ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Βασίλης Μπούτσικος ονειρεύεται το ανέφικτο για να μην βγαίνει απλά η ζωή

Από τις Άγριες Μέλισσες στο Παιδί. Από τον Άμλετ της Κατερίνας Ευαγγελάτου στο The Dreamers του Κωνσταντίνου Ρήγου, που σε λίγες μέρες θα δούμε στο θέατρο. Από τις μικρές εμφανίσεις σε ταινίες, στους μεγάλους ρόλους που ονειρεύεται στο σινεμά. Ο φετινός νικητής του Βραβείου Χορν έρχεται με την ορμή της νιότης του, αλλά χωρίς γκάζια, να βρει τη δική του θέση στον κόσμο.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

Αποκομμένοι από τον έξω κόσμο, κι ενώ η Γαλλία φλέγεται από την εξέγερση του Μάη του 1968 και οι δρόμοι γεμίζουν διαδηλωτές, οδοφράγματα και πολιτικά συνθήματα, τρεις νέοι ζουν σε μια ιδιωτική ουτοπία που έχουν φτιάξει. Μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός διαμερίσματος, απολαμβάνουν την αγάπη τους για τον κινηματογράφο, βιώνουν τον πόθο ο ένας για τον άλλον και παίζουν ένα επικίνδυνο παιχνίδι έρωτα και εξουσίας. Όλα αυτά, μέχρι τη στιγμή που η Ιστορία θα χτυπήσει την πόρτα τους.

Σαν άλλος The Dreamer από την εμβληματική ταινία του Bernardo Bertolucci, ο Βασίλης Μπούτσικος με υποδέχτηκε στη δική του ιδιωτική ουτοπία – τη μία από τις πολλές που έχει φτιάξει για να αποδρά από την καθημερινότητα και την πραγματικότητα· για να βρίσκει ψυχική ηρεμία, κενό χρόνο, νόημα. Με δικά του λόγια, να ξαναβρίσκει «το γούστο σε αυτό που κάνει, την υποκριτική». Με ακόμα πιο δικά του λόγια, «για να μην είναι η ζωή, μόνο, “χριστέ μου, πόσο ήρθε η ΔΕΗ”».

Συναντηθήκαμε με αφορμή το Τhe Dreamers, τη νέα παράσταση του Κωνσταντίνου Ρήγου στην οποία πρωταγωνιστεί και θα δούμε προσεχώς στο Σύγχρονο Θέατρο. 

Πάνω από ένα πολύχρωμο τραπέζι με αρωματικά κεριά, βιβλία, coffee table books, με μουσική να παίζει κάπου στο background και μία ατμόσφαιρα που είχε αναμφίβολα κάτι το μποέμ, ο Βασίλης ξεκίνησε να ξεδιπλώνεται.

Αν και δεν είχα καμία καλλιτεχνική επιρροή από την οικογένειά μου, κάτι καλλιτεχνικό υπήρχε μέσα μου από παιδί. Έπαιζα κιθάρα, έβλεπα με τις ώρες βίντεο κλιπ, τα ξεπατίκωνα και χόρευα μόνος μου στο δωμάτιο.

Έλα όμως που πέρασα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων στο Φυσικό, που δεν είχε τίποτα το καλλιτεχνικό. Κάπου στο δεύτερο έτος, κάτι δε μου άρεσε, δεν περνούσα καλά. Έψαχνα ένα χόμπι για να βρω γούστο σε κάτι. Αρχικά, σκέφτηκα να μπω στην κινηματογραφική ομάδα του πανεπιστημίου. Έβλεπαν όμως απλά ταινίες και τις σχολίαζαν και κάπως βαριόμουν. Μετά έμαθα ότι υπήρχε ερασιτεχνική θεατρική ομάδα και λέω ας πάω για τον χαβαλέ. Για να μην στα πολυλογώ, τα επόμενα τρία χρόνια ξημεροβραδιαζόμουν εκεί μέσα. Ήμασταν αυτοδιαχειριζόμενοι, κάναμε εμείς τα πάντα (τα φώτα, τα κοστούμια), ζούσαμε εκεί, κάναμε πάρτι, φέρναμε ομάδες από τη Θεσσαλονίκη για να παίξουμε μαζί, είχαμε γίνει μία μικρή κοινωνία. Άνοιξε έτσι μέσα μου και έξω μου ένας τεράστιος κόσμος, απίστευτος, που ούτε καν τον είχα φανταστεί. 

