Φωτογραφίες: Δήμος Αθηναίων
ΠΟΛΗ

Τι συμβολίζει ο Έφηβος, το γλυπτό του Θανάση Απάρτη που επέστρεψε στην πόλη

Η παραγγελία για ένα «μνημείο της ελληνικής νεότητας», η συγγένεια με τους αρχαίους Κούρους και οι σφαίρες στο στήθος από τα χρόνια της Κατοχής. Ξεδιπλώνουμε την ιστορία και τις λεπτομέριες του σπουδαίου γλυπτού.

Ξανά λαμπερός και αλαβάστρινος, ο ευθυτενής «Έφηβος» του Θανάση Απάρτη επέστρεψε στον δημόσιο χώρο της πρωτεύουσας, έπειτα από συντονισμένες ενέργειες του Δήμου Αθηναίων για την οριστική διευθέτηση του ζητήματος της χωροθέτησης αυτού του ιστορικού γλυπτού. Πρόκειται για ένα έργο εθνικής εμβέλειας, που παρέμενε για χρόνια αποκατεστημένο στις αποθήκες του Δήμου, εγκλωβισμένο σε έναν κύκλο καθυστερήσεων και ασυνεννοησιών.

Δεν επέστρεψε τελικά ούτε στην οδό Αρδηττού ούτε στη λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας, όπου είχε αρχικά προταθεί να τοποθετηθεί.

Η νέα θέση που επιλέχθηκε για το ορειχάλκινο γλυπτό είναι η πλατεία Αγίου Σώστη, στον Νέο Κόσμο. Η επιλογή αυτή ανταποκρίνεται τόσο στην ανάγκη να προχωρήσει η υπόθεση όσο και στο αίτημα κατοίκων της περιοχής του Δουργουτίου να έχουν το έργο «στο πλευρό τους», όπως καταγράφεται στα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου τον Απρίλιο. Η πρόταση εγκρίθηκε τελικά πριν από περίπου έναν μήνα και, μετά την τοποθέτηση του γλυπτού στην πλατεία, ακολούθησε in situ συντήρηση, με στόχο την ανάδειξη και την προστασία του από τη φθορά που προκαλούν οι καιρικές συνθήκες.

Σήμερα, ο «Έφηβος» ατενίζει ευθύβολα τα διερχόμενα πλήθη, στην πλατεία δίπλα στις προσφυγικές πολυκατοικίες.

Οι ακτίνες του ήλιου λούζουν το ορειχάλκινο σώμα του, ύψους 2,60 μέτρων, το οποίο έχει αποκατασταθεί πλήρως, συμπεριλαμβανομένων των γεννητικών οργάνων που είχαν υποστεί ακρωτηριασμό. Ωστόσο, για ιστορικούς λόγους, διατηρήθηκαν οι έξι οπές από σφαίρες στον κορμό του γλυπτού, οι οποίες αποδίδονται πιθανότατα στην περίοδο της Κατοχής, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη συμβολική του αξία.

Η ιστορία του «Εφήβου», ενός εμβληματικού έργου στην πορεία του Θανάση Απάρτη

Μεταφερόμαστε στην άνοιξη του 1939, στους χώρους του Ζαππείου Μεγάρου, όπου πραγματοποιείται η Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση, ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά γεγονότα της εποχής.

Εκεί συμμετέχει και ο Θανάσης Απάρτης, ο οποίος βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του. Έχει ήδη συμπληρώσει δύο δεκαετίες παραμονής στο Παρίσι, όπου έχει εδραιώσει τη θέση του στους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους, εντός και εκτός Γαλλίας. Αναλαμβάνει σημαντικές παραγγελίες, όπως το ανάγλυφο για τον τάφο του γιατρού Dubois, ενώ έργα του αγοράζουν τόσο το ελληνικό όσο και το γαλλικό κράτος. Έχει, μάλιστα, τιμηθεί με το περίφημο παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής από τη Γαλλία.

Ανάμεσα στα έργα που παρουσιάζει στην Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση βρίσκεται και ένα γύψινο πρόπλασμα του ευθυτενούς «Εφήβου», ο οποίος κοσμεί σήμερα τη γειτονιά του Δουργουτίου. Το Υπουργείο Πρωτευούσης παρήγγειλε την απόδοση του έργου σε ορείχαλκο, σε ύψος περίπου δυόμισι μέτρων, σχεδόν διπλάσιο από εκείνο του αρχικού προπλάσματος.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Τύπου της εποχής, στο οποίο παραπέμπει η σχετική διδακτορική διατριβή της Ζωής Καλογνώμου στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ο «Έφηβος» προοριζόταν να αποτελέσει «μνημείο της ελληνικής νεότητας», ενώ σκοπός του κράτους ήταν στο σημείο αυτό να καθιερώσει μια ετήσια «πανελλήνιον εορτή», με σκοπό να εξαρθεί η συμβολή της ελληνικής νεότητας «εις τον πολιτισμόν και την εξέλιξην της ελληνικής φυλής και του έθνους».

