© Βασίλης Ρεμπαπής / Eurokinissi
OPINIONS

Δεν είναι τέρατα, είναι 213 υποψήφιοι βιαστές υπεράνω πάσης υποψίας

Ο αριθμός των ανθρώπων που πήραν τηλέφωνο για να κλείσουν ραντεβού στην υπόθεση του Κολωνού μας φέρνει αντιμέτωπους με την τρομακτική αλήθεια: όχι, δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό αλλά για μία γενικευμένη πραγματικότητα.

Πόσο κοστίζει ένα εισιτήριο για τα πιο χαμηλά στάδια της ανθρώπινης ύπαρξης; Μόλις 50 με 70 ευρώ για να έρθεις σε σεξουαλική επαφή -πάρα τη θέλησή του- με ένα 12χρονο κοριτσάκι, αφού πρώτα συνεννοηθείς με τον 53χρονο μαστροπό που την εκδίδει. Ή πιο σωστά με τον άνθρωπο που, όπως λέει το θύμα, τη βίαζε επανειλημμένα και υπό την απειλή όπλου επί τέσσερις ολόκληρους μήνες. Μάλιστα, είχε και την ακόμα πιο άρρωστη συνήθεια να βιντεοσκοπεί τις πράξεις του.

Να μία σύνοψη για ένα βίαιο αστυνομικό του James Ellroy ή ένα true crime ντοκιμαντέρ του Netflix για βιαστές το οποίο διαδραματίζεται σε κάποια απομακρυσμένη πολιτεία των ΗΠΑ. Σημαντική σημείωση: οι «εμπορικές συμφωνίες» κλείνονταν συνήθως μέσα από τα social media, εκεί δηλαδή που σήμερα αγοράζονται και πωλούνται τα πάντα, πριν πέσουν τα απαραίτητα τηλέφωνα. Πόσοι άραγε θα τολμούσαν να πατήσουν τα πλήκτρα για κάτι τέτοιο;

Η απάντηση δίνεται σήμερα μέσα από τις ελληνικές ειδησεογραφικές σελίδες και τα δελτία ειδήσεων: Η ΕΛ.ΑΣ κάνει λόγο για 213 κλήσεις με ακριβώς αυτόν τον σκοπό στο κινητό του 53χρονου από τον Κολωνό. Όχι ένας, ούτε δύο αλλά 213 άντρες που έδειξαν ενδιαφέρον για ένα εισιτήριο που γυρίζει την ανθρωπότητα χιλιάδες χρόνια πίσω στις πιο σκοτεινές της εποχές.

Η υπόθεση έχει πάρει τον δρόμο της δικαιοσύνης, το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας δηλώνει σοκαρισμένο, ενώ η μητέρα της ανήλικης -τι πιο λογικό;- απειλεί πως «θα τον θάψει με τα ίδια της τα χέρια».

Ας μείνουμε όμως στο ότι όλοι ανεξαιρέτως, ή μάλλον στο γεγονός ότι όλοι μας δηλώνουμε σοκαρισμένοι με το αποτρόπαιο έγκλημα. Κανείς δε θα περίμενε ποτέ ότι τέτοια τέρατα κυκλοφορούν ελεύθερα ανάμεσά μας. Ο αριθμός όμως των υποψήφιων επί πληρωμή βιαστών μας φέρνει αντιμέτωπους με την τρομακτική αλήθεια: όχι, δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. (Ούτε βέβαια το γεγονός πως ο μαστροπός παρουσίαζε το κοριτσάκι ως 16χρονη έφηβη αποτελεί άλλοθι ή ελαφρυντικό).

Όπως σχεδόν σε κάθε έγκλημα με σεξουαλικό πρόσημο που έρχεται στο φως τα τελευταία χρόνια, οι δράστες είναι πολύ συχνά υπεράνω υποψίας – όπως ο πιλότος που θαύμαζε η τοπική κοινωνία, ο διάσημος κωμικός που γέμιζε τα θέατρα σε κάθε του παράσταση, και ο διευθυντής ενός μεγάλου πολιτιστικού φορέα. Είναι καιρός να σταματήσει η υποκρισία και να κοιταχτούμε στον καθρέφτη ως κοινωνία: δεν είναι τέρατα, είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας που έγιναν βιαστές.

Διότι κάθε φορά που θα αντιμετωπίζουμε αυτούς τους ανθρώπους ως κάτι ξένο από εμάς και όχι ως ένα (αρρωστημένο) κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας θα τους δίνουμε άλλοθι. Ότι δεν είναι καλά, ότι κάτι στραβό έχουν στο μυαλό τους.

Ακριβώς, δηλαδή, το ίδιο άλλοθι που δίναμε -και ενίοτε δίνουμε- στους Χρυσαυγίτες και τους ναζί, κάθε φορά που δεν τους αντιμετωπίζουμε επί ίσοις όροις. Σαν να είναι άμυαλα ορκ που απλά διψούν για αίμα. Οι 213 εν δυνάμει βιαστές που σήκωσαν το τηλέφωνο έχουν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με όλους μας. Και ως τέτοιοι πρέπει να αντιμετωπιστούν από τη δικαιοσύνη.

Μάλιστα, είναι πάρα πολύ πιθανό να είναι εξέχοντα μέλη της γειτονιάς τους, άνθρωποι που διατηρούν ακόμα και πολιτικούς δεσμούς, πτυχιούχοι που διαπρέπουν στον επαγγελματικό τους τομέα. Δε χρειάζεται, λοιπόν, να αναζητούμε φανταστικούς δράστες στα πιο λούμπεν κομμάτια της αθηναϊκής πραγματικότητας. Καμιά φορά το «κακό» φωλιάζει στα πιο ψηλά ρετιρέ.

Όσο για τα πογκρόμ που ήδη στήνονται και τις ηχηρές φωνές που ζητούν αίμα, αυτοδικία και θανατική ποινή για να προστατέψουν τα παιδιά τους -διεκδικώντας το δικαίωμα στη μεγαλύτερη οργή από ότι εμείς οι υπόλοιποι- μάλλον βιάζονται και αποπροσανατολίζουν τη δημόσια συζήτηση από την ουσία της.

Άλλωστε, το θέμα είναι το «κακό» να ξεριζωθεί από τη βάση του. Να αποκαλυφθούν τα δίκτυα παιδεραστίας που -όντως- ζουν ανάμεσά μας. Και όχι να στηθούν γκιλοτίνες για αποδιοπομπαίους τράγους, έτσι ώστε να ξεδιψάσει το σοκαρισμένο κοινό.