Σε ένα από αυτά τα υπερατλαντικά ταξίδια Γιάννενα – Αθήνα με το ΚΤΕΛ, σκέφτηκα πώς θα ήταν αν το έκανα όλο αυτό κανονικά. Παράτησα το Φυσικό και πέρασα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. 

Η πρώτη μου δουλειά ήταν στο θέατρο, με τον Άμλετ της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Μία υπέροχη συνθήκη και συνάντηση, που όμως κόπηκε απότομα -προλάβαμε να παίξουμε δύο μήνες- λόγω της Covid-19. Ήταν πολύ παράξενο όλο αυτό, γιατί με το που ξεκίνησα να μπαίνω στην υποκριτική, ήρθε η πανδημία και με τράβηξε πίσω.  

Μετά, ήρθαν οι Άγριες Μέλισσες. Ένας μικρός ρόλος δικός μου σε μία μεγάλη σειρά, από τις πιο επιτυχημένες της ελληνικής τηλεόρασης, την οποία για να είμαι ειλικρινής δεν παρακολουθώ. Μέσα από αυτήν όμως έγινα ευρέως γνωστός και έχω γεμίσει αγάπη και γι’ αυτό δεν μπορώ να είμαι αχάριστος. 

Το Παιδί είναι από τις πιο ωραίες εκπλήξεις, ίσως η πιο ωραία, στη μέχρι τώρα πορεία μου στην υποκριτική. Μου υπενθύμισε ότι πρέπει να αφήνω τη ζωή να με εκπλήσσει.

Φοβήθηκα πολύ στην αρχή τόσο το γεγονός ότι η σειρά ήταν καθημερινή -σκέφτηκα πού πάω να μπλέξω τώρα- όσο και τον ρόλο μου: έναν νεαρό στο φάσμα του αυτισμού. Τελικά, μετά από προσωπική έρευνα -είδα ταινίες και σειρές αντίστοιχης θεματικής, διάβασα βιβλία, μίλησα με μία φίλη λογοθεραπεύτρια- και πολλές πρόβες, βούτηξα στον κόσμο που έφτιαξαν ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης (σενάριο) και ο Στέφανος Μπλάτσος (σκηνοθεσία) και το απόλαυσα, όχι αμέσως όμως.

Κι ενώ σκεφτόμουν ότι θα δουν τη σειρα γονείς που έχουν παιδιά στο φάσμα ή ενήλικες που πάσχουν από αυτισμό και τι θα σκεφτούν, πώς θα νιώσουν, πώς θα τους φανεί αυτό που πάμε να κάνουμε, πήρα τελικά τόση αγάπη που δεν ξέρω ακόμα πώς να τη διαχειριστώ. Και δεν εννοώ ότι μου έλεγαν πόσο ωραία παίζω μπλα, μπλα, μπλα, αλλά ήταν τύπου «σε ευχαριστούμε που σπάτε το στίγμα, που βλέπουμε ότι το παιδί μας μπορεί να ερωτευτεί, να ενταχθεί στην κοινωνία, να μην είναι ο διαφορετικός».

Ήμασταν σίγουροι ότι Το Παιδί θα επέστρεφε στην ΕΡΤ1 με δεύτερη σεζόν, αλλά μας ανακοινώθηκε, χωρίς να ειπωθεί ο λόγος, ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί. Η εταιρεία παραγωγής έκανε συζητήσεις με άλλα κανάλια που έπεσαν στο κενό και τελικά, αποφάσισε να προχωρήσει σε κάτι που δεν συνηθίζεται στην Ελλάδα, δεν το έχουμε στην κουλτούρα μας, όπως στο εξωτερικό: κάνουμε crowdfunding για να συγκεντρώσουμε τα απαιτούμενα χρήματα, ώστε να δείτε τη συνέχεια της ιστορίας μας. Μακάρι να τη δείτε, το θέλω πολύ, αλλά προσπαθώ να μην το πολυσκέφτομαι. 

