SOCIAL MEDIA

Ένας ειδικός εξηγεί γιατί «φρικάραμε» μόλις έπεσαν το Facebook και το Instagram

Ο Δημήτρης Παπαδημητριάδης, ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής, μιλάει στο OneMan για τη σύγχυση που επικράτησε πριν από μερικές ημέρες.

Και ξαφνικά, σκοτάδι. Ένα διαδικτυακό σκοτάδι που έπεσε σε όλη τη Γη, όπου υπάρχουν ενεργοί λογαριασμοί της Meta. Σκεφτείτε μία πανοραμική εικόνα του πλανήτη μας με δισεκατομμύρια ανοιχτές οθόνες που ξαφνικά σβήνουν, παίρνοντας μαζί τους -έστω και για περίπου δύο ώρες- όλη την ιντερνετική μας περιουσία: συνομιλίες, αναμνήσεις, εικόνες και αναρτήσεις που ίσως σήμερα ντρεπόμαστε γι’αυτές.

Το απόγευμα της Τρίτης (05/3), κάναμε μία σύντομη αναγκαστική απεξάρτηση από τα social media και αυτό γιατί το Facebook, το Instagram και το Messenger, εφαρμογές που χρησιμοποιούν τουλάχιστον 4 δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως, αντιμετώπισαν τεχνικά προβλήματα. Ένα αίσθημα κενότητας και πανικού αντικατέστησε αυτό της ευφορίας η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ντοπαμίνη που εκκρίνεται μετά από κάθε μας scroll.

Για πολλούς, όμως, το Facebook και το Instagram δεν είναι απλά μία πηγή ενημέρωσης ή στιγμιαίας διασκέδασης, αποτελούν τα κύρια εργαλεία της δουλειάς τους. Ο πανικός ήταν μέχρι ενός βαθμού δικαιολογημένος, η γενικότερη αντίδραση του μέσου χρήστη όχι και τόσο, ειδικά όταν αναγκάστηκε να βάλει μπρος τη μηχανή του μνημονικού του και να ανακαλέσει τους κωδικούς σύνδεσης.

«Η ξαφνική διαπίστωση ότι πλατφόρμες όπως το Facebook, το Instagram και το Messenger δεν ήταν προσβάσιμες στην Ελλάδα για τεχνικούς λόγους δημιούργησε, πράγματι, σε πολλούς μια διάχυτη αίσθηση του κενού», λέει ο Δημήτρης Παπαδημητριάδης, ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής. «Αυτό δεν είναι απλώς ανεκδοτολογικό, αλλά έντονα σχετιζόμενο με τη σημερινή κοινωνική δυναμική μας και συνυφασμένο με την ψυχική σκαλωσιά που υποστηρίζει την καθημερινότητά μας. Για να κατανοήσουμε αυτό το “κενό”, πρέπει να εμβαθύνουμε στη σύνθετη σχέση μεταξύ της ανθρώπινης ψυχολογίας και των ψηφιακών διασυνδέσεων που καθορίζουν μεγάλο μέρος της σύγχρονης ζωής μας».

Σύγχυση και ανασφάλεια

Facebook (AP Photo/Jenny Kane, File)

Λίγα λεπτά με την κατάρρευση της Meta, προσπάθησα να αστειευτώ σε ένα group chat στο Messenger. Μόλις συνειδητοποίησα ότι ούτε αυτό λειτουργεί, σκέφτηκα πως ο μόνος τρόπος για άμεση επικοινωνία είναι η παραδοσιακή κλήση στο κινητό. Τελικά, τη δέχθηκα πρώτος και από την άλλη άκρη του ακουστικού με ενημέρωσαν πως νιώθουν περίεργα και πως «δεν ξέρω τι να κάνω, έχω φρικάρει».

Ο Δημήτρης Παπαδημητριάδης θεωρεί πως το αιφνίδιο και βαθύ αίσθημα αποσύνδεσης κατά τις διακοπές των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι εντελώς ενδεικτικό του ρόλου τους στη ζωή μας. «Πέρα από απλά εργαλεία επικοινωνίας, όλες αυτές οι τεχνολογίες έχουν εξελιχθεί σε ζωτικά συστατικά της ταυτότητάς μας. Όσο και αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε – εμείς οι υβριδικές γενιές που γεννηθήκαμε πριν την εξάπλωση του ίντερνετ -, αυτές οι εφαρμογές έχουν γίνει κρίσιμο μέρος του προσωπικού μας δικτύου κοινωνικής υποστήριξης κι ένας μηχανισμός κατανόησης του κόσμου γύρω μας», επισημαίνει.

Με τη χρήση των social media, νιώθουμε μία παράδοξη ασφάλεια ότι αναγνωρίζεται η παρουσία μας και πως η περιφερειακή γνώση που αποκτούμε για τη ζωή των άλλων μέσω της ψηφιακής διάδρασης ανάγεται στη μόνη αποδεκτή κανονικότητα. Τι συμβαίνει όμως όταν οι διακομιστές της Meta αποφασίζουν να κάνουν ένα διάλειμμα; «Η απουσία αυτής της ροής πληροφοριών, έστω και προσωρινά, είναι δυνατόν να προκαλέσει μεγάλη σύγχυση και ανασφάλεια, δυνητικά πολύ παρόμοια με την εμπειρία ενός ανθρώπου των 60s στη διάρκεια μιας ανεξήγητης κατάρρευσης των τηλεφωνικών γραμμών».

