© Konstantinos Tsakalidis / SOOC
OPINIONS

«Πάμε και όπου βγει»: Όλες οι παθογένειες του ελληνικού κράτους μέσα σε λίγες λέξεις

Όσο περιμένουμε να μας σώσει η ατομική ευθύνη από το χάος του ελληνικού κράτους, τα κάθε είδους ατυχήματα θα συνεχίσουν να συμβαίνουν με τρομακτική περιοδικότητα.

Το χρονικό μίας προαναγγελθείσας τραγωδίας. Κάπως έτσι, θα  μπορούσε να χαρακτηριστεί η αφήγηση που ακούμε μέχρι στιγμής στα Μέσα Ενημέρωσης σχετικά με την τραγωδία στα Τέμπη. Όλα πήγαιναν λάθος εδώ και πολύ καιρό· όλα έμοιαζαν να λειτουργούν κάπως από θαύμα· λίγο τυχαία, λίγο στο όπως βγει, λίγο στο «δε βαριέσαι», λίγο στο «πού να τρέχουμε τώρα», λίγο στο «άμα γίνει κάτι, το βλέπουμε τότε».

Χθες το βράδυ κοιμήθηκα έχοντας διαβάσει μία έκτακτη είδηση για την τραγωδία στα Τέμπη. Είχα μείνει στη σύγκρουση και τους πολλούς τραυματίες. Δεν ήθελα να φανταστώ κάτι άλλο. Μάλλον, αρνιόμουν πεισματικά να δεχτώ την επανάληψη, το τρομακτικό déjà vu. Το συλλογικό τραύμα το οποίο κουβαλάμε ως κοινωνία από το πολύνεκρο δυστύχημα με το λεωφορείο -που μετέφερε μαθητές στην ίδια ακριβώς περιοχή, 20 χρόνια πριν από σήμερα- δεν είναι δυνατόν να επαναληφθεί. Έκανα λάθος. Όλοι κάναμε λάθος. Απλά το ξόρκιζα μέσα στο κεφάλι μου.

Από τις πολύ πρωινές ώρες μέχρι τώρα, ξετυλίγεται ένα κουβάρι με όλες τις παθογένειες του ελληνικού κράτους, κατ’ επέκταση της ελληνικής κοινωνίας και -κυρίως- του ελληνικού πολιτικοοικονομικού συστήματος. Είμαστε πρώτη είδηση σε όλον τον πλανήτη για τον χειρότερο, τον πιο μακάβριο λόγο. Η Guardian παίζει το θέμα με την υποσημείωση “developing”, αφού η τραγωδία (ναι, κλισέ, αλλά ισχύει) δεν έχει τέλος.

Η πρώτη ερώτηση που κάνουμε όλοι αυθόρμητα είναι «τι έγινε;». Και δευτερόλεπτα μετά μία άλλη, πολύ πιο κρίσιμη: «ποιος φταίει;». Είναι σχεδόν λυτρωτικό να βρεθεί κάποιος αποδιοπομπαίος τράγος· ένας άνθρωπος που θα συγκεντρώσει πάνω του όλη την οργή αλλά και όλο το όνειδος για τις ευθύνες που βαραίνουν λίγο-πολύ ένα ολόκληρο κράτος.

Ηλεκτρονικά συστήματα που έχουν αγοραστεί αλλά δε λειτουργούν, συνδικαλιστές που φωνάζουν για τους κινδύνους αλλά κανείς δεν τους ακούει, καθυστερήσεις και φόρτος των σιδηροδρομικών γραμμών. Τυπική Ελλάδα, ας μην κοροϊδευόμαστε. Είμαστε συνηθισμένοι σε αυτά. Κάθε μέρα τα βλέπουμε – μέχρι να συμβεί το κακό.

Οι δημοσιογραφικές πληροφορίες λένε ότι ο σταθμάρχης έχει ήδη συλληφθεί. Και, ναι, ίσως έχει μερίδιο ευθύνης. Απλά, είναι κάτι που πρέπει να το αποφασίσει η δικαιοσύνη. Ακόμα και αν πρόκειται όμως για εγκληματική αμέλεια ή εγκληματικός λάθος, σε τι συνθήκες εργάζεται αυτός ο άνθρωπος; Είναι δυνατόν να έχει πάνω του ευθύνες για 350 επιβάτες, στην εποχή που τα αυτοκίνητα έχουν αρχίσει να φρενάρουν από μόνα τους όταν εσύ ξεχαστείς;

Αρκετά από τα συστημικά Μέσα, μάλιστα, φάνηκαν να ρίχνουν εκεί το βάρος τους, εξυμνώντας παράλληλα την ταχύτητα αντίδρασης του κρατικού μηχανισμού. Ο αποδιοπομπαίος τράγος είχε βρεθεί, εμπρός λοιπόν για μια ωραιότατη σταυροφορία εναντίον του.

Άλλωστε, ο δημόσιος λιθοβολισμός λειτουργεί ως ιδανική κουρτίνα για να κρυφτούν εκείνοι που φέρουν τις πραγματικές ευθύνες του σχεδιασμού, της υλοποίησης, του (μη) ελέγχου και της μη συμμόρφωσης με τις ευρωπαϊκές οδηγίες.

Τελικά, η ελληνική τραγωδία στα Τέμπη βρίσκει την ιδανική περίληψή της μέσα σε λίγες μόνο λέξεις: «πάμε και όπου βγει». Αυτή είναι η φράση που χρησιμοποίησε ο μηχανοδηγός προς τον υπεύθυνο εισιτηρίων για να περιγράψει την κατάσταση, όπως αποκάλυψε επιβάτης της μοιραίας αμαξοστοιχίας στις τηλεοπτικές κάμερες. Προς το άγνωστο, με βάρκα την ελπίδα.

Είναι λέξεις που μπορεί ο καθένας -αν, φυσικά, ισχύουν- να τις ερμηνέψει όπως θέλει. Μπορεί να τις αντιμετωπίσει ως το κλασικό ελληνικό φιλότιμο των εργαζόμενων οι οποίοι έχουν συνηθίσει να εργάζονται σε ένα χάος όπου περίπου τίποτα δε λειτουργεί σωστά. Μπορεί να τις ασκήσει σφοδρή κριτική ως το κλασικό ελληνικό δαιμόνιο, το οποίο δε θέλει να λειτουργεί με τους κανόνες αλλά το «παίρνει» πάνω του.

Όσο όμως στηριζόμαστε ως κράτος και ως κοινωνία στην ατομική ευθύνη, για να σωθούμε ή να καταστραφούμε, για να θριαμβεύσουμε ή  να βυθιστούμε όλοι μαζί στο πένθος, τα κάθε λογής ατυχήματα δε θα πάψουν να συμβαίνουν με τρομακτική περιοδικότητα.

Δεν είναι καινούργιο το πρόβλημα, είναι διαχρονικό. Ζούμε μέσα σε ένα χάος όπου τα περισσότερα πράγματα συμβαίνουν μάλλον από θαύμα – αρκεί να ρίξουμε μία ματιά στα δημόσια νοσοκομεία, εκεί όπου γιατροί με μαύρους κύκλους στα μάτια από τις αϋπνίες και την έλλειψη προσωπικού προσπαθούν να κουράρουν ασθενείς πάνω σε ράντζα.

Είναι τα ίδια νοσοκομεία, έξω από τα οποία αυτές τις ώρες οι μανάδες των θυμάτων της τραγωδίας ψάχνουν τα παιδιά τους. Αλλά κανείς δεν μπορεί με σιγουριά να τους πει αν τα παιδιά τους ζουν ή έχουν σκοτωθεί.