© AP Photo/Petros Giannakouris
ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Το πολύχρωμο έθιμο της μάχης με αλεύρια στο Γαλαξίδι

Επισκέπτες και ντόπιοι στο Γαλαξίδι γιορτάζουν πανηγυρικά την Καθαρά Δευτέρα με τα περίφημα αλευρομουτζουρώματα – ένα έθιμο που κρατάει από τον 19ο αιώνα και φέρει το χρέος να καλύπτει τους πάντες και τα πάντα με ένα παχύ στρώμα σκόνης.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: © AP PHOTO/PETROS GIANNAKOURIS

Σε αντίθεση με τον εορτασμό που έχει επικρατήσει σήμερα στα αστικά κέντρα, στην ελληνική παράδοση η Καθαρά Δευτέρα αποτελεί συνέχεια αλλά και κλιμάκωση της Αποκριάς, με τα έθιμα τα οποία επιβιώνουν ανά περιοχές τη μέρα εκείνη να το επιβεβαιώνουν περίτρανα. Όχι τυχαία, συχνά αυτά τα έθιμα κομίζουν στο σήμερα μια πιο απελευθερωμένη και άναρχη εκδοχή της Αποκριάς, που είναι κοντύτερα στις παγανιστικές ρίζες των τελετουργιών υποδοχής της άνοιξης και μακρύτερα από τις «καθώς πρέπει» παρελάσεις που καθιέρωσαν τα δυτικά αστικά κέντρα αργότερα. Τέτοια έθιμα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων θόρυβο από κουδούνες, μουντζούρωμα και χορούς γύρω από τη φωτιά.

Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται και τα διάσημα αλευρομουτζουρώματα που διοργανώνονται την πρώτη ημέρα της Σαρακοστής στο Γαλαξίδι του νομού Φωκίδας, μια γιορτή η οποία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κυριολεκτική διάσταση του ονόματος της Καθαράς δευτέρας.

Βέβαια, δεν είναι σωστή αυτή η εξήγηση: όπως αναφέρει σε βιβλίο για τα πασχαλινά έθιμα ο καθηγητής λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Μανώλης Βαρβούνης, η Καθαρά Δευτέρα «ονομάστηκε έτσι από τον λαό καθώς ταυτίζεται με την πνευματική και σωματική κάθαρση στην αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής».

Και στην περίπτωση της πολύωρης μάχης με τα αλεύρια στο Γαλαξίδι, το αίσθημα της κάθαρσης επιβεβαιώνεται.

Είναι η μέρα που η παράκτια πόλη ξεφαντώνει μέχρι εξαντλήσεως των αποθεμάτων. Είναι η μέρα που οι δρόμοι, τα οχήματα, τα σπίτια, μέχρι και οι βάρκες στο λιμάνι καλύπτονται από ένα παχύ στρώμα πολύχρωμης σκόνης, έτσι όπως μικροί και μεγάλοι ξεχύνονται στα στενά για τον καθιερωμένο πόλεμο με την αλευρόσκονη. Επισκέπτες και φωτογραφικά πρακτορεία σπεύδουν από νωρίς να προλάβουν τη δράση.

Οι ρίζες του διάσημου εθίμου χάνονται στα βάθη των αιώνων. Κατά την επικρατέστερη εκδοχή, αυτή η συνήθεια κληροδοτήθηκε στην κωμόπολη του νομού Φωκίδας από τους ναυτικούς του 19ου αιώνα και τα ερεθίσματα που είχαν εκείνοι απ’ τη Σικελία. Εκείνη την εποχή, η Καθαρά Δευτέρα ήταν μέρα γιορτής και αποχωρισμού για τη ναυτική πολιτεία του Γαλαξιδίου, καθώς οι ναυτικοί θα αναχωρούσαν την επομένη για τις θάλασσες, αποχαιρετώντας τους φίλους και τις οικογένειές τους.

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερο «ενθύμιο» από μια μέρα ξέφρενου χορού και μουτζουρώματος στο λιμάνι. Όπως αναφέρει πηγή του 19ου αιώνα, «εν ευθυμία διατελούντες, συγκεντρώνονταν στην Aγορά, στο λιμάνι του Γαλαξιδίου και ξεκινούσε ο αλευροπόλεμος, το διαβόητο Αλευρομουτζούρωμα.

Όποιος δεν ήθελε να συμμετάσχει σε αυτή τη μάχη, έπρεπε να έχει μια μουντζούρα ή σταυρό στο μέτωπο από βερνίκι παπουτσιών. Όλοι οι υπόλοιποι ήταν κινούμενοι στόχοι για τους αναψοκοκκινισμένους νεαρούς που έτρεχαν με τσουβάλια αλεύρι στα χέρια. Νταούλια και φλογέρες έδιναν σταθερά τον γιορτινό ρυθμό ώσπου να μη μείνει σπιθαμή καθαρή από αλεύρι.

Μια περιγραφή από το έθιμο το έτος 1801 επιβιώνει από το χέρι του Άγγλου περιηγητή Dodwell: «Ήταν Αποκριές. Γενική ευθυμία επικρατούσε στην πόλη. Οι Έλληνες φαίνονται αποφασισμένοι να χαρούν αυτή τη διασκέδαση, που ακόμα κι οι αποχαυνωμένοι τύραννοί τους δεν μπορούν να εμποδίσουν. Πολλοί φορούσαν μάσκα και άλλοι είχαν μουτζουρώσει τα πρόσωπά τους. Χοροπηδούσαν, ξεφώνιζαν, τραγουδούσαν. Τελικά, στήθηκε χορός, ένας κύκλος για τους άντρες, ένας για τις γυναίκες. Στην αρχή οι χορευτικές κινήσεις γίνονταν με περπατητό ρυθμό, ύστερα η μουσική ζωήρεψε, έγινε πιο γρήγορη και έφτασε σε κινητικό παραλήρημα».

Σήμερα, το έθιμο στο Γαλαξίδι είναι από τα πιο γνωστά στη χώρα, όσον αφορά τις Απόκριες. Μέχρι το μεσημέρι όλη η πόλη προετοιμάζεται πυρετωδώς, τα τσουβάλια καταφθάνουν με φορτηγά από τις αποθήκες του δήμου, και μετά ξεκινάει το πανδαιμόνιο.

Οι ντόπιοι βγαίνουν στα στενά, φορώντας κατά βάση παλιά ρούχα, με μαντήλια και μάσκες για να μη λυγίσουν αργότερα από τον καπνό, και σκορπάνε τη σκόνη. Στα τσουβάλια δεν έχουν καθαρό αλεύρι όπως παλιά, αλλά ένα μείγμα με αλεύρια και χρωστικές ουσίες (κόκκινο, μπλε και πορτοκαλί) για να είναι περισσότερο θεαματικό το αποτέλεσμα.

Εκσφενδονίζουν με τις χούφτες τη σκόνη ώσπου να γίνουν όλα πολύχρωμα. Προσπαθούν να πιάσουν εξαπίνης κάποιον περαστικό. Γελούν και φωνάζουν, με τη συνοδεία μουσικής. Σταδιακά κατεβαίνουν προς το λιμάνι, όπου και τερματίζει η πομπή. Ανάβουν φωτιές και χορεύουν. Η γιορτή συνεχίζεται ως αργά το ξημέρωμα, το αλκοόλ ρέει και οι πιο τολμηροί βουτάνε στα νερά του Κορινθιακού για να ξεπλυθούν, πραγματώνοντας έστω και άθελά τους το ζητούμενο της κάθαρσης που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη μέρα.