Αναζητώντας στις ταράτσες τον χαμένο ορίζοντα της Αθήνας
Απευθυνθήκαμε στον φωτογράφο Δημήτρη Κλεάνθη για την εν εξελίξει σειρά που αφιερώνει στις ταράτσες και τα δώματα της πόλης, συζητώντας για τον «χαμένο ορίζοντα» και τις δυνατότητες που κρύβονται εκεί, αρκεί να υπάρχει φαντασία.
- 10 ΜΑΡ 2026
Από μία μηδενιστική άποψη, είναι πρακτικά αδύνατο να γλιτώσει τώρα η πρωτεύουσα από τη «ρυμοτομία της ασφυξίας» που εφαρμόστηκε μεταπολεμικά, μέσα από υψηλούς συντελεστές δόμησης και το μοντέλο της αντιπαροχής – πρόσφατη καταγραφή στο δομημένο περιβάλλον της μητροπολητικής Αθήνας έδειξε ότι πλέον μόνο το 6% των οικοδομικών τετραγώνων παραμένει αδόμητο, ενώ στο υπόλοιπο απλώνεται το τσιμεντένιο «χαλί» των πολυκατοικιών όπου κατοικεί σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας
Η ίδια μελέτη αναφέρει ότι στο 40% των οικοδομικών μπλοκ η πυκνότητα δόμησης είναι «υψηλή έως πολύ υψηλή», ένα ποσοστό το οποίο κρύβει αμέτρητες ιστορίες ενοίκων που αναγκάζονται να διαβιούν σε ανήλιαγα στενά, πολύ κοντά με τους απέναντι. Tο έχω ζήσει παλιότερα στα Εξάρχεια, φίλοι μου ακόμη πιο έντονα στα Σεπόλια και τα Πατήσια. Όταν το βλέμμα σου κουτουλάει μονίμως σε κτίρια, χάνεις την αίσθηση του προσανατολισμού. Σαν να μην υπάρχουν κοντά λόφοι, θάλασσα, ούτε καν άλλες περιοχές.
Ώσπου μια μέρα, αποφασίζεις από περιέργεια να πάρεις το ασανσέρ και να ανέβεις στην ταράτσα, ανακαλύπτοντας ότι πέρα από την ενοχλητική απέναντι πολυκατοικία, πέρα από τα καλώδια της ΔΕΗ, απλώνεται κανονικά ο ορίζοντας αυτής της πόλης. Μόλις ξεκλείδωσες ένα νέο παράθυρο διαφυγής από την ασφυκτική ρυμοτομία.
Όσοι έχουν μείνει σε πυκνοκατοικημένες περιοχές θα επιβεβαιώσουν ότι οι ταράτσες και τα δώματα παραμένουν ένα κρυφό χαρτί.
«Δεν είναι όπως στα προάστια, οι ταράτσες στο κέντρο έχουν περισσότερη ζωή – έχουν θεατρικότητα», όπως μεταφέρει με αφορμή το σχετικό πρότζεκτ που τρέχει ο Δημήτρης Κλεάνθης, ένας φωτογράφος που έχει ασχοληθεί επανειλημμένα με το αθηναϊκό τοπίο. Τους τελευταίους μήνες, έχει εστιάσει στο «πάνω επίπεδο της πόλης, αυτό τον άσημο και κρυμμένο χώρο μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού όπου το βλέμμα βρίσκει επιτέλους το άνοιγμα προς τον ουρανό».
Είναι μία φωτογραφική σειρά τοπίου, που περιλαμβάνει ενίοτε και πορτρέτα ενοίκων, υπό τον τίτλο «Δώματα, ταράτσες και ο χαμένος ορίζοντας της Αθήνας». Μια εν εξελίξει δουλειά, που φωτίζει από άλλη οπτική το δομημένο περιβάλλον της πρωτεύουσας, δείχνοντας ότι πάνω στο αχανές χαλί από μπετόν που απλώθηκε μεταπολεμικά, μπορούμε σήμερα να εφεύρουμε έναν νέο δημόσιο χώρο.
Ζητάω από τον Δημήτρη Κλεάνθη να μεταφέρει τη δική του σχέση με τις ταράτσες μέσα στα χρόνια.
Ο ίδιος μεγάλωσε στο Χαλάνδρι, αργότερα εγκαταστάθηκε για σχεδόν μια δεκαετία στο κέντρο της πόλης και πλέον έχει επιστρέψει στα Βόρεια. Όπως παραδέχεται, η επαφή του με τις ταράτσες δεν διέφερε εν πολλοίς από εκείνη των περισσότερων: δεν τους έδινε ιδιαίτερη σημασία.
«Στα σπίτια που έχω νοικιάσει κατά καιρούς, αντιλαμβανόμουν τις ταράτσες ως χρηστικούς χώρους για τη λειτουργία της πολυκατοικίας, ήξερα ότι εκεί βρίσκονται οι κεραίες και οι θερμοσίφωνες, τίποτα το ενδιαφέρον. Πολλές φορές, άλλωστε, δεν είχα καν πρόσβαση – λουκέτα, περίεργοι διαχειριστές. Απ’ την άλλη, στην πολυκατοικία που μεγάλωσα στο Χαλάνδρι, πιο οικογενειακού χαρακτήρα, είχα πάντα πρόσβαση στην ταράτσα και ανά διαστήματα ανέβαινα εκεί για να χαζέψω τη θέα προς τον Υμηττό». Η θέα ήταν πάντοτε το θέλγητρο, όπως τονίζει.