Το γλυπτό είχε προγραμματιστεί να τοποθετηθεί στη λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας, αποκτώντας έτσι έναν έντονο συμβολισμό, άμεσα συνδεδεμένο με το εθνικό ιδεώδες και την κυρίαρχη ιδεολογική αφήγηση του κράτους της εποχής. Ποιο ήταν, όμως, το ευρύτερο πλαίσιο αυτής της αντίληψης; Όπως εξηγεί η ιστορικός τέχνης Ζέττα Αντωνοπούλου, ο προορισμός της δημόσιας γλυπτικής στον Μεσοπόλεμο ήταν, μεταξύ άλλων, «η ανύψωση του καταποντισμένου φρονήματος», καθώς το έθνος βίωνε τις οδυνηρές συνέπειες της εθνικής καταστροφής.

Ωστόσο, η υλοποίηση του εμβληματικού έργου του Θανάση Απάρτη, που προοριζόταν να αποτελέσει «μνημείο της ελληνικής νεότητας», ανακόπτεται από την έκρηξη ενός νέου, ακόμη πιο οδυνηρού παγκόσμιου πολέμου.

Οι συμβολισμοί του έργου

Λίγους μήνες μετά την ανάθεση του έργου από το ελληνικό κράτος και την επιστροφή του καλλιτέχνη στη Γαλλία, οι σειρήνες του πολέμου ηχούν. Όπως διαβάζουμε στη διατριβή-μονογραφία της Ζωής Καλογνώμου, ο γλύπτης παραμένει στο εργαστήριό του, με «μόνη συντροφιά το γύψινο πρόπλασμα του Εφήβου», πάνω στο οποίο συνεχίζει να εργάζεται, προχωρώντας σε διορθώσεις και συμπληρώσεις.

Τελικά, παραδίδει το έργο για χύτευση (στο γαλλικό χυτήριο όπου συνήθιζε να χρησιμοποιεί και ο Rodin) και εγκαταλείπει τη Γαλλία μαζί με την οικογένειά του, με προορισμό την Αθήνα, αρχικά με σκοπό να παραμείνει προσωρινά, αλλά τελικά εγκαθίσταται μόνιμα στην ελληνική πρωτεύουσα. Έτσι, ο «Έφηβος» δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη έργο στην πορεία του Απάρτη, αλλά το επιστέγασμα της παρισινής του περιόδου όσο και συνολικά την καλλιτεχνική του κληρονομιά – ένα «έργο μνημειακό που οριοθετεί την καλλιτεχνική του δημιουργία», όπως σημειώνει στη διατριβή της η Ζωή Καλογνώμου.

Γιατί; Επειδή στο έργο αυτό συμπυκνώνονται δημιουργικά οι αναφορές και οι επιρροές που καθόρισαν τον Απάρτη, ιδιαίτερα στον τομέα του ανδρικού γυμνού. Ο γλύπτης δημιουργεί τον δικό του, σύγχρονο κούρο.

Τι βλέπουμε, λοιπόν, αν κοιτάξουμε προσεκτικά τον «Έφηβο»;

Βλέπουμε έναν γυμνό νέο που προχωρά προς τα εμπρός, ισορροπώντας ανάμεσα στην αποφασιστικότητα και τη συγκράτηση. Η μορφή του αποπνέει ταυτόχρονα διστακτικότητα και δυναμισμό. Το βάρος του σώματος πέφτει στο αριστερό σκέλος, ενώ ιδιαίτερη εκφραστική σημασία αποκτά το δεξί χέρι, που εκτείνεται διαγώνια προς τα εμπρός, σε μια ανοιχτή, ανεπιτήδευτη χειρονομία που αποπνέει προσμονή και εγκαρδιότητα. Η κίνηση είναι μετρημένη, σχεδόν επιφυλακτική, ενώ το κεφάλι στέκει ευθυτενές και περήφανο, με το βλέμμα στραμμένο μπροστά.

Ταυτόχρονα, η μορφή αποδίδεται με εσκεμμένη λιτότητα, χωρίς περιττές λεπτομέρειες ή εξατομικευμένα χαρακτηριστικά. Μοναδικό διακοσμητικό στοιχείο αποτελούν οι γραμμικοί σχηματισμοί της κόμης, που αναδεικνύουν την καθαρότητα της γλυπτικής σύνθεσης.

«Είναι ο έφηβος που κάνει τα πρώτα του βήματα στον πραγματικό κόσμο», όπως σχολιάζει η Ζέττα Αντωνοπούλου.

Η μορφή εκπέμπει προσδοκία και επιθυμία για ζωή, χωρίς, ωστόσο, να παρασύρεται από τον παρορμητισμό της νεότητας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το έργο παρουσιάστηκε το 1948 στην Αίθουσα Ζαχαρίου με τον τίτλο «Ξεκίνημα».

Όπως τεκμηριώνει η Ζωή Καλογνώμου, τα στυλιστικά στοιχεία του «Εφήβου» παραπέμπουν στα πρότυπα της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής: η μετωπικότητα της όρθιας ανδρικής γυμνής μορφής, η φυσιοκρατική απόδοση του σώματος και η ελαφρά κίνηση προς τα εμπρός. Ειδικότερα, το έργο συνδέεται με την παράδοση των αρχαϊκών κούρων του 5ου αι. π.Χ, ενώ ιδιαίτερη συγγένεια μπορούμε να αναφέρουμε σε σχέση με τον Έφηβο του Κριτίου, που φυλάσσεται στο Μουσείο της Ακρόπολης και γνωρίζουμε ότι θαύμαζε ιδιαίτερα ο Απάρτης.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.