OPINIONS

Ο Αρκάς και το διαρκές αίτημα να προσβάλλεις χωρίς αντίλογο

Σε έναν άθλιο κόσμο όπως ο δικός μας για κάποιους το αντικείμενο σάτιρας είναι η Ρόζα και οι χοντροί.

Ένας σχολιαστής κάτω από ένα ποστ του Αρκά κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στην πολιτική ορθότητα με, όπως ο ίδιος το τονίζει, μπροστάρη τον Αρκά. Και εγώ να πω την αλήθεια μου, επειδή ασχολούμαι πολύ με το ζήτημα, έχω δει πολλούς-πάρα πολλούς-δεν φαντάζεστε πόσους μπροστάρηδες στη μάχη ενάντια στην πολιτική ορθότητα, μια έννοια που κατασκευάστηκε από τους Aμερικανούς συντηρητικούς τη δεκαετία του ‘80 και του ‘90, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσουν με αυτόν ακριβώς τον τρόπο: να την εχθρεύονται.

Μέσα, λοιπόν, στην κατάνυξη του ελληνικού Αυγούστου, όταν όλοι ακολουθούσαν την ιεροτελεστία των διακοπών, ο Αρκάς, ένας από τους αναμφισβήτητα σημαντικότερους -με όρους επίδρασης- γελοιογράφους στην Ελλάδα, ένιωθε στο πετσί του τη λογοκρισία. Στις 11 Αυγούστου κοινοποιεί ένα κείμενο σύμφωνα με το οποίο ο ίδιος αδυνατεί να κάνει οτιδήποτε στη σελίδα του για μια βδομάδα, επειδή, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, αυτή δέχτηκε σωρεία αναφορών υποθέτω λόγω κάποιων σκίτσων που έκανε εις βάρος, wait for it, των χοντρών. Πολύ θαρραλέα πράξη να κοροϊδεύεις τους χοντρούς σε μια κοινωνία, όπως η ελληνική, που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της για ζητήματα body shaming. Ή και όχι.

Στην πράξη όμως τα πράγματα φαίνεται ότι ίσως και να είναι διαφορετικά. Όπως διαβάζω, η ποινή περιορισμού δεν ισχύει για περιπτώσεις αναφορών, όπως ανακοινώνουν οι διαχειριστές της σελίδας στην αρχική τους ανάρτηση. Το πιθανότερο είναι πως η ποινή ανάρτησης προέκυψε μετά από ένα άλλο ποστ που είχε κάνει λίγες μέρες πριν ο Αρκάς το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να επισύρει μια ποινή λόγω ανάρμοστου υλικού (γυμνό, σεξ, κτλ). Για περισσότερα δείτε και εδώ.

Και εδώ θα βρει κανείς μια πολύ όμορφη εκδοχή όλης αυτής της ιστορίας που αφορά όσους εχθρεύονται την πολιτική ορθότητα. Η κατασκευή ενός τέρατος που απειλεί με διανοητική τυραννία, με καταστροφή της αρχής της ελευθερίας του λόγου, με έναν πυρηνικό όλεθρο που έρχεται να ισοπεδώσει κάθε τι δεδομένο για τη σύγχρονη δυτική κοινωνία: το χιούμορ, το φλερτ, τον έρωτα. Ωστόσο, ακριβώς επειδή αυτή η ρητορική προκύπτει ως κατασκευή από το ρεπουμπλικανικό κόμμα του Reagan και επειδή δεν υπάρχει καμία πραγματική απειλή για όλα αυτά, το concept της πολιτικής ορθότητας έπρεπε να διανθιστεί με ψεύτικες ιστορίες, προκειμένου να κατορθώσει να σταθεί ως ηθικός πανικός.

Ήδη, λοιπόν, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μέσα στη δεκαετία του ’90 στον συντηρητικό αγγλοσαξωνικό τύπο κυκλοφορούν ιστορίες φόβου και παράνοιας πολλές από τις οποίες παρμένες από βιβλία με ανέκδοτα για την πολιτική ορθότητα αλλά παρουσιασμένες ως πραγματικές ιστορίες. Η πιο συχνή αυτή που δήθεν κάποιος παρήγγειλε τον καφέ του ‘black’ (χωρίς γάλα) και δήθεν κάποιος από το μαγαζί ή ο σερβιτόρος (ανάλογα με την εκδοχή του μύθου) θίχτηκε και τον πέταξε έξω από το μαγαζί. Ιστορία που προφανώς ουδέποτε συνέβη και δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί.

Δεν είναι πάντως τυχαίο ότι το χιούμορ είναι το πεδίο που έχει επικεντρωθεί περισσότερο από κάθε άλλο στην κριτική της πολιτικής ορθότητας. Από την αρχή του το χιουμοριστικό πεδίο είτε ήταν στην καθημερινότητα είτε φτιαγμένο από καλλιτέχνες έχει τη λειτουργία του χώρου που μπορεί να καταπιάνεται με θέματα ταμπού με μια παιγνιώδη πάντα διάθεση. Το ίδιο το πλαίσιο του χιουμοριστικού κειμένου θεωρητικά σε εντάσσει σε ένα ασφαλές περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορείς να μιλήσεις για τη σεξουαλικότητα, την εξουσία, την πολιτική, τις καθημερινές σου συνήθειες χωρίς να έχει την αγωνία της σοβαροφάνειας.

