iStock
ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Σε ένα παράλληλο σύμπαν μια εκδοχή του «εαυτού» σου ορίζει τη ζωή σου

Σύμφωνα με μια θεωρία της κβαντικής φυσικής, το σύμπαν μας έχει ρωγμές που μας συνδέουν με άλλα σύμπαντα. Κάπου εκεί, βρίσκεται και μια άλλη εκδοχή του εαυτού σου.

Ξυπνάς ένα πρωί και πάνω στο γραφείο σου βρίσκεις ένα sudoku, που το προηγούμενο βράδυ πάλευες να λύσεις. Το κοιτάς και κάτι δεν σου κολλάει, κυρίως γιατί δεν θυμάσαι να έφτασες ποτέ στη λύση. Όλα τα κουτάκια όμως είναι συμπληρωμένα και το καλύτερο, είναι ότι είναι και σωστά. Κάποιος (άλλος) το έλυσε. Το ερώτημα είναι ποιος.

Fyi: μένεις μόνος σου.

Μια θεωρία που προέρχεται από τον χώρο της κβαντικής φυσικής θα έδινε μια απάντηση που πάει εντελώς αλλού τη συζήτηση, αγγίζοντας ευαίσθητες χορδές που μόνο ο Nolan θα εκτιμούσε: ίσως πίσω από όλα αυτά να βρίσκεται μια άλλη εκδοχή του εαυτού σου.

Το πραγματικό παράδειγμα που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες δεν αφορά ένα sudoku, αλλά μια μαθηματική εξίσωση. Το νοητικό πείραμα, όμως, οδηγεί στο ίδιο παράξενο ερώτημα: θα μπορούσε ένας άλλος «εαυτός» μας, σε έναν διαφορετικό κλάδο του σύμπαντος, να έχει βρει μια απάντηση που εμείς δεν βρήκαμε ποτέ;

Αν ισχύει κάτι τέτοιο, θα αμφισβητούσε μια από τις βασικές παραδοχές της κβαντικής φυσικής: ότι οι παράλληλες εκδοχές της πραγματικότητας δεν μπορούν ποτέ να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.

Η ιδέα προέρχεται από μια μελέτη που δεν έχει ακόμη υποβληθεί σε επιστημονική αξιολόγηση και δημοσιεύθηκε στο arXiv τον Ιανουάριο από την κβαντική φυσικό Maria Violaris, στην οποία αμφισβητεί μια παραδοσιακή παραδοχή της κβαντικής φυσικής.

Η Violaris αμφισβητεί μια παραδοσιακή αντίληψη της κβαντικής φυσικής, σύμφωνα με την οποία, μόλις η πραγματικότητα διαχωριστεί σύμφωνα με την ερμηνεία των πολλών κόσμων, ισχύει η υπόθεση ότι κάθε κβαντικό αποτέλεσμα δημιουργεί μια ξεχωριστή εκδοχή της πραγματικότητας. Από εκείνη τη στιγμή, οι διαφορετικοί αυτοί κόσμοι δεν επηρεάζουν ο ένας τον άλλον και δεν ανταλλάζουν πληροφορίες.

Η φυσικός πατάει πάνω σε ένα από τα πιο γνωστά νοητικά πειράματα της κβαντικής φυσικής: το «πείραμα του φίλου του Wigner» (Wigner’s friend), το οποίο πρότεινε ο φυσικός Eugene Wigner το 1961, στο οποίο ένας παρατηρητής αντιμετωπίζεται ως κβαντικό σύστημα που ελέγχεται πλήρως από έναν άλλο.

Σε αυτό το πλαίσιο, ένας εξωτερικός ελεγκτής ασκεί κβαντικό έλεγχο πάνω στον παρατηρητή, ο οποίος βρίσκεται σε μια κατάσταση υπέρθεσης δύο πιθανών αποτελεσμάτων. Στην κβαντική μηχανική, η υπέρθεση σημαίνει ότι ένα σύστημα μπορεί να ακολουθεί ταυτόχρονα πολλαπλά πιθανά αποτελέσματα έως ότου μετρηθεί.

