ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Πώς Ισπανία και Ιταλία επηρεάζουν την τιμή του ελληνικού ελαιόλαδου

Περιηγηθήκαμε σε ένα από τα ιστορικά ελαιοτριβεία της Χαλκιδικής, για να αντιληφθούμε τι συνέβη με τον καρπό της ελιάς φέτος, και ποιοι είναι οι παράγοντες που έχουν μετατρέψει το ελαιόλαδο σε πολύτιμο αγαθό.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΘΩΜΑΣ ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Ιερεμίας Γιαντζακλίδης ξεκίνησε να λειτουργεί το ελαιοτριβείο του στην Όλυνθο Χαλκιδικής το 1981. Σήμερα, μετά από 42 χρόνια, συνεχίζει στα 79 του να συντηρεί τα μηχανήματα και να μεταφέρει ελιές με το κλαρκ. Όπως αναφέρει ο γιος του Πρόδρομος, που τρέχει πλέον τη μονάδα, ο πατέρας του δε γνωρίζει τι θα πει καφενείο και παραμένει δίπλα του παρακολουθώντας τη φετινή παραγωγή.

Μαζί τους περιηγηθήκαμε, σε ένα από τα ιστορικά ελαιοτριβεία της Χαλκιδικής, για να αντιληφθούμε τι συνέβη με τον καρπό της ελιάς φέτος, και ποιοι είναι οι παράγοντες που έχουν μετατρέψει το ελαιόλαδο σε πολύτιμο αγαθό με αντικλεπτικά στα σούπερ μάρκετ.

Ο Ισπανός και ο Ιταλός

Το 2022 οι ελαιοπαραγωγοί στην Ελλάδα γνώρισαν μια χρυσή χρονιά. Το 2023, όμως, χαρακτηρίζεται ως μια από τις χειρότερες της δεκαετίας, φέρνοντας έκρηξη στις τιμές του ελαιολάδου. Η παραγωγή έπεσε έως και 90% κατά τόπους, με πολλά ελαιοτριβεία να έχουν ήδη ολοκληρώσει τις εργασίες τους, τη στιγμή που πέρυσι τέτοια περίοδο συνεχιζόταν ακόμη η συγκομιδή ελιάς. Ο Πρόδρομος μας εξηγεί πώς η φετινή παραγωγή σε Ισπανία και Ιταλία, επηρέασε την τιμή στην Ελλάδα.

«Οι άνθρωποι στη Χαλκιδική περιμένουν [να βγάλουν χρήματα] μόνο από την ελιά. Πέρυσι η παραγωγή για Ιταλία και Ισπανία ήταν πολύ κακή. Ήρθαν οι έμποροι, οι Ιταλοί και Ισπανοί πήραν τα ελληνικά λάδια και ξέφυγαν οι τιμές. Εμείς σε μια καλή χρονιά πανελλήνια βγάζουμε 350.000 τόνους ελαιόλαδο. Η Ισπανία στην καλή της χρονιά βγάζει 1.700.000. Οπότε, όταν η Ισπανία ξαφνικά πέρσι έπεσε στους 650.000 τόνους φάνηκε ότι υπάρχει έλλειψη στην αγορά. Εμείς εδώ όμως είχαμε πολύ καλή χρονιά. Επομένως, έπεσαν εδώ οι έμποροι και ανέβηκαν οι τιμές. Φέτος δεν έχουμε λάδι, αλλά τυγχάνει πάλι να μην έχει η Ισπανία.

Το κόστος είναι προσφορά και ζήτηση. Εμείς εδώ μπορεί να έχουμε καλή παραγωγή και η τιμή να είναι ψηλά. Μπορεί να μην έχουμε καθόλου παραγωγή και η τιμή να είναι χαμηλή. Δεν εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς αλλά από τον Ισπανό και τον Ιταλό. Αυτοί κάνουν την παγκόσμια διακίνηση».

