ΦΑΣΑΙΟΜΕΤΡΟ

Πες μου τι φοράς, να σου πω πού συχνάζεις – ή πού θα ήθελες

Η Ζωή Παρασίδη κυκλοφορεί (πολύ) στην Αθήνα και παρακολουθεί πού, ποιοι και τι είναι φάση τώρα.

Ήταν 2018. Το πιο παλιό μπαρ της Αθήνας γιόρταζε τα εξήντα του χρόνια κι εγώ έφευγα από εκεί έχοντας μαζί μου δυο ποτήρια του, με το σήμα του πάνω. Είχα τέτοια χαρά, λες και μου χάρισαν κάτι πολύτιμο.

Μια μετακόμιση μετά, και έπειτα από μεγάλη συλλογή ποτηριών από μπαρ, φεστιβάλ και διάφορα τέτοια, τα ποτήρια του Au Revoir τα φυλάω ως κόρη οφθαλμού – δεν τα χρησιμοποιώ μέρα παρά μέρα με τον φόβο μη μου σπάσουν. Πώς κάποτε είχε κάθε σπίτι ένα σετ-δώρο γάμου που το έβγαζε μόνο όταν έρχονταν μουσαφίρηδες; Έτσι είναι και για μένα αυτά τα ποτήρια, το καλό μου το σερβίτσιο.

Έχοντας στην κατοχή μου αυτά τα ποτήρια και βγάζοντάς τα σε έναν καλεσμένο μου, προφανώς δηλώνω τι μέρος του λόγου είμαι: Είμαι αυτή που της αρέσουν τα κλασικά μπαρ και που θα ήθελε να είναι κομμάτι της ιστορίας τους – και ποιος δεν θέλει, πιστεύετε, απ’ όσους συχνάζουν σε αυτά;

Κι αν τα δω στο σπίτι κάποιου άλλου, το ίδιο θα σκεφτώ: ότι «ξέρει», ότι τα γούστα μας συναντιούνται, ότι είμαστε μέρος της ίδιας κοινότητας, που προφανώς θεωρούμε την πιο κουλ απ’ όλες.

Ένα καλοκαίρι πίσω φοράω σε ένα βραδινό πάρτι στο νησί το T-shirt του Amore Spritzeria, το οποίο αναγράφει πάνω όσα προσφέρει το μπαρ του Νέου Κόσμου και σε μια άλλη εποχή θα ήταν ένα γραφιστικό σε ταμπέλα, ή έστω θα τη φορούσαν οι υπάλληλοί του και όχι και οι πελάτες.

Και, όπως βγαίνει μια άγνωστη γυναίκα από την τουαλέτα όπου περιμένω τη σειρά μου, μου λέει: «Στη γειτονιά μου είναι αυτό, βγαίνεις εκεί».

Αυτές οι μπλούζες έχουν γίνει discussion openers, κι εκείνη είχε καταλάβει κάτι για μένα χωρίς να γνωριζόμαστε.

Αλλά αυτός δεν είναι ο στόχος όσων φοράνε merch;

Δεν πρόκειται για κάποια μεγάλη σοφία, αλλά «αυτό που φοράς είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεις τον εαυτό σου στον κόσμο, ειδικά σήμερα που οι ανθρώπινες επαφές γίνονται τόσο γρήγορα», κατά τη Miuccia Prada. Κι αν εκείνη αναφέρεται στην υψηλή και απλησίαστη μόδα, εδώ μιλάμε για το καθημερινό και προσιτό streetwear.

Αν μια μέρα πετάξετε για Μιλάνο, προτείνω να επισκεφθείτε την Cantine Isola (Via Paolo Sarpi 30), μια κάβα με ιστορία από το 1896 που σήμερα διαθέτει αμέτρητες φιάλες απ’ όλο τον κόσμο και αποτελεί ένα από τα πιο πολυσύχναστα wine bars της πόλης, τόσο που έξω από τον μικρό της χώρο δημιουργείται μποτιλιάρισμα. Με κάθε ποτήρι κρασί σάς δίνουν και κάτι για να τσιμπήσετε – ρωτήστε αν έχουν puntarelle, μια ποικιλία ραδικιού με φύτρες που αποτελούν εκλεκτό μεζέ. Και αν βρεθείτε μια Τρίτη βράδυ εκεί, γύρω στις 20:30, μπορεί να πετύχετε απαγγελία ενός ποιήματος ή ενός μικρού κειμένου από τον ιδιοκτήτη.

Είχα επιστρέψει από την πόλη του ιταλικού Βορρά με ένα από τα πολλά T-shirts που μπορεί να βρει κανείς σε αυτή την κάβα, Και μια σομελιέ της Αθήνας κατάλαβε τι φοράω – και ήταν σαν να συνεννοηθήκαμε.

Προφανώς και δεν πρόκειται για ένα ελληνικό φαινόμενο: Το merch των εστιατορίων και των μπαρ ήταν μια λύση που σκέφτηκαν πολλά μαγαζιά του εξωτερικού προκειμένου να μειώσουν, ή έστω να ξεγελάσουν, τη χασούρα που είχαν μέσα στην πανδημία του κορωνοϊού. Και κάπως έτσι οδηγηθήκαμε στο σημείο, αφού ρωτήσουμε αν μπορούμε να δοκιμάσουμε ένα κρασί στα εστιατόρια, να ζητάμε να μας δείξουν και τα μπλουζάκια τους από κοντά για να ελέγξουμε αν είναι καλής ποιότητας και αν αξίζει τα λεφτά του.