Παλαιότερα, αγωνιούσα πολύ για πράγματα που δεν περνούσαν από το χέρι μου και στο τέλος, ματαιωνόμουν. Πλέον, έχω μάθει να κρατώ μία απόσταση ασφαλείας. Έχω μάθει να ζω το τώρα, να μην παθαίνω ταραχή με το τι θα γίνει μετά.

Το τελευταίο πράγμα που περίμενα ήταν να κερδίσω φέτος το βραβείο Χορν (σ.σ. τιμήθηκε για την ερμηνεία του στην παράσταση Ένας Καταραμένος Κόσμος του Βασίλη Μαυρογεωργίου στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν). Όταν άκουσα το όνομά μου, ξαφνιάστηκα. Ήταν ήδη πολύ σημαντικό για μένα και μόνο το ότι κατάφερα να είμαι μέσα στους υποψήφιους νεαρούς ηθοποιούς. Ότι κάποιος με είδε, με ξεχώρισε, μου έδωσε μία ώθηση για να συνεχίσω να κάνω αυτό που έχω ξεκινήσει. Μερικές φορές, σκέφτομαι μήπως τους κορόιδεψα. 

Επί της ουσίας, το βραβείο δεν άλλαξε κάτι. Μην φανταστείς ότι χτυπάνε τα τηλέφωνα σαν τρελά και με ζητάνε για δουλειές. Ζω με τις ίδιες ανησυχίες, τις οποίες δεν είχα εξαρχής. Οι γονείς μου σίγουρα τις είχαν. Εγώ μπήκα στην υποκριτική ρομαντικά, με άγνοια κινδύνου, με την ορμή της νιότης. 

Μετά, βέβαια, έρχεται και σε βρίσκει η ζωή και συνειδητοποιείς ότι το να είσαι ηθοποιός είναι ένα ακόμα επάγγελμα, όπου μισθολογικά δεν θα παίρνεις πάντα αυτό που θες, όπου το ανθρώπινο δυναμικό θα είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης, όπου δεν είναι κάθε συνεργασία όπως τη φανταζόσουν, όπου θα πρέπει κάποιες φορές να ρίξεις τα στάνταρντ σου, όπου όλα τα παραπάνω είναι μέρος του παιχνιδιού που καλείσαι να παίζεις καθημερινά για να επιβιώσεις. 

Προφανώς και έχω κάνει δουλειές, που η συνεργασία με ζόρισε. Δεν ήταν κακοποιητική, αλλά ήταν κακή. 

Με τον Κωνσταντίνο Ρήγο, συνεργαζόμαστε φέτος για δεύτερη φορά -η πρώτη ήταν στους Ιππείς στην Επίδαυρο το 2021- και θα υπάρξει και τρίτη. Λίγο πριν το τέλος της χρονιάς, θα παίξω στο Πολύ Κακό για το Τίποτα του Σαίξπηρ που θα παρουσιάσει στο Εθνικό Θέατρο. Αυτό που μου αρέσει σε εκείνον είναι ότι φτιάχνει πάντα ένα ασφαλές περιβάλλον για τους ηθοποιούς και τους συνεργάτες του. Δεν λειτουργεί με το «εγώ είμαι ο σκηνοθέτης, εγώ θα σου πω τι θα κάνεις, εγώ ξέρω το σωστό και το λάθος». Σου δίνει χώρο να είσαι ο εαυτός σου, να μην φοβάσαι να ρωτήσεις ακόμα και τη βλακεία που σκέφτηκες, να μιλήσεις αν δεν νιώθεις άνετα, να προτείνεις, να συνδημιουργήσεις. 