Πράγματι, η Ισπανία που αποτελεί τη νούμερο ένα χώρα σε παραγωγή παγκοσμίως, παρήγαγε τη σεζόν 2022-2023 664.000 τόνους, 34% κάτω από τον μέσο όρο των τεσσάρων τελευταίων ετών. Η Ελλάδα με 132.000.000 ελαιόδεντρα, κυρίως σε Πελοπόννησο, Κρήτη, και Ιόνιο, παρήγαγε το 2022 350.000 τόνους.

Φέτος όμως, η παραγωγή εκτιμάται στους 160.000 τόνους, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ελαιολάδου (ΕΔΟΕ). Η Ιταλία, χώρα στην οποία κατευθύνεται κυρίως η εξαγωγή της ελληνικής παραγωγής, είχε μια χρονιά με 235.000 τόνους το 2022, με τη φετινή σοδειά να φαίνεται να διασώζουν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, τα στρέμματα του Νότου.

«Πέρυσι η παραγωγή για Ιταλία και Ισπανία ήταν πολύ κακή. Ήρθαν οι έμποροι, οι Ιταλοί και Ισπανοί πήραν τα ελληνικά λάδια και ξέφυγαν οι τιμές». © Θωμάς Γιωτόπουλος

Ο Πρόδρομος συνεχίζει να μας εξιστορεί τι συνέβη τη φετινή χρονιά: 

«Ο Ισπανός και ο Ιταλός βλέποντας ότι δεν είχαν παραγωγή πέρσι, ήρθαν και πήραν ακριβά το δικό μας λάδι. Φτάνοντας στη φετινή άνοιξη και βλέποντας ότι πάλι δεν έχουν ανθοφορία, και δε θα έχουν την καρποφορία που περιμένουν την επόμενη χρονιά, το καλοκαίρι ήρθαν στην Ελλάδα και τα μάζεψαν όλα. Είπαν “δώστε μας ό,τι έχετε, ακόμη και περσινά”. Ξαφνικά η τιμή εκεί που ήταν στα 6 ευρώ πήγε στα 8,5 με 9.

Μια παρτίδα πουλήθηκε μόνο φέτος φρέσκια και μεγάλη. Ένα βυτίο που κοστολογήθηκε ακριβά και έφυγε για Ιταλία ήταν στα 9.25 ευρώ, από τους Αγίους Αποστόλους, μια περιοχή που πάντα έχει την τοπ τιμή στο ελαιόλαδο.

«Φέτος δεν το συζητάμε, δε φεύγει τίποτε. Ποιος να αφήσει λάδι όταν δεν έχει για το σπίτι του;» © Θωμάς Γιωτόπουλος

Προσωπικά για την παροχή υπηρεσίας που κάνω, ο παραγωγός μου αφήνει ένα ποσοστό επί του λαδιού ή με πληρώνει αντίστοιχα, σε χρήματα. Τώρα, το λάδι από εκεί και πέρα, αν αυτός θέλει να το εμπορευτεί, τον φέρνω σε επαφή με τον έμπορο. Φέτος δεν το συζητάμε, δε φεύγει τίποτε. Ποιος να αφήσει λάδι όταν δεν έχει για το σπίτι του;

Σήμερα έβαλα μπρος τις μηχανές στις 14:30 και θα τις σβήσω στις 17:30. Πέρυσι, αντίστοιχη ημέρα, δουλεύαμε 16 ώρες το 24ωρο, και όχι με ένα μηχάνημα, αλλά με δύο, για να εξυπηρετούνται δύο πελάτες ταυτόχρονα. Αυτή τη στιγμή, έχω το 10% της δουλειάς από το ποσοστό που θα έπρεπε να έχω».