Δεν κρίνω, το έχω κάνει, εντός και εκτός συνόρων.

Ένα πρόσφατο άρθρο του NYMag αναφέρεται στο Barney Greengrass, ένα μαγαζί 118 ετών που ο Anthony Bourdain είχε κάποτε χαρακτηρίσει ως το μέρος με «το καλύτερο πρωινό στο σύμπαν» και το οποίο εξακολουθεί να φιγουράρει στις περισσότερες λίστες με τα σημαντικότερα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Το μαγαζί είχε ανακοινώσει το 2019 στο Instagram ότι «μπήκε στην ψηφιακή εποχή» και μετά σχεδόν εξαφανίστηκε από τα social media. Μέχρι τις αρχές της φετινής χρονιάς, απ’ όταν δηλαδή η τρίτη γενιά άρχισε να εμφανίζεται παντού στο feed και να φωτογραφίζεται με τον Arnold Schwarzenegger και τη Martha Stewart.

Την άνοιξη, καθώς οι Knicks ξεκινούσαν την πορεία τους στα playoffs προς τους τελικούς του NBA, το Barney Greengrass κυκλοφόρησε ένα limited-edition μπλουζάκι για να γιορτάσει την περίσταση. Τότε ήταν που ο Adam Sandler εμφανίστηκε να φοράει ένα τέτοιο, ενώ ο David Remnick  του New Yorker έγραψε μια ολόκληρη ωδή για το μαγαζί.

Όλα αυτά τα σημερινά και επικοινωνιακά όπλα είναι ιδέα του 19χρονου της οικογένειας, ο οποίος είδε μια ευκαιρία να ενισχύσει ακόμη περισσότερο το brand ενός αιωνόβιου και υπερτουριστικού μαγαζιού να προσελκύσει ένα εντελώς διαφορετικό πελατολόγιο, ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα έκαναν τον κόπο να φτάσουν μέχρι αυτόν τον καθαρά οικιστικό δρόμο στο Upper West Side. Πιστεύει ότι αυτό είναι ακριβώς το κοινό που θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε ένα Barney Greengrass στο Μαϊάμι, στο Λας Βέγκας, στο Ντάλας – ή στο κάτω Μανχάταν, όπου ο Moe ονειρεύεται να ανοίξει υποκαταστήματα του ιστορικού μαγαζιού του προπάππου του.

Το merch λειτουργεί και ως εργαλείο αναβίωσης. Μπορεί να συστήσει ένα παλιό όνομα σε μια νέα γενιά, υπενθυμίζοντας και ίσως ανανεώνοντας τη σημασία του για την πολιτισμική ζωή μιας πόλης.

Δηλαδή, αυτή τη μπλούζα Express Skopelitis τη φοράει και κόσμος που δεν έχει ταξιδέψει ποτέ του με το θρυλικό μεν, για ανθεκτικούς στα μποφόρ επιβάτες δε, πλοίο που συνδέει τη Νάξο και την Αμοργό με τα νησιά των Μικρών Κυκλάδων.

Και it’s ok.

Ένας παλιός συνάδελφός μου έλεγε συχνά πυκνά «για να δω, σε ποιο εστιατόριο δουλεύεις σήμερα;», σχολιάζοντας τις μπλούζες μου, και γελούσαμε με αυτό.

Τώρα πια το τι φοράς φανερώνει πού έχεις πιει, πού έχεις φάει, σε ποιο κινηματογραφικό φεστιβάλ έχεις πάει, ποια blockbuster παράσταση σε μεγάλο πολιτιστικό ίδρυμα έχεις δει, ποιον food blogger ακολουθείς, από πού παραγγέλνεις δίσκους, από πού προμηθεύεσαι λουλούδια για τα βάζα σου, αν τρως σουβλάκι χωρίς πατάτες, αν προτιμάς τα τριτοκυματικά καφέ και αν έχεις να διαθέσεις πάνω από 30 ευρώ το κεφάλι για ένα γεύμα.

Δηλαδή, αυτό που κάποτε συνέβαινε αποκλειστικά με τους μεταλλάδες και τις μπάντες ή με τους οπαδούς μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, τώρα έχει γίνει καθολικό.

Υπάρχουν και εκείνοι που ζητάνε από τα μέρη που συχνάζουν μία από τις μπλούζες που το μαγαζί μπορεί να μην πουλάει αλλά έχει φτιάξει για τους υπαλλήλους του. Ανάμεσά μας δηλαδή κυκλοφορεί ένας Αθηναίος που ντύνεται με πόλο «Λευτέρης ο Πολίτης» αλλά το ψήσιμο δεν το έχει ούτε καν για χόμπι, τουλάχιστον όσα χρόνια τον γνωρίζω εγώ και τον αγαπώ.

Βέβαια, το να δηλώνεις ποιος είσαι και με ποιον κόσμο ταυτίζεσαι μέσα από ένα ρούχο ή ένα καπέλο δεν πετυχαίνει πάντα, μπορεί να οδηγήσει στο ακριβώς αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα. Πρόσφατα δώρισα σε έναν φίλο μου ένα καπέλο που μαρτυρά ποιος είναι ο αγαπημένος του Έλληνας σκηνοθέτης και εκείνος επέλεξε να το φορέσει στο πάρτι ενός κινηματογραφικού site. Και σε μια σύντομη βόλτα που κάναμε ανάμεσα στο πλήθος, είδαμε να το φοράνε άλλοι πέντε.

Έχει δυσκολέψει και ο φασαιϊσμός στην Αθήνα.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.