Όταν θα ξεκινούσε τελικά να δουλεύει για τον «χαμένο ορίζοντα της Αθήνας», επικοινωνώντας με κόσμο μέσω Instagram και αποκτώντας έπειτα πρόσβαση σε διαφορετικές γειτονιές του κέντρου, γειτονιές με κάθε εθνοτικό και οικονομικό προφίλ, τότε θα ανακάλυπτε ότι ο κόσμος ανεβαίνει στις ταράτσες για πολλούς περισσότερους και πιο απρόσμενους λόγους, από το να δει τη θέα.
Είναι ένα ανεξάτλητο πεδίο δυνατοτήτων.
«Έχω δει τις ταράτσες ως ασφαλή χώρο συνάντησης εν μέσω κορονοϊού. Ως χώρο για παιδικό πάρτι από τους Φιλιππινέζους των Αμπελόκηπων. Έχω δει συστηματικά στην ταράτσα τον γείτονά μου, τον γιόγκι όπως τον έλεγα, να διαλογίζεται και να φροντίζει επιμελώς τα φυτά του. Έχω δει ταράτσες οι οποίες χρησιμοποιούνται ως ατελιέ ζωγραφικής, ως χώρος γυμναστικής αλλά και μελέτης. Έχω ανέβει σε ένα μικρό ατμοσφαιρικό δώμα στην Κυψέλη, στο οποίο η Κατερίνα και η Ελένη συναντιούνται καθημερινά για αποσυμπίεση, μετά τη δουλειά. Υπάρχει και το παράδειγμα στην Πατησίων, όπου η ταράτσα χρησιμοποιείται για τις συνελεύσεις της πολυκατοικίας».
Ενδιαφέρουσες σκηνές και πρόσωπα που, από μια ποιητική άποψη, αποκαλύπτουν την κρυφή δραματουργία της Αθήνας. Μια δραματουργία που διαχωρίζεται μερικούς ορόφους από την καθημερινή ροή της πόλης. «Μία μετάβαση που παίζει και αυτή τον ρόλο της».
«Αθέατες σκηνές της πόλης όπου άνθρωποι ικανοποιούν με κάπως ιδιόμορφο τρόπο ανάγκες που εκείνη τους έχει στερήσει – κυρίως την ανάγκη για προσωπικό χώρο, ιδιωτικότητα και ησυχία, αλλά και την ευχαρίστηση που φέρνει η θέα χωρίς να αναγκαστείς να φύγεις μακριά. Αποτελούν ένα πλεονεκτικό, αρχιμήδειο σημείο όπου μπορεί κάποιος να αποσπαστεί από την πόλη, να αποσυμπιεστεί, να ατενίσει, ίσως και να στοχαστεί», εν ολίγοις ένας τρόπος να ξεφύγεις από το αίσθημα του εγκλωβισμού που προκαλεί η ρυμοτομία, με επίπτωση στην ποιότητα της σκέψης και την ψυχική υγεία των κατοίκων.
Άλλωστε, στο πλαίσιο της ιδιαίτερης τυπολογίας της πρωτεύουσας, έτσι όπως αναπτύσσονται τα δώματα και οι ταράτσες, σαν ένα αιώνιο συνεχές πάνω από τη συμπαγή κτιριακή μάζα των πολυκατοικιών, έχουν απασχολήσει επανειλημμένα την κοινότητα των αρχιτεκτόνων, στην προσπάθεια αναζήτησης μιας προοπτικής βιωσιμότητας για την υφιστάμενη υπερδόμηση.
Αν και το ζήτημα παραμένει στη σφαίρα της θεωρίας και των αρχιτεκτονικών ιδεών, το επάνω επίπεδο της πόλης πληροί όλες τις προδιαγραφές για την ανάπτυξη ενός νέου δημόσιου ή ημι-δημόσιου χώρου.
Θα μπορούσαν π.χ. δώματα διπλανών οικοδομικών τετραγώνων να αξιοποιηθούν για τη δημιουργία μιας ενοποιημένης πράσινης διαδρομής με μεταλλικές κολώνες στήριξης από το επίπεδο του δρόμου, μέχρι και ένα ολόκληρο δίκτυο με χώρους αναψυχής υπό τη μορφή λυόμενων, όπως περιγράφεται σε διπλωματική εργασία από το αποθετήριο του ΕΜΠ. Θα μπορούσαν να συνδεθούν με κοντινούς λόφους, μέσα από διαδοχικά βατά φυτεμένα δώματα, να εξοπλιστούν με σημεία σκίασης ή πιο σύνθετες κατασκευές, παρέχοντας ουσιαστικά τον επιπλέον χώρο που χρειάζονται οι κάτοικοι.
Γιατί τίποτα από αυτά δεν εφαρμόζεται και μια μεγάλη επιφάνεια του δομημένου περιβάλλοντος παραμένει ανεκμετάλλευτη, ενώ απουσιάζουν σε χαρακτηριστικό βαθμό οι ελεύθεροι χώροι και το πράσινο; «Η παραμέληση και αδιαφορία για αυτούς τους χώρους ίσως είναι και αποτέλεσμα εγκλωβισμένης φαντασίας και διάθεσης», σχολιάζει για το κλείσιμο ο Δημήτρης Κλεάνθης.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.