Το ασφαλές όμως είναι πάντα σχετικό. Τα παραδείγματα ηγετών ή ισχυρών που φοβήθηκαν περισσότερο τον εξευτελισμό που θα τους προσφέρει απλόχερα ένα χιουμοριστικό κείμενο, με αυτή την υπερβολή που έχει μέσα της η σάτιρα, από μια σκληρή μη χιουμοριστική κριτική είναι άπειρα. Καλώς ή κακώς, αυτή τη διάκριση μεταξύ του χιούμορ από τα κάτω προς τα πάνω και το αντίστροφο δεν μπορούμε να την αποφύγουμε. Ο κωμικός, λοιπόν, βλέπει το κοινό του και εν μέρει το διαμορφώνει, προκειμένου να βρει μια αλληλεπίδραση μαζί του.

O Aρκάς απευθυνόμενος και αυτός σε ένα κοινό που έστησε μέσα από τη μεταστροφή του από έναν πολιτικό αλλά υπερκομματικό γελοιογράφο σε έναν γελοιογράφο που ασχολήθηκε με την κεντρική πολιτική σκηνή αλλά, όταν η κατάσταση άλλαξε, έπρεπε κάπως να κρατήσει το αντισυστημικό του προφίλ. Η πολιτική ορθότητα του προσέφερε την κατάλληλη ευκαιρία, ενώ με την επινοημένη δίωξη των ιδεών ο τέντζερης κούμπωσε για τα καλά με το καπάκι. Στην εμπροσθοφυλακή της εκστρατεία του κατά της πολιτικής ορθότητας είναι η διεκδίκηση ή καλύτερα η προάσπιση της ελευθερίας του λόγου. Ο ίδιος ο Αρκάς βλέπει τον εαυτό του ως διωκόμενο και το χιούμορ του ως λόγο υπό διωγμό.

Κανείς βέβαια δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η ελευθερία του λόγου είναι κάτι που πρέπει να κατοχυρώνεται νομικά για κάθε κοινωνία, όσο και αν είναι αρκετά γοητευτικό να σκεφτεί κανείς σε φιλοσοφικό επίπεδο γιατί προκρίνεται τόσο η ελευθερία του λόγου σε σχέση με την ελευθερία των πράξεων. Ωστόσο, είναι εξίσου αλήθεια ότι μια απόλυτη ελευθερία του λόγου δεν είναι παρά μια φαντασίωση σε οποιαδήποτε περίπτωση φεύγουμε από το νομικό σκέλος.

Όταν παράγουμε λόγο, όπου και αν το κάνουμε αυτό, είτε είμαστε σε δεξίωση του Προεδρικού Μεγάρου είτε τρώμε σουβλάκια με τον κολλητό μας, κινούμαστε εντός ενός πλαισίου κανόνων και συμβάσεων. Η απόλυτη ελευθερία, λοιπόν, που ταυτίζεται με το να πετάω οτιδήποτε έρχεται στο μυαλό μου σε οποιαδήποτε περίσταση και αν βρισκόμαστε είναι κάτι που δεν συμβαίνει πουθενά. Εξάλλου, μέρος της ελευθερίας του λόγου είναι και η ελευθερία στην κριτική αυτών που εκφράζει ελεύθερα ο απέναντι.

Από τη στιγμή, λοιπόν, που κανείς δεν διεκδικεί την ποινικοποίηση των σκίτσων του Αρκά και, ταυτόχρονα, το concept της απόλυτης ελευθερίας του λόγου είναι ουσιαστικά μια φαντασίωση, εναντίον τίνος αγωνίζεται ο Αρκάς και οι οπαδοί του; Γιατί πράγματι υπάρχει μια αλλαγή σε σχέση με αυτό που συνέβαινε τις προηγούμενες δεκαετίες.

Αυτό που περιγράφεται ως πολιτική ορθότητα και κατασκευάστηκε τις δεκαετίες που η συντηρητική παράταξη είχε κυριαρχήσει στην Αγγλία και την Αμερική δημιουργήθηκε, για να κάνει μια ανακατάληψη σε όσα επιτεύχθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες από τα κινήματα των civil rights. Αυτό που διεκδικεί, λοιπόν, ο Αρκάς και οι οπαδοί του δεν είναι το προνόμιο να λέει τη γνώμη του. Διεκδικεί το για τον ίδιο χαμένο προνόμιο να γράφει και να μιλάει μόνο αυτός χωρίς κανέναν αντίλογο. Γιατί αυτό που κάνει η πολιτική ορθότητα, όχι ο μύθος της τώρα, είναι να διεκδικεί χώρο για εκείνους που μέχρι πρότινος δεν είχαν φωνή, να προωθεί ένα διαφορετικό λόγο με βάση τον εξουσιαστικό.

Εδώ που τα λέμε είναι δικαίωμα του καθενός να ασχολείται με αυτό ακριβώς που θέλει, όταν κάνει χιούμορ. Είναι επίσης δικαίωμά του μέσα σε έναν κόσμο, όπως είναι ο κόσμος μας, να επιλέγει να βάλει στο στόχαστρο τους χοντρούς που πάνε στην παραλία. Το να παριστάνει όμως τον ζωσμένο με εκρηκτικά αστεία επαναστάτη που δεν μπορεί να κοροϊδέψει ελεύθερα τις χοντρές που πάνε παραλία, ε, είναι αρκετά γελοίο.

Το ίδιο και τα κηρύγματα περί τέλους του χιούμορ. Εδώ που τα λέμε αν το χιούμορ γενικότερα ταυτίζεται με τα αστεία με τους χοντρούς αυτό είναι πρόβλημα του δικό σου χιούμορ και όχι κίνδυνος για το χιούμορ γενικά.