Η παραγωγή της Χαλκιδικής

Στην περιοχή της Χαλκιδικής καλλιεργούν ελιές παραπάνω από 20.000 παραγωγοί με 330.000 στρέμματα. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής κατευθύνεται στο εμπόριο, η λεγόμενη επιτραπέζια ελιά, ενώ κάθε δέντρο αναμένεται να συνεισφέρει στη σοδειά με 50 κιλά.

 

Το 80% της παραγωγής της Χαλκιδικής, αφορά ελιές καλαμών, όπως αυτές που καλλιεργεί ο Παντελής. Γεννημένος στο Μαντούδι Ευβοίας, λοχίας στη Χαλκίδα και αργότερα οδηγός ΚΤΕΛ, καλλιεργεί πλέον ελιές στη Χαλκιδική. Συζητώντας για τη φετινή χρονιά, καθώς περιμένει στο ελαιοτριβείο το λάδι του πίνοντας λίγο αραιωμένο ουίσκι, μας εξηγεί πως τη φετινή χρονιά το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ο δάκος.

 

Ο Αλέξανδρος Λιτσαρδάκης με τον Παντελή που καλλιεργεί τις ελιές του στη Χαλκιδική. © Θωμάς Γιωτόπουλος

Μετά τη συγκομιδή, στη φάση της διαλογής, οι ελιές καλαμών που έχουν δάκο και δεν είναι εμπορεύσιμες έρχονται στο ελαιοτριβείο για να γίνουν λάδι. Ωστόσο, φέτος επειδή ο χειμώνας δεν ήταν βαρύς, τα δέντρα δεν πρόλαβαν να ξεκουραστούν, όπως λέει χαρακτηριστικά. Ο Παντελής αναφέρει πως ανέμενε η φετινή παραγωγή να είναι χαμηλή, με δεδομένο πως πέρυσι τα δέντρα ήταν γεμάτα και προσέφεραν παραπάνω από το αναμενόμενο.

Αντίστοιχα, ένα κτήμα που διατηρεί η οικογένεια Γιαντζακλίδη κάτω από το ελαιοτριβείο αριθμεί 217 δέντρα και την περσινή χρονιά, όπως μας ανέφερε ο Πρόδρομος, έδωσε 10 τόνους ελιά. Φέτος, τα ίδια δέντρα παρήγαγαν μόλις 180-200 κιλά, δηλαδή κάθε δέντρο έδωσε μισό με ένα κιλό ελιά.

Κλιματική κρίση

Η κλιματική κρίση με τις υψηλές θερμοκρασίες έχει διαταράξει τον κύκλο των δέντρων, με αποτέλεσμα να μην ανθίζουν ή να μην καρποφορούν καθόλου. Μεταξύ άλλων, ο δάκος, που επιδρά και αυτός στην παραγωγή, επηρεάζεται επίσης από τις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού.

Ο καθηγητής του τμήματος Γεωπονίας του ΑΠΘ, Ανδρέας Μαμώλος, εξηγεί μια σειρά από παράγοντες που απασχολούν και θα απασχολήσουν την ελληνική ελαιοπαραγωγή τα επόμενα χρόνια.

«Το φαινόμενο της παρενιαυτοφορίας που παρατηρείται στην ελιά, σημαίνει ότι ορμονικοί λόγοι συμβάλλουν στο να έχουμε παραγωγή χρονιά παρά χρονιά. Αυτό σε συνδυασμό, βέβαια, και με την παρατεταμένη ξηρασία, την παρατεταμένη χαμηλή θερμοκρασία ή τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες πάνω από 38 βαθμούς, δημιουργούν μία αστάθεια.

Οι παράγοντες που επηρεάζουν το κλίμα είναι ο υδρολογικός κύκλος, δηλαδή το ύψος βροχής που πέφτει κατά τη διάρκεια του έτους και πότε αυτό πέφτει, και το δεύτερο είναι οι θερμοκρασίες. Η καλλιέργεια της ελιάς αναπτύσσεται σε συγκεκριμένες περιοχές, σε άλλες είναι με άρδευση και σε άλλες είναι ξηρική.

