EXPLAINED

Τι άφησε πίσω της η φωτιά στην Κόνιτσα

Η πρώτη αυτοψία από το WWF Ελλάς και το Μεσογειακό Ινστιτούτο για τη Φύση και τον Άνθρωπο στα 10.000 στρέμματα που επηρεάστηκαν από τη φωτιά στην Κόνιτσα, αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για την ανάκαμψη του δάσους. Η μεγάλη ανησυχία, όμως, βρίσκεται ψηλά στην κορυφογραμμή.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΑΡΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΚΟΣ/MEDINA

Για περισσότερες από δύο εβδομάδες, οι κάτοικοι στην Τραπεζίτσα Κόνιτσας δεν τολμούσαν καλά καλά να σηκώσουν το βλέμμα στο βουνό. Ο καπνός και η μυρωδιά του καμένου πρόδιδε όσα συνέβαιναν σε απόσταση αναπνοής από τα σπίτια τους. Η θλίψη και ο φόβος για όσα χάθηκαν ή απειλούνται άρχισαν να σβήνουν έπειτα από 16 ημέρες, οπότε και η φωτιά τέθηκε υπό μερικό έλεγχο. Γεννήθηκε όμως το μεγάλο ερώτημα που έψαχνε απαντήσεις και αυτό είναι το τι ακριβώς άφησε πίσω της.

Το δύσκολο και απαιτητικό έργο ανέλαβαν επιστήμονες του WWF Ελλάς και του Μεσογειακού Ινστιτούτου για τη Φύση και τον Άνθρωπο (MedINA), μαζί με μέλη του Ορειβατικού Συλλόγου Κόνιτσας, που πραγματοποίησαν κοινή αυτοψία στην περιοχή, με στόχο μια πρώτη εκτίμηση της έκτασης και του τρόπου με τον οποίο επηρεάστηκε το δασικό οικοσύστημα.

Συνδυάζοντας τις παρατηρήσεις πεδίου με τις δορυφορικές εικόνες, η πυρκαγιά αποτιμάται ότι επηρέασε μια έκταση περίπου 10.000 στρεμμάτων. Στο άκουσμα τέτοιων αριθμών, η εικόνα που πλάθουμε στο μυαλό μας είναι εκείνη της ολοκληρωτικής καταστροφής, όμως δεν πρόκειται για μια ομοιόμορφη εικόνα.

Το χαρακτηριστικό μοτίβο καύσης στην Τραπεζίτσα. Υψηλής δριμύτητας επικόρυφη πυρκαγιά προς την κορυφογραμμή με δημιουργία γλωσσών διάφορης δριμύτητας καύσης και μεγάλο τμήμα του δάσους να έχει επηρεαστεί μόνο την επιφάνειά του και άρα με τις κόμες να φαίνονται καταπράσινες.

Σύμφωνα με την κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν οι δύο οργανισμοί, στο μεγαλύτερο μέρος της έκτασης η φωτιά κινήθηκε κυρίως στην επιφάνεια, καίγοντας δηλαδή την επιφανειακή βλάστηση και τα νεκρά ξυλώδη ή φυλλώδη υπολείμματα στο έδαφος. Μεγάλο ρόλο επίσης, φάνηκε να διαδραματίζουν και τα έργα διαχείρισης καύσιμης ύλης που είχαν υλοποιηθεί φέτος γύρω από την Κόνιτσα από το αρμόδιο δασαρχείο.

Στα «κακά νέα», αν θεωρήσουμε φυσικά ότι υπάρχει το παραμικρό θετικό στα μέχρι τώρα δεδομένα, είναι πως σε περίπου 1.000 στρέμματα η φωτιά έφτασε στις κόμες, δηλαδή στο επάνω τμήμα των δέντρων. Αυτή είναι κυρίως και η έκταση που χρειάζεται να παρακολουθηθεί στενότερα ως προς τη μεταπυρική της εξέλιξη.