Στο The Dreamers, ο Τεό, η Ιζαμπέλ (δίδυμα αδέρφια από αστική οικογένεια) και ο Μάθιου (ο Αμερικανός που φτάνει στη γαλλική πρωτεύουσα για να βελτιώσει τα γαλλικά του) ζουν μέσα σε ένα σπίτι αποκομμένοι από τον κόσμο, ενώ έξω γίνονται τα γεγονότα του 1968 στο Παρίσι. Ζουν μέσα από το σινεμά και διαβάζουν τον κόσμο μέσα από τις αγαπημένες τους ταινίες, εκείνες της Nouvelle Vague. Συζητούν για την κοινωνικοπολιτική αναταραχή που συμβαίνει έξω, με την ασφάλεια που τους προσφέρει το μέσα, αλλά στο τέλος, τη χρησιμοποιούν ως ένα μέσο για να γοητεύσουν ο ένας τον άλλον, ακόμα και για να συγκρουστούν. 

Ο δικός μου ρόλος είναι του Τεό. Αν και εντελώς διαφορετικός χαρακτήρας από την δίδυμη αδερφή του, έχει μάθει να συνυπάρχει μαζί της με έναν ασφυκτικό τρόπο. Όταν λόγω των γεγονότων, κλεινει η Ταινιοθήκη της Γαλλίας που ήταν η ζωή τους -περνούσαν μέρες και νύχτες εκεί μέσα-, κλείνονται στο διαμέρισμα και ψάχνουν μανιωδώς να γεννήσουν κάτι που θα δώσει νόημα στη ζωή τους. Αυτό το κάτι το βρίσκουν στον Μάθιου που λειτουργεί σαν καταλύτης στη σχέση τους και γίνεται ο καθρέπτης τους από το πώς αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τον κόσμο έξω. Ο Τεό θέλει πολύ να οδηγήσει τους άλλους δύο στο έξω, να βγουν από το σπίτι και να κατέβουν στις διαδηλώσεις, αλλά πάντα κάτι τον σταματάει. Ο φόβος τον σταματάει. 

Δεν θα δείτε κάποια άλλη ιστορία από αυτήν του Bertolucci. Θα δείτε όμως να φωτίζονται πράγματα που φωτίζει περισσότερο το μυθιστόρημα του Gilbert Adair, στο οποίο βασίστηκε η ταινία. Όπως το πώς το σώμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα μέσο εξουσίας μεταξύ των σχέσεων. Όπως το πώς η τέχνη μπορεί να γίνει καταφύγιο και το πώς μπορείς να φτιάξεις έναν κόσμο μέσα σε ένα σπίτι θεωρώντας ότι έτσι ζεις, αλλά στην πραγματικότητα αποφεύγεις να είσαι ενεργός προς τα έξω. Αρκεί όμως αυτό; Το να πουν τρεις άνθρωποι ότι έφτιαξαν τον δικό τους παράδεισο σε ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη, αλλά είναι εντελώς αποκομμένοι από το κοινωνικό σύνολο; 

Πολλές φορές είναι τόσο μεγάλο, αβάσταχτο, αγχωτικό το τι μπορεί να συμβαίνει έξω, με αποτέλεσμα να κλεινόμαστε. Το ζουμε κι εμείς. Ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι μόνο με αρνητικές ειδήσεις και το μόνο που θέλουμε είναι να γυρίσουμε σπίτι να σκρολάρουμε στο κινητό και να δούμε Netflix ή να βρεθούμε με δύο φίλους να πιούμε μια μπύρα και να θεωρούμε ότι αν έχουμε αυτό το καταφύγιο είμαστε εντάξει ό,τι κι αν συμβαίνει έξω. Γίνεται όμως αυτό το έξω να μην μας χτυπήσει αργά ή γρήγορα την πόρτα, ειδικά, για τους περισσότερους από εμάς που δεν έχουμε λυμένο το θέμα της καθημερινής επιβίωσης; Όσο και να λέω «αυτό δεν με αφορά», θα έρθει η στιγμή που «θα με αφορά». Όσο και να κλείνω τα μάτια σε αυτό που βλέπω έξω, κάποια στιγμή θα αναγκαστώ να το δω, να πάρω θέση και να κάνω κάτι γι’ αυτό. 