Το FOMO και ο κίνδυνος της ανυπαρξίας

To Facebook, το Instagram και το Messenger ήταν «κάτω», το ίδιο και τα κεφάλια των περισσότερων ανθρώπων στο Μετρό. Σκυμμένοι πάνω από τις οθόνες τους, ακόμα και εν κινήσει, προσπαθούσαν να συνδεθούν. Οι προσπάθειές τους ήταν μάταιες και οι αλλεπάλληλες αλλαγές στους κωδικούς σύνδεσης δημιούργησαν ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα. Γνήσιο άγχος, αλλά γιατί;

«Με την ενεργή παρουσία μας στα κοινωνικά δίκτυα όχι μόνο λαμβάνουμε ενημέρωση αλλά την παράγουμε. Γινόμαστε οι ειδήσεις, και πολλοί από εμάς νιώθουμε ότι “υπάρχουμε” μόνο εφόσον μοιραζόμαστε και αλληλεπιδρούμε. Με αυτό τον τρόπο, ο φόβος του αποκλεισμού από τα τεκταινόμενα (FOMO: Fear Of Missing Out) στο πλαίσιο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αντιπροσωπεύει ένα γνήσιο άγχος για τον κίνδυνο της ανυπαρξίας. Μία φοβία για την ψηφιακή αποξένωση και απομόνωση, ενδεχομένως ανάλογη της απειλής εξοστρακισμού από τη φυλή που θα ένιωθε ένας μακρινός πρόγονός μας σε μία άλλη εποχή της ανθρωπότητας».

Όπως ήδη γράψαμε στην εισαγωγή του κειμένου, τα social media αποτελούν σημαντικά εργαλεία για πολλές εταιρείες ή ελεύθερους επαγγελματίες. Σύμφωνα με τον Δημήτρη Παπαδημητριάδη, όμως, εκτός από την εκπλήρωση επαγγελματικών υποχρεώσεων, έχουν γίνει πρωταρχική οδός για σημαντικές δραστηριότητες, όπως η συντήρηση σχέσεων, η συμμετοχή σε κοινωνικό και πολιτικό διάλογο.

Την ίδια στιγμή, «θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η διείσδυση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αντιπροσωπεύει μια αλλαγή παραδείγματος στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε, αναζητούμε πληροφορίες και συνδεόμαστε. Από αυτή την άποψη, οι πλατφόρμες είναι απλώς εργαλεία που διευκολύνουν τη σύγχρονη διαβίωση, όπως ήταν κάποτε η γραπτή αλληλογραφία ή ο τηλέγραφος. Αυτή η ενσωμάτωση υποδηλώνει μια εξέλιξη των κοινωνικών προτύπων, κατά την οποία οι ψηφιακές αλληλεπιδράσεις συμπληρώνουν παραδοσιακές μορφές επικοινωνίας, διευρύνοντας τα ανθρώπινα δίκτυα και την πρόσβασή μας στη γνώση».

Ο επιτακτικός περιορισμός κατάχρησης

Facebook

Μόλις το Facebook και το Instagram επανήλθαν, επικράτησε μια γενικότερη ανακούφιση καθώς αυτόματα έγινε και η επιστροφή μας στην κανονικότητα. Πολλοί από εμάς, όμως, εκδηλώσαμε στερητικά συμπτώματα. Η μεγάλη δυσφορία όπως και η ανυπομονησία να λειτουργήσουν ξανά, αποκαλύπτει μια μορφή ψυχικής εξάρτησης που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε.

«Μια τέτοια εξάρτηση μπορεί να επιδεινώνει τα συναισθήματα άγχους, μοναξιάς και ανεπάρκειας όταν η επικύρωσή μας μέσω της ψηφιακής αυτοέκφρασης γίνεται υποκατάστατο για την αυτοεκτίμησή μας. Η πρόκληση, λοιπόν, δεν είναι αυτή καθ’ εαυτή η παρουσία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην καθημερινότητά μας, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εξισορροπούμε αυτή τη συμμετοχή με υγιή τρόπο».

Πώς μπορούμε να πετύχουμε μία ωφέλιμη ισορροπία; «Με τη χρήση των εφαρμογών μόνο για τις πραγματικές μας ανάγκες. Την ίδια στιγμή, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τις δυνατότητές τους να χρησιμοποιούν εμάς οι εφαρμογές για τις δικές τους ανάγκες – όπως με τη στοχευμένη διαφήμιση -, ενώ την ίδια στιγμή διαστρεβλώνουν τις αντιλήψεις μας για την πραγματικότητα και τον εαυτό μας. Έχουμε, λοιπόν, κάθε λόγο να περιορίσουμε την κατάχρηση, ιδίως όταν συλλαμβάνουμε συχνά – πυκνά τον εαυτό μας να σκρολάρει στην οθόνη πριν καλά – καλά ετοιμάσουμε τον πρωινό καφέ μας για να …ξυπνήσουμε».