Και πάλι ωστόσο, στις περισσότερες περιοχές όπου επλήγησαν οι κόμες των δέντρων, οι καμένες επιφάνειες δεν είναι ούτε μεγάλες, ούτε ενιαίες, ώστε να μιλάμε για εικόνα πλήρους καταστροφής. Αντίθετα, γύρω και ανάμεσά τους έχουν παραμείνει αρκετά άκαυτα δέντρα και νησίδες ζωντανής βλάστησης που θα λειτουργήσουν θετικά στην πορεία της αποκατάστασης.

Για τον λόγο αυτό, στο μεγαλύτερο μέρος της έκτασης των 1.000 στρεμμάτων όπου κάηκαν οι κόμες των δέντρων, έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην παρακολούθηση και υποβοήθηση της φυσικής αναγέννησης και όχι στην άμεση αναδάσωση. Η αναδάσωση σε πολλές από αυτές τις εκτάσεις άλλωστε κρίνεται σχεδόν αδύνατη λόγω των κλίσεων και του γενικότερου τοπογραφικού αναγλύφου.

Τμήμα του δάσους που κάηκε με υψηλή δριμύτητα
Τμήμα του δάσους που κάηκε με υψηλή δριμύτητα και το οποίο περιβάλλεται από διαφορετικής δριμύτητας λόχμες καμένων εκτάσεων και άκαυτες νησίδες που αναμένεται να συμβάλλουν μακροπρόθεσμα στην φυσική του αποκατάσταση μέσω φυσικής σποράς.

Κρίσιμο ρόλο θα παίξουν επίσης, οι πρώτοι μήνες. Εφόσον δεν σημειωθούν έντονα επεισόδια βροχόπτωσης, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν σημαντική διάβρωση, αναμένεται σχετικά σύντομα η εμφάνιση της πρώτης βλάστησης. Αυτή θα συμβάλει στη συγκράτηση και προστασία του εδάφους, δημιουργώντας σταδιακά τις συνθήκες για να εγκατασταθούν τα νέα δέντρα που θα προέλθουν από τους σπόρους των γειτονικών άκαυτων δέντρων. Για να αποφευχθεί η διάβρωση είναι απαραίτητη η άμεση διερεύνηση της περιοχής από τη Δασική Υπηρεσία για την εκτίμηση του κινδύνου και την εφαρμογή στοχευμένων ήπιων αντιδιαβρωτικών παρεμβάσεων, όπου κρίνεται απαραίτητο. Ιδιαίτερα στις απότομες χαράδρες και κατά μήκος ορισμένων ρεμάτων στις πλαγιές που έχουν κατεύθυνση προς την κωμόπολη της Κόνιτσας εμφανίζονται στενότερες ζώνες εντονότερα καμένης βλάστησης και περισσότερο εκτεθειμένου εδάφους, στις οποίες η κατασκευή περιορισμένου αριθμού κορμοφραγμάτων θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα και για την προστασία της Κόνιτσας.

Τέλος, η αυτοψία έδειξε ότι  η κορυφογραμμή της Τραπεζίτσας προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία. Εκεί αναπτύσσονται κυρίως ώριμα άτομα λευκόδερμης πεύκης ή ρόμπολου (Pinus heldreichii), ενός χαρακτηριστικού ορεινού κωνοφόρου που στη χώρα μας συναντάται στα μεγάλα υψόμετρα της Βόρειας Πίνδου και άλλων βουνών της Βόρειας Ελλάδας. Πρόκειται για είδος εξαιρετικής οικολογικής σημασίας και μεγάλης μακροβιότητας. Στην κορυφογραμμή της Τραπεζίτσας η πυρκαγιά έπληξε με υψηλή δριμύτητα τμήματα του ώριμου δάσους ρόμπολου, ενώ δεν φαίνεται να έχουν παραμείνει αρκετά άκαυτα ώριμα δέντρα, ώστε να εξασφαλίζεται μελλοντικά η φυσική διασπορά σπόρων που θα συμβάλει στην αποκατάσταση του δάσους. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεκινήσει άμεσα αναδάσωση. Σημαίνει όμως, ότι η συγκεκριμένη ζώνη χρειάζεται συστηματική και μακροχρόνια παρακολούθηση της φυσικής αναγέννησης και πιθανότατα να χρειαστούν στοχευμένες φυτεύσεις.