Δημιουργώ safe spaces για να βρίσκω την ψυχική μου ηρεμία, να χαλαρώνω, να αποφορτίζομαι. Δεν βγαίνει αλλιώς η ζωή. Είναι το σινεμά που λατρεύω, το σπίτι μου εδώ στην Αθήνα, το χωριό μου στα Βαρδούσια. Δεν σου κρύβω ότι κάθε φορά που έρχομαι σε επαφή με τη φύση, φλερτάρω με την ιδέα να τα παρατήσω όλα και να πάρω τα βουνά. Είναι φορές που η ζωή στην πόλη είναι πιο μεγάλη από αυτή που αντέχω. Δεν είμαι προγραμματισμένος να είμαι συνεχώς στα γκάζια. 

Οι φίλοι μου, όμως, είναι το μεγαλύτερο καταφύγιο όλων. Η φιλία για μένα είναι το ύψιστο δώρο. Στα 33 μου, δεν έχω πολλούς, έχω όμως φίλους που είμαστε μαζί σχεδόν μία ολόκληρη ζωή. Είναι οι νησίδες μου όταν χάνω τον εαυτό μου, όταν μπαίνω στον αυτόματο. 

Το The Dreamers είναι τελικά για μένα μια ιστορία ενηλικίωσης. Έτσι, το αντιλαμβάνομαι. Το πώς ένας νέος άνθρωπος επιλέγει να βρει τη θέση του στον κόσμο, ανεξαρτήτως από την οικογένεια και τους κοντινούς του ανθρώπους, προκειμένου να βρει μεταξύ άλλων και την προσωπική του ελευθερία. Τα όνειρα, σχεδόν πάντα, χρειάζονται ένα άλμα πίστης και θάρρους για να γίνουν πράξη και εκεί είναι που κολλάμε. 

Ονειρεύομαι αυτό που λες φορές φαντάζει ανέφικτο. Ονειρεύομαι ταξίδια, να φύγω εκτός και να δουλέψω ως ηθοποιός σε μία άλλη χώρα, να κάνω σινεμά το οποίο λατρεύω. Να μαγευτώ από κάτι άλλο, που δεν θα μπορούσα καν να φανταστώ. Θέλω να ανοίξω το κάδρο μου. Είμαι στο τσακ, δηλαδή, να βρω το e-mail της Alice Rohrwacher, Ιταλίδας σκηνοθέτιδας που έχει γυρίσει το La Chimere (2023) και το Happy as Lazzaro (2018), να της στείλω το βιογραφικό μου και να της πω ότι δεν ξέρω γρι ιταλικά, αλλά είμαι διατεθειμένος να κάνω τα πάντα για να παίξω στις ταινίες της. Οι κόσμοι που φτιάχνει έχουν το στοιχείο του ονείρου, του υπερβατικού που εισχωρεί σε πράγματα καθημερινά. Οι ήρωες της ζουν μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Ψάχνουν να βρουν κάτι ποιητικό έξω από τον ωμό ρεαλισμό της καθημερινότητας. Αυτό δεν ψάχνουμε όλοι; 

***

The Dreamers

Θεατρική διασκευή: Tom Kinninmont 

Μετάφραση: Έρι Κύργια 

Σκηνοθεσία, Σκηνικό: Κωνσταντίνος Ρήγος 

Μουσική: Ted Reglkis 

Βοηθός σκηνοθέτη: Άγγελος Παναγόπουλος 

Κοστούμια: Νατάσα Δημητρίου 

Σχεδιασμός οπτικής ταυτότητας: Θωμάς Παλιβός 

Δημόσιες σχέσεις: Κωνσταντίνος Τσακαλάκης 

Διεύθυνση παραγωγής: Αλέξανδρος Ζώης 

Βοηθός παραγωγής: Αλεξάνδρα Τσιμιδάκη 

Παραγωγή: People Entertainment Group 

Ερμηνεία: Ινώ Αθανασιάδου, Βασίλης Μπούτσικος, Νικόλας Χαλκιαδάκης.

Info: από 3 Οκτωβρίου στο Σύγχρονο Θέατρο. Προπώληση εδώ.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.