Ας πάρουμε για παράδειγμα, τον Πράκτορα Α και τον Πράκτορα Β. Δεν πρόκειται για ξεχωριστά άτομα, αλλά για δύο αντίγραφα του ίδιου παρατηρητή που βρίσκονται σε διαφορετικούς κλάδους της πραγματικότητας μέσα στο ίδιο νοητικό πείραμα. Ένας ξεχωριστός, εποπτεύων “Wigner”, ο οποίος βρίσκεται έξω από το σύστημα, και θεωρητικά έχει πλήρη κβαντικό έλεγχο πάνω στις εσωτερικές τους καταστάσεις. Σύμφωνα λοιπόν με τη Violaris, αυτός ο εξωτερικός ελεγκτής, εφόσον μπορεί να χειριστεί ολόκληρη την κβαντική κατάσταση του συστήματος, θα μπορούσε να κάνει ένα μήνυμα γραμμένο στη μία παράλληλη πραγματικότητα να εμφανιστεί στην άλλη.

Υπάρχει, ωστόσο, μια σοβαρή παγίδα, και η παραβίασή της θα έθετε εκτός ισχύος τους κανόνες της κβαντικής μηχανικής: ο παρατηρητής που έγραψε το μήνυμα πρέπει να χάσει κάθε ανάμνηση του γεγονότος αυτού. Αυτή η απαίτηση διαγραφής της μνήμης είναι η πιο αντιδιαισθητική επιφύλαξη της πρότασης και μια από τις παραμέτρους που η ίδια η Violaris δεν σταματά να την τονίζει.

Από την πλευρά του παραλήπτη, η πληροφορία θα πρέπει να εμφανίζεται χωρίς καμία τοπική προέλευση, ένα είδος θείου δώρου, παρόμοιο με το λυμένο sudoku ή την εξίσωση που αναφέραμε παραπάνω. Και υπάρχουν ακόμη δυο περιορισμοί που είναι εξίσου σημαντικοί.

Πρώτον, ολόκληρο το σενάριο απαιτεί μια οντότητα με εξαιρετικές δυνάμεις. Όπως εξηγεί η Violaris, «χρειάζεται κάποιος που να είναι σε θέση να ελέγχει το εσωτερικό, από κβαντομηχανικής άποψης», δηλαδή κάποιος που μπορεί να απομονώσει έναν άλλο παρατηρητή από το περιβάλλον και να χειριστεί ολόκληρη την κβαντική του κατάσταση, όπως ακριβώς στο κλασικό πείραμα σκέψης της γάτας του Σρέντινγκερ, στο οποίο η γάτα είναι παγιδευμένη στο κουτί και μπορεί να είναι ζωντανή ή νεκρή ανάλογα με την παρατήρηση ενός εξωτερικού παρατηρητή.

Δεύτερον, η διάταξη λειτουργεί μόνο αν οι εμπλεκόμενοι συμμετέχοντες βρίσκονται σε πραγματική κβαντική υπέρθεση, μια κατάσταση που δεν εμφανίζεται φυσικά σε συστήματα ανθρώπινης κλίμακας.

Μόλις μπουν αυτές οι βάσεις, το ζήτημα απομακρύνεται από την καθαρή φυσική και εισέρχεται στο πεδίο της φιλοσοφίας και της ατομικής ταυτότητας.

«Για παράδειγμα, θα μπορούσες να ερμηνεύσεις αυτή τη διαδικασία εναλλαγής ως τη μετατροπή του ενός παρατηρητή στον άλλο», λέει η φυσικός.

Σε αυτό το επίπεδο αφαίρεσης, είναι σχεδόν αδύνατο να παρατηρήσει κανείς τη διαφορά μεταξύ της μετακίνησης ενός παρατηρητή από τη μία κοσμική γραμμή στην άλλη (worldlines) και της αντικατάστασης ολόκληρης της εσωτερικής κατάστασης ενός παρατηρητή με εκείνη ενός άλλου· γι’ αυτό και τα όρια μεταξύ επικοινωνίας και μετασχηματισμού είναι θολά.

Αυτή η ισοδυναμία προβληματίζει ορισμένους φυσικούς. «Αν εξετάσει κανείς τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, θα ήταν πολύ πιο φυσικό να πούμε ότι ο πειραματιστής απλώς ανταλλάσσει τις ταυτότητες των δύο παρατηρητών», λέει ο Scott Aaronson, θεωρητικός επιστήμονας υπολογιστών και διευθυντής του Κέντρου Κβαντικής Πληροφορίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Ώστιν.

Σύμφωνα με την ερμηνεία του Aaronson, όμως, καμία πληροφορία δεν μεταφέρεται από το ένα σύμπαν στο άλλο. Αυτό που συμβαίνει είναι πως «ο παρατηρητής που έγραψε το μήνυμα έχει διαγραφεί από τον κλάδο του και έχει αντικατασταθεί από τον άλλο παρατηρητή, ο οποίος δεν το έγραψε».

