© Aris Oikonomou /SOOC
ΠΟΛΗ

Η ιστορία του «ερωτικού» φανοστάτη της Πλατείας Εξαρχείων

Τρεις ημίγυμνοι και στρουμπουλοί ερωτιδείς είναι οι μόνιμοι μάρτυρες στην ιστορία της πλατείας, από τότε που ρυμοτομήθηκε. Πλέον είναι κρυμμένοι πίσω από τις λαμαρίνες και τα σύρματα, με άγνωστη ημερομηνία λήξης.

Δεν είναι μόνο οι λαμαρίνες, αλλά και ένας ακόμη «όροφος» από μεταλλική περίφραξη, που έχει τοποθετηθεί στην πλατεία Εξαρχείων, για να ξεκινήσουν οι εργασίες για την κατασκευή του σταθμού.

Δυνάμεις της αστυνομίας είναι σταθερά ακροβολισμένες σε κάθε γωνιά, ενώ κάτοικοι και ομάδες με μακρόχρονη παρουσία στην περιοχή επιμένουν στην τακτική της συσπείρωσης, με την ελπίδα να ανατρέψουν την τετελεσμένη απόφαση που ξεκίνησε εσπευσμένα μέσα στον Αύγουστο: τρεις συνελεύσεις τρέχουν ανά εβδομάδα, αυτή τη στιγμή.

«Πέρα από όλα τα πολιτικά και κοινωνικά ερωτήματα αυτής της απόφασης, την τουριστικοποίηση και τον εξευγενισμό των Εξαρχείων, ο μετροπόντικας θα συναντήσει μεγάλα κατασκευαστικά εμπόδια στην πλατεία», μου λέει σε μια γρήγορη κουβέντα η Ελένη, ένα άτομο από το Συντονιστικό δράσεων για την υπεράσπιση των Εξαρχείων, το οποίο συστάθηκε πέρσι, με την ανακοίνωση των έργων. «Θα χρειαστεί τουλάχιστον μια δεκαετία».

Η στάση στα Εξάρχεια δεν ανήκει στο τμήμα της γραμμής 4 που θα παραδοθεί στην πρώτη φάση, ενώ έντονες είναι οι ανησυχίες για το υπέδαφος αυτής της περιοχής: εκτός από τα αρχαία (που είναι απίθανο να μην εμφανιστούν), είναι και τα υπόγεια ύδατα, τα οποία πρέπει να ρυθμιστούν, με τις πολυκατοικίες σε απόσταση αναπνοής. Στο μεσοδιάστημα, η πλατεία θα είναι επιδεικτικά περιφρουρημένη και κλειδωμένη, όπως δείχνουν τα πράγματα.

Πίσω από το περιμετρικό φράγμα, τρία ακίνητα, στρουμπουλά πλάσματα είναι οι μόνιμοι μάρτυρες αυτής της ιστορίας: είναι τα ίδια πλάσματα, που είδαν «τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη να σιγοτραγουδά γυρνώντας σπίτι του και τον Κωστή Παλαμά πιο πέρα με τις φιλολογικές βραδιές που διοργάνωνε, είδαν με ένα χαμόγελο τον Δημήτρη Χορν να πολιορκεί την Έλλη Λαμπέτη και ανταπέδωσαν τον χαιρετισμό του Νικόλα Άσιμου και του Βασίλη Ραφαηλίδη», όπως έγραψε ένας από τους κατοίκους της περιοχής για το άγαλμα-σύμβολο των Εξαρχείων: τους Τρεις Ερωτίδες.

Άγνωστο παραμένει το ποια θα είναι η θέση τους μετά την ανάπλαση, αφού δεν έχουν κυκλοφορήσει φωτορεαλιστικές φωτογραφίες για τη νέα εικόνα στην πλατεία Εξαρχείων. Παρεμπιπτόντως, αποτελεί ένα από τα λίγα δημόσια γλυπτά που είναι γνωστά στους κατοίκους, όπως είχε φανεί και σε μια πρόσφατη διπλωματική έρευνα.

Τρεις αιωνόβιοι έρωτες

Λειψές είναι οι πληροφορίες και οι αφηγήσεις για το άγαλμα που κοσμεί το κέντρο της πλατείας Εξαρχείων – στην ουσία δεν πρόκειται παρά για ορειχάλκινο φανοστάτη με τις τρεις φιγούρες ως διακόσμηση. Τοποθετήθηκε κατά τη ρυμοτομική οριοθέτηση της πλατείας τη δεκαετία του ’60, επί Δημαρχίας Γεωργίου Πλυτά, μετά τις πιέσεις από τον Σύλλογο Εξαρχείων, αλλά η κατασκευή του γλυπτού-φανοστάτη είναι σίγουρα παλαιότερη: Η επιγραφή επάνω του αναφέρει το γαλλικό χυτήριο του Antoine Durenne που ειδικευόταν στη χύτευση γλυπτών και διακοσμητικών έργων τέχνης.

Βάσει όσων αναφέρει η ιστορικός τέχνης Ζέτα Αντωνοπούλου στο βιβλίο Τα γλυπτά της Αθήνας «η χρονολογία κατασκευής του έργου πρέπει να τοποθετείται μετά το 1900, καθώς παλιότερα το χυτήριο δούλευε αποκλειστικά με χυτοσίδηρο».

Γνωρίζουμε επίσης το συνομήλικο αδερφάκι του: ένα πολύ παρόμοιο (αλλά όχι ίδιο) γλυπτό από τους παρισινούς τεχνίτες, το οποίο κοσμεί το κέντρο της πλατείας Αγίου Γεωργίου στην Κυψέλη. Στο σύγγραμμα Ιχνηλατώντας την πόλη των Γιοχάλα και Καφετζάκη κατονομάζεται ο Γάλλος γλύπτης Carrier ως δημιουργός εκείνου του ορειχάλκινου φανοστάτη, στις αρχές του 20ού αιώνα.

Τα αγόρια σε εκείνο το γλυπτό κρατούν κύπελλο, κλαδί και κέρατο, ενώ οι Τρεις Ερωτίδες στα Εξάρχεια έχουν στα χέρια τους ένα κοχύλι, ένα αγγείο και ένα μουσικό όργανο.

Με πλούσια κόμη, στεφάνια στα μαλλιά και κομψά σπασίματα στον κορμό τους, οι τρεις μικροί Έρωτες (ύψους περί το 1,30 μ. ο καθένας) είναι στραμμένοι προς τις τρεις πλευρές της πλατείας, αποπνέοντας ένα μείγμα αθωότητας και ελευθερίας. Τα απόκρυφα σημεία τους είναι καλυμμένα με ύφασμα.