Οι διαφορετικοί τύποι πυρκαγιών

Οι πυρκαγιές που εκδηλώνονται σε ορεινά δάση συχνά ξεκινούν ή κινούνται για μεγάλα χρονικά διαστήματα ως πυρκαγιές επιφάνειας: η φωτιά καίει δηλαδή, κυρίως χόρτα, θάμνους, πευκοβελόνες, φύλλα, κλαδιά και άλλη νεκρή οργανική ύλη κοντά στο έδαφος, χωρίς να μεταδίδεται απαραίτητα στις κόμες των δέντρων. Όταν η έντασή τους παραμένει χαμηλή ή μέτρια, τόσο η πανίδα όσο και τα περισσότερα ώριμα δέντρα μπορούν να επιβιώσουν. Σε αυτές τις συνθήκες η φωτιά μπορεί ακόμη και να λειτουργήσει θετικά για το οικοσύστημα, ανακυκλώνοντας θρεπτικά στοιχεία, δημιουργώντας μικρά ανοίγματα στη βλάστηση και συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός πιο ετερογενούς δασικού τοπίου. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, εξαρτάται πάντοτε από τη δριμύτητα, τη διάρκεια και τη συχνότητα της φωτιάς, καθώς και από το είδος της βλάστησης που επηρεάζεται.

Το ανησυχητικό στοιχείο είναι όταν αυτές οι φωτιές αλλάζουν χαρακτήρα. Υπό συνθήκες μεγάλης ξηρασίας, υψηλής θερμοκρασίας, ισχυρού ανέμου ή μεγάλης συσσώρευσης καύσιμης ύλης, μια τέτοια πυρκαγιά που κινείται αρχικά στην επιφάνεια μπορεί να ανέβει στις κόμες των δέντρων και να εξελιχθεί σε επικόρυφη.

Σε αυτή την περίπτωση, οι συνέπειες είναι πολύ σοβαρότερες, ιδιαίτερα σε ορεινά ψυχρόβια κωνοφόρα που, σε αντίθεση με άλλα είδη, δεν διαθέτουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς φυσικής μεταπυρικής αποκατάστασης. Η φυσική αναγέννηση αυτών των ειδών μετά από πυρκαγιά κόμης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα άκαυτα δέντρα που παραμένουν γύρω από ή μέσα στην καμένη έκταση και μπορούν να λειτουργήσουν ως πηγές σπόρων.

Ενεργές μικροεστίες κατά τη 16η ημέρα της πυρκαγιάς σε απόκρημνες πλαγιές της Τραπεζίτσας.

Οι πυρκαγιές στα βουνά δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά, με παρόμοια φαινόμενα να έχουν καταγραφεί σε πολλές περιοχές τα τελευταία έτη, όπως στον Όρβηλο, το Παγγαίο, το Μενοίκιο, τα Πιέρια Όρη και τη Βάλια Κάλντα.

Η περίπτωση της Τραπεζίτσας όμως επιβεβαιώνει πως πλέον οι συνθήκες, υπό τις οποίες εκδηλώνονται οι πυρκαγιές σε μεγάλα υψόμετρα έχουν μεταβληθεί, με αποτέλεσμα να αποκτούν μεγαλύτερη ένταση, να ανέρχονται συχνότερα στο υψηλό τμήμα των δέντρων και να επηρεάζουν οικοσυστήματα που ιστορικά ήταν λιγότερο εκτεθειμένα. Αυτή η νέα πραγματικότητα θα πρέπει να μας απασχολήσει και ως προς τον σχεδιασμό της διαχείρισης αυτών των ιδιαίτερων οικοσυστημάτων με σκοπό την προστασία τους από τέτοιες πυρκαγιές.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.