Με άλλα λόγια, δεν έχουμε μια επικοινωνία ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες, αλλά μια αλλαγή θέσης ανάμεσα σε δύο εκδοχές του ίδιου παρατηρητή.

Από τη στιγμή, μάλιστα, που το σενάριο προϋποθέτει έναν «θεϊκό» έλεγχο πάνω στους παρατηρητές, ο Aaronson θεωρεί ότι το αποτέλεσμα δεν έχει ιδιαίτερη πρακτική αξία, εκτός του ότι προετοιμάζει το έδαφος για μια σειρά φιλοσοφικών συζητήσεων που ανοίγονται γύρω από το ζήτημα της φύσης της ταυτότητας.

Παρόλο λοιπόν που δεν έχει πρακτική αξία, η ιδέα αυτή δεν εξαφανίζεται. Όχι επειδή οι ενστάσεις των φυσικών έχουν λυθεί, αλλά επειδή οι συνέπειές της συνεχίζουν να διεγείρουν τη φαντασία.

Αλλά ας αφήσουμε κατά μέρος τις φιλοσοφικές αναζητήσεις και ας σκεφτούμε λίγο πιο πρακτικά: αν μπορούσαμε πράγματι να πάρουμε πληροφορίες από μια άλλη εκδοχή του εαυτού μας, τι θα τις κάναμε;

Η ιδέα έχει οδηγήσει ορισμένους ερευνητές να μιλήσουν για το λεγόμενο «multiverse arbitrage»: ένα θεωρητικό σενάριο όπου κάποιος θα μπορούσε να αντλεί πληροφορίες από διαφορετικούς κλάδους της πραγματικότητας και να τις χρησιμοποιεί καθαρά προς όφελός του.

Η ίδια η Violaris ξεκαθαρίζει ότι στη δική της πρόταση δεν υπάρχει χώρος για τέτοιου είδους φαντασιώσεις. «Ο υπερ-παρατηρητής μεσολαβεί, ενώ οι τοπικοί παρατηρητές δεν μπορούν να ελέγξουν τη μεταφορά των μηνυμάτων από το ένα σύμπαν στο άλλο και ο ελεγκτής δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του μηνύματος. Επομένως, η κατανομή της δύναμης και της γνώσης είναι άνιση.

Έπειτα, έχουμε να κάνουμε και με το μεγαλύτερο πρόβλημα απ’ όλα, που είναι το πού θα βρισκόταν ένας τέτοιος ελεγκτής;

«Εσύ κι εγώ δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε με εκδοχές του εαυτού μας στο πολυσύμπαν», λέει η Violaris, επειδή δεν ζούμε μέσα σε ένα τεχνητά σχεδιασμένο περιβάλλον όπου κάποιος μπορεί να «ελέγχει τι βρίσκεται στο εσωτερικό, σε κβαντικό επίπεδο». Η μόνη πιθανότητα που φαντάζεται για μια προσέγγιση σε ένα τέτοιο «ρήγμα» ανάμεσα σε σύμπαντα θα απαιτούσε έναν πλήρως ανεπτυγμένο κβαντικό υπολογιστή, ικανό να αναπαραστήσει έναν παρατηρητή μέσα σε ένα κβαντικό σύστημα, το οποίο θα λειτουργούσε με μία τεχνητή γενική νοημοσύνη (AGI). Και πάλι όμως, βρισκόμαστε πολύ μακριά από αυτό το σενάριο, το οποίο μεταξύ άλλων δεν θα περιλάμβανε συνομιλίες με τον «παράλληλο εαυτό» μας.

Προς το παρόν, λοιπόν, δεν υπάρχει κάποιος άλλος εαυτός μας σε ένα παράλληλο σύμπαν που μας στέλνει τους σωστούς αριθμούς του Τζόκερ ή μας ενημερώνει για τα μελλούμενα.

Η ιδέα παραμένει εκεί για έναν άλλο λόγο: επειδή μας αναγκάζει να σκεφτούμε πόσο σταθερή είναι τελικά η πραγματικότητα που θεωρούμε δεδομένη.

Ίσως, κάπου σε έναν άλλο κλάδο του σύμπαντος, να υπάρχει πράγματι ένα λυμένο sudoku ή μια εξίσωση πάνω σε ένα γραφείο.

Και κανείς να μην ξέρει ποιος τα έλυσε.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.