Oneman.gr/Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson
OPINIONS

Διαβάσαμε το βιβλίο του Ντάνου και είναι ακριβώς ό,τι περιμέναμε

Ένας λαϊκός ήρωας που πάτησε στον ιερό χώρο της λογοτεχνίας.

Yπάρχει κάτι που κάνει τον Ντάνο, ένα λαϊκό παιδί από το νησί της Σκιάθου με καριέρα στις μικρές κατηγορίες του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, να ταιριάζει σαν ο τέντζερης στο καπάκι σε ένα τηλεοπτικό show. Υπάρχει κάτι άλλο που τον οδηγεί να γίνεται αντικείμενου μαζικού χλευασμού, όταν αποφασίζει να καταπιαστεί με τον χώρο του βιβλίου. Και αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να απασχολεί τον χώρο της τηλεόρασης. Δεν είναι καν κάτι που πρέπει να απασχολεί τον ίδιο τον ίδιο τον Ντάνο.

Πριν από κάποιες μέρες διάβασα -ομολογώ διαγώνια- το βιβλίο του που βγήκε πρόσφατα από την Εκδοτική Αθηνών και ήταν ακριβώς όσο κακό το περίμενα. Ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο. Σίγουρα πάντως δεν ήταν το χειρότερο πράγμα που έχω διαβάσει. Έχω βρει τον εαυτό μου να νιώθει τελείως αηδιασμένος με λογοτεχνία γραμμένη από κανονικούς συγγραφείς που αντιμετωπίζουν την αποθέωση από τα media, καμιά φορά και από τους λογοτεχνικούς κύκλους. Αλλά ας το πάρουμε από την αρχή.

Ταξιδέψαμε καθισμένοι στο ελεεινό αυτό τρένο, σε ένα δωματιάκι ίσα με μια τουαλέτα, φτιαγμένο να μοιάζει με κελί, με μπάρες που είχαν σημάδια από χειροπέδες φυλακισμένων

Το βιβλίο του Ντάνου είναι μια κλασική αυτοβιογραφία και να τονίσω εδώ ότι δεν είμαι καθόλου φαν του είδους είτε πρόκειται για αφήγηση της ζωής του Φρέντι Μέρκιουρι είτε του Ντάνου Αγγελόπουλου. Οι 156 σελίδες του είναι χωρισμένες θεματικά σε κεφάλαια, έχοντας βέβαια και μια κατά κύριο λόγο γραμμική χρονολογική πορεία στην αφήγηση.

Από την αρχή μέχρι το τέλος ο Αγγελόπουλος ακολουθεί το ύφος και την πορεία ενός λαϊκού παιδιού που μπαίνει σε ένα σαλόνι πλουσίων (τον χώρο του βιβλίου) προσπαθώντας με κάποιον τρόπο να παραμείνει αυθεντικός αλλά νιώθοντας ταυτόχρονα ότι δεν ταιριάζει εκεί. Αυτή η αίσθηση διατρέχει όλο το βιβλίο και πολλές φορές οδηγεί σε άβολες επιλογές ύφους που αν μη τι άλλο, στην καλύτερη, σε κάνουν να κριντζάρεις. Οδήγει ταυτόχρονα όμως και στο στήσιμο του πορτρέτου ενός συμπαθητικού τύπου.

Τα κεφάλαια που δυσκολεύτηκα περισσότερο από όλα να διαβάσω είναι αυτά που αφορούν την παιδική του ηλικία. Βλέπετε…έχουμε δυστυχώς το κακό συνήθειο να ασχολούμαστε με την παιδική ηλικία μόνον όσων είναι διανοούμενοι. Κατά τα άλλα, το κεφάλαιο ‘Κορίτσια’ είναι βγαλμένο σαν από ελληνικό σοφτ πορνό της δεκαετίας του ’70. Και αυτό δεν το λες κομπλιμέντο. Το κομμάτι του ποδοσφαίρου το διάβασα με ενδιαφέρον, όπως και εκείνο του στρατού, παρά την πραγματικά τεράστια απέχθεια που έχω για τις ιστορίες στρατού. Το κομμάτι του Survivor πιάνει πολύ λίγο και αυτό είναι μια επιλογή αρκετά τίμια. Το Υστερόγραφο είναι 10-12 σελίδες που τις διαβάζεις και μετά νιώθεις ότι πραγματικά δεν διάβασες τίποτα. Κάτι από την αίσθηση που είχα όταν πήγα να διαβάσω Χέγκελ στα 19. Από την ανάποδη.

Σε κάθε περίπτωση, όλο το βιβλίο αφορά την αφήγηση του success story ενός λαϊκού παιδιού. Ένα success story που συνδέεται με μια ταυτόχρονη ιστορία ωρίμανσης. Οι αλητείες του  παρελθόντος, οι 19χρονες Νορβηγίδες και οι κομπίνες στο στρατό έδωσαν τη θέση τους, μέσα στην πορεία μιας δύσκολης ζωής, σε έναν  πετυχημένο και με σωστή συμπεριφορά Nτάνο Αγγελόπουλο. Ίσως το ‘success story’ να μην είναι τελικά και τόσο ενδεικτικός όρος. Η ιστορία του Ντάνου δεν είναι μια ιστορία ενός ανθρώπου που πέτυχε (όπως είναι για παράδειγμα η ιστορία του Steve Jobs), όσο μια ιστορία ενός ανθρώπου που πρόκοψε.