Βέβαια η διάρθρωση στη χώρα μας έχει να κάνει και με διαφορετικές ποικιλίες, άλλες είναι για παραγωγή ελαιοκάρπου για βρώσιμη ελιά, και άλλες είναι για να παράγουμε λάδι. Όπου έχουμε άρδευση τα πράγματα είναι σχετικά πιο ενθαρρυντικά όσον αφορά τις αποδόσεις.

Στις περιοχές που έχουμε ξηρική την καλλιέργεια, ένας επιπλέον παράγοντας είναι και το ύψος βροχής. Στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, και ειδικότερα η Λέσβος που παράγει υψηλή ποσότητα λαδιού, έχει μεγάλο πρόβλημα λόγω του χαμηλού ύψους βροχής και της μη ομοιόμορφης κατανομής κατά τη διάρκεια του έτους.

Τα επόμενα χρόνια δεν είναι εύκολο να μιλήσουμε για μείωση ή για αύξηση της παραγωγής. Σημειωτέον η καλλιέργεια της ελιάς στη Βόρεια Ελλάδα πριν 40-50 χρόνια δεν υπήρχε, σποραδικά είχαμε κάποια δέντρα εδώ και εκεί.

Λόγω των κλιματικών μεταβολών αυτό που έχει παρατηρηθεί, είναι να ξεκινούν οι παραγωγές να μετακινούνται βορειότερα. Εκεί υπάρχει ο κίνδυνος και από πλευράς ασθενειών, αλλά και από πλευράς χαμηλών θερμοκρασιών. Αν έχουμε έναν παρατεταμένο παγετό κάποιους μήνες, μπορεί να έχουμε πρόβλημα.

Από τον Γενάρη και μετά θα έχουμε μία έλλειψη, η οποία ή θα διατηρήσει ή θα πιέζει τις τιμές προς τα πάνω. Αυτό επηρεάζεται από την περιορισμένη παραγωγή που έχει δυο κατευθύνσεις. Μια είναι το εξωτερικό, γιατί και άλλες χώρες έχουν πρόβλημα, και η άλλη είναι η εσωτερική κατανάλωση.

Λάδι από την Ελλάδα και ειδικά από τα νησιά, το φόρτωναν οι Ιταλοί και επειδή υπάρχουν και ανάλογες συνθήκες στη Σικελία, το συσκεύαζαν και το διοχέτευαν στην Αμερική. Αυτό συνέβαινε επειδή υπάρχει αδυναμία να ταυτοποιήσεις την προέλευση του λαδιού, καθώς είναι πολύ ακριβή η μεθοδολογία που ακολουθείται για να γίνει αυτό.

Η ελληνική αγορά επηρεάζεται από αυτήν την πρακτική, η οποία δημιουργεί ελλείψεις. Όταν κάποιος έχει υπογράψει συμβόλαιο, έρχεται και δίνοντας μια πιο δελεαστική τιμή, παίρνει μια μεγάλη ποσότητα λαδιού.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, είναι μικρός ο αριθμός των ελαιοπαραγωγών, που δηλώνουν αποκλειστικά αγρότες. © Θωμάς Γιωτόπουλος

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, είναι μικρός ο αριθμός των ελαιοπαραγωγών, που δηλώνουν αποκλειστικά αγρότες. Οι περισσότεροι είναι δημόσιοι υπάλληλοι ή είναι άνθρωποι οι οποίοι έχουν άλλες δουλειές ως κύριες. Απλά έχουν ένα χωράφι, παίρνουν το λάδι τους και δίνουν το υπόλοιπο.

Αυτό είναι ένα θέμα το οποίο μας απασχολεί και θα μας απασχολήσει και στο μέλλον. Ειδικά όταν αλλάξει το καθεστώς των επιδοτήσεων και της διαδικασίας που έχει να κάνει με την παραγωγή λαδιού».