίλοι μου είναι όλοι σε σχέσεις και νοίκιασαν δωμάτια με τις συντρόφους τους. Ο γάμος ήταν στο Πήλιο και, επειδή δεν μπορούσα να λείψω από τη δουλειά μου, αποφάσισα να πάω τελευταία στιγμή με το αυτοκίνητο, μόνος μου. Έτσι, δεν είχα κανέναν να μοιραστώ ούτε τα έξοδα της βενζίνης».
Ο Γιώργος Αλεξάκης τονίζει, ωστόσο, ότι για να κατανοήσουμε την οικονομική επιβάρυνση της μοναχικής διαβίωσης, δεν αρκεί να εξετάσουμε πόσα χρήματα ξοδεύει ένα νοικοκυριό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο από το διαθέσιμο εισόδημά του απομένει μετά την πληρωμή των αναγκαίων εξόδων.
«Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025», όπως αναφέρει, «η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ποσοστό των νοικοκυριών που δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση ανέρχεται περίπου στο 26,4%. Στις πόλεις φτάνει το 26,9%, ενώ στις αγροτικές περιοχές διαμορφώνεται στο 26,4%».
Όπως εξηγεί, η σύγκριση με τα ζευγάρια χρειάζεται να γίνεται με βάση το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού και όχι απλώς με τον αριθμό των μελών του. Ένα ζευγάρι με δύο εισοδήματα έχει διαφορετικές δυνατότητες από ένα ζευγάρι με έναν εργαζόμενο, ενώ η ιδιοκατοίκηση διαφοροποιεί σημαντικά τον μηνιαίο προϋπολογισμό σε σχέση με την ενοικίαση κατοικίας στην αγορά.
Παράλληλα, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι η αύξηση των δαπανών δεν εξηγείται αποκλειστικά από τον πληθωρισμό. «Σε ονομαστικές τιμές, η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 5,5% το 2025 σε σύγκριση με το 2024. Σε σταθερές τιμές, η αύξηση διαμορφώθηκε σε 2,9%, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυξήθηκε και η πραγματική δαπάνη, πέρα από την επίδραση των ανατιμήσεων. Για έναν single με χαμηλό ή μεσαίο εισόδημα, ο συνδυασμός υψηλού στεγαστικού κόστους και αυξημένων τιμών στα βασικά αγαθά μπορεί να αφήνει ελάχιστα χρήματα για αποταμίευση ή για την αντιμετώπιση ενός έκτακτου εξόδου. Η οικονομική ανεξαρτησία μπορεί, έτσι, να μετατρέπεται σε μια διαρκή προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στις ανάγκες και τους περιορισμένους πόρους» .
Το να ζεις μόνος δεν είναι απλώς μια επιλογή τρόπου ζωής, αλλά μια μορφή ανεξαρτησίας που απαιτεί ολοένα και περισσότερους οικονομικούς πόρους. Για πολλούς singles, το υψηλό κόστος στέγασης και τα πάγια έξοδα δεν περιορίζουν μόνο την κατανάλωση ή την αποταμίευση, αλλά επηρεάζουν και τις αποφάσεις τους για το πού και πώς θα ζήσουν. Από την παραμονή στο πατρικό σπίτι μέχρι τη συγκατοίκηση που επισπεύδεται για οικονομικούς λόγους, οι επιλογές συχνά καθορίζονται λιγότερο από την προσωπική επιθυμία και περισσότερο από τις αντοχές του εισοδήματος.
Η Σταματία λέει πως, «Προσωπικά κάνω δύο δουλειές για να μπορέσω να πω πως θα αγοράσω κάποια πράγματα τα οποία δεν είναι πρώτη ανάγκη, αλλά δεν είναι ούτε και πολυτέλεια. Θα ψωνίσω σε μικρότερη συχνότητα ρούχα και παπούτσια και έχω περιορίσει αρκετά τις εξόδους, αφού για να πιεις ένα ποτήρι κρασί να να γυρίσεις σπίτι με ταξί κοστίζει πλέον 30€ . Θα μου πεις το να γυρίσεις με ταξί είναι πολυτέλεια, αλλά αν θέλω να επιστρέψω ασφαλής θα κάνω αυτή την πολυτέλεια για τον εαυτό μου».
Και κάπως έτσι, ένας λογαριασμός ρεύματος των 110 ευρώ γίνεται κάτι περισσότερο από μια αφορμή για παράπονα στο γραφείο. Αναδεικνύει μια καθημερινότητα την οποία, δυο άνθρωποι με παρόμοιες απολαβές μπορεί να βιώνουν πολύ διαφορετικά. Γιατί, τελικά, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να μπορεί κανείς να ζει μόνος, αλλά να μπορεί να το κάνει χωρίς να θυσιάζει την οικονομική του ασφάλεια και την ποιότητα της ζωής του.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.