Στη γενική εικόνα, λοιπόν, πρόκειται για ένα κακογραμμένο -πραγματικά κακογραμμένο- βιβλίο που έχει να αφηγηθεί σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία ενός απλού ανθρώπου, ενός ανθρώπου, κατά το κλισέ, του μόχθου. Και δεν πραγματικά δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν από όσους θα το αγοράσουν, ακριβώς επειδή θα βρουν στις ιστορίες του Ντάνου, μέρος της δικής τους ιστορίας, χωρίς περίτεχνες εκφράσεις και χωρίς τον εξωτισμό με τον οποίο βλέπει ένας διανοούμενος τον λαϊκό άνθρωπο.

Παραμένει όμως ένα κακογραμμένο βιβλίο. Πώς θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό από τη στιγμή που το κεφάλαιο, που ονομάζεται ‘Κορίτσια’, ξεκινάει ως εξής:

Kάπου στην πρώτη εφηβεία πίστευα ότι ήμουν ο ωραίος του σχολείου, εγώ και ένα άλλο αγόρι, αλλά το πρώτο κοριτσάκι που μου άρεσε, δεν με ήθελε. Ήθελε τον άλλον. Δεν πτοήθηκα

Δεν νομίζω να διαφωνήσει κανείς. Είναι μια παραδοχή τόσο κοινή που μπορεί να αντικαταστήσει τις συζητήσεις για τον καιρό σε διάφορα small talks στο ασανσέρ, στο γραφείο και στο μετρό. Ας προχωρήσουμε όμως και πέρα από αυτό. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα τι είναι αυτό που κάνει τον Ντάνο, έναν τέτοιου τύπου λαϊκό ήρωα να χωράει παρά πολύ εύκολα στην τηλεόραση αλλά να τον διώχνουν με σταυρό και σκόρδα, με τσουγκράνες και πυρσούς, από τον χώρο του βιβλίου ταυτόχρονα ως απειλή και ως αντικείμενο χλευασμού.

Ο Ντάνος τόλμησε να πατήσει με την καθόλου αθηναϊκή του προφορά, με τους κοιλιακούς του, την απλοϊκότητά του και κυρίως χωρίς τις διασυνδέσεις του και τις διακειμενικές του αναφορές μέσα σε έναν χώρο ιερό. Και οι αρμόδιοι αυτού του χώρου του έκαναν σήμα με στρογγυλεμένα τα χείλη και κολλημένο πάνω τους το δάχτυλο να σωπάσει. Να βγει έξω. Να μην μιλήσει. Και μόνο η παρουσία του βιβλίο του μέσα σε ένα βιβλιοπωλείο φαντάζει σαν κάτι ανίερο. Ο Ντάνος δίπλα στον Τζόις και τον Παλαμά;

Και αυτό δείχνει αν μη τι άλλο πώς έχει μουσειοποιηθεί ο χώρος του βιβλίου. Για παράδειγμα, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο τα εκθέματα δεν χωρίζονται σε καλά και κακά. Μόνο σε περισσότερο και λιγότερο σημαντικά. Δεν σηκώνουν συζητήσεις στις καφετέριες, δεν εκνευρίζουν, δεν κάνουν κανέναν να ανυπομονεί να τα σχολιάσει στο fb.

Υπάρχουν εκεί ως κάτι καλό που συνολικά πρέπει να το επισκέπτεσαι. Είναι αυτό που ο 40άρης νέος γονέας συμβουλεύει -εν είδει κάποιας τελετουργίας του καλού γονιού- το παιδί του ότι καλό είναι να το βάλει στην καθημερινότητά του. Είναι καλό να τρως φρούτα και να πηγαίνεις στα μουσεία. Έτσι γενικά. Στα μουσεία. Όπως είναι καλό να διαβάζεις βιβλία. Έτσι γενικά ‘βιβλία’.

Έτσι συγκροτείται μια κοινωνία που δεν διαβάζει καθόλου και ασχολείται με το βιβλίο, μόνο όταν εμφανίζεται κάποιος από εκείνους με τους οποίους ενοχικά ασχολείται (Ντάνος, Τσιμτσιλή, Νικολούλη) να διασαλεύσει την ιερότητά του. Και ενώ στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο για παράδειγμα, μπορούμε να δεχτούμε τις σαβούρες που μας σερβίρονται, ακόμα και να μιλάμε για ενοχικές απολαύσεις, στον απονευρωμένο χώρο του βιβλίο αυτά δεν χωράνε.

Εκεί χωράνε μόνο οι κλισέ αναφορές μας στον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Παπαδιαμάντη και τον Όμηρο. Οι Ντάνοι είναι για αλλού. Για τη μολυσμένη μας καθημερινότητα, για μετά τη δουλεία, για να μας κάνουν παρέα όταν τρώμε κουρασμένοι μακαρόνια με κιμά με τις τρύπιες πιτζάμες μας. Το βιβλίο είναι για το κόκκινο κρασί, την μπανιέρα με τα αιθέρια έλαια και τον Miles Davis να παίζει από την άκρη του δωματίου.

Με άλλα λόγια, το βιβλίο είναι στην καλύτερη μια φαντασίωση και στη χειρότερη κάτι που κάνει καλό και ας απαιτεί μόχθο. Και έτσι ελάχιστοι ασχολούνται μαζί του. Εκτός και αν τύχει να βγάλει βιβλίο κάνας Ντάνος.