Eurokinissi
ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ

O Νότης Σφακιανάκης έπρεπε να αφήσει τα τραγούδια να μιλήσουν

Ένας -πρώην πια- ορκισμένος φαν του τραγουδιστή αποκαθηλώνει με βαριά καρδιά το είδωλό του.

Στα μισόκλειστα μάτια μου, έπεφτε η αντανάκλαση του φωτός που λαμπίριζε στην ακατανόητα (πια) πεντακάθαρη αρβύλα μου. Καθισμένος στη γωνιά του κρεβατιού, έδενα βιαστικά τα κορδόνια και με μηχανικές κινήσεις ετοιμαζόμουν για ακόμα ένα περίπολο. Είχε φτάσει 01:55, άνοιξα την πόρτα του θαλάμου τρέχοντας και εκεί με περίμενε ήδη μ’ ένα Prince μαλακό στα χείλια ο Βαγγέλης. “Άντε ρε μαλάκα, περιμένουν όλοι στην καναδέζα”, μου είπε τη στιγμή που έβλεπε πως έκανα βήματα προς τα πίσω σαν κάτι να ‘χω ξεχάσει.

Δεν πήρα μαζί το κινητό μου”
“Τι να το κάνεις στις 02:00 το πρωί;”
“Και μουσική;”
“Έχω εγώ. Θα μας συνοδεύσει στο περίπολο ο άρχοντας”.

Ο οδηγός της καναδέζας πάτησε την κόρνα και ο τελευταίος τοίχος αναποφασιστικότητας γκρεμίστηκε σαν τραπουλόχαρτο, που λένε και στα δελτία ειδήσεων. Λίγα λεπτά αργότερα, φτάσαμε στην πύλη του αεροδρομίου και ξεκινήσαμε ελέγχους και υπογραφές. Ήμασταν μόλις δύο μήνες στο στρατόπεδο, αλλά είχαμε προλάβει με τον Βαγγέλη να γράψουμε διψήφιες σκοπιές και περίπολα παρέα, οπότε λίγο πολύ όλα γίνονταν με 2-3 κουβέντες και ενίοτε αρκούσαν τα μάτια. Ήταν (και είναι) με λίγα λόγια, ο αδερφός που δεν είχα γνωρίσει μέχρι τότε.

Όταν φύγαμε απ’ τα φώτα της πύλης και κατευθυνόμασταν στις ερημιές του αεροδρομίου μέχρι την επόμενη σκοπιά, πήρε το κινητό και μου ‘πε γεμάτος αυτοπεποίθηση: “τώρα θα ακούσεις Νότη και μετά θα ακούς συνέχεια”. Απάντησα μ’ ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Δύο ώρες αργότερα, ο ρυθμός του “κι αν με βρεις (τα χαράματα εδω)” έπαιζε στο κεφάλι μου σε λούπα και μαζί με τις 4-5 ιστορίες που πρόλαβε να μου πει ο Βαγγέλης από Live του Νότη, μέχρι μύθους απ’ το αξέχαστο Ρεξ που έπρεπε να πάρεις 3-4 μήνες πριν για να κλείσεις τραπέζι, συνέθεσαν ένα ωραίο κοκτέιλ για γλυκό ύπνο.

Το επόμενο πρωί, τι πρωί δηλαδή, 2μιση ώρες μετά, έπιασα τον εαυτό μου να τραγουδά μαζί με τον Βαγγέλη που “κατοικούσε” από πάνω, στίχους απ’ τα “χαράματα”. Αναρωτήθηκα πώς κατάφερα και θυμήθηκα τα λόγια και το “οι στίχοι απ’ τα τραγούδια που σ’ αγγίζουν, σου μένουν χαραγμένοι” δεν μ’ έπεισε ως απάντηση, γιατί εδώ που τα λέμε πόσα γελοία τραγούδια κολλάνε στο κεφάλι μας σαν τσίχλα;

Έπειτα κατάλαβα, πως χθες δεν τ’ άκουσα για πρώτη φορά, τα είχα ξανακούσει δεκάδες φορές μη δίνοντας σημασία, προσπερνώντας τα σαν αμαρτωλές απολαύσεις που δεν άφηνα μέχρι τότε να με κυριεύσουν. Ήμουν μόλις 22 και είχα πέσει στην παγίδα να βάζω τη μουσική σε καλούπια, κάτι που σημαίνει πως απ’ τη στιγμή που άκουγα χιπ χοπ ή ροκ, δεν μπορούσα να ακούσω και ελληνικά, τουλάχιστον όχι στα φανερά.

Από ‘κείνο το περίπολο και μετά, πολλές θεωρίες μου για την μουσική άλλαξαν και για τα επόμενα 4-5 χρόνια, είχα μια εμμονή που είχε όνομα με πέντε γράμματα, το πρώτο Ν και το τελευταίο Σ και σ’ αυτό το κείμενο θα τα εξηγήσω όλα με το Ν και με το Σ. Δεν είναι υπερβολή η λέξη “εμμονή”, ήταν αυτό ακριβώς που έπαθα όχι τόσο σταδιακά, αλλά μπαμ και κάτω, σαν έρωτας κεραυνοβόλος. Την φωνή του Νότη την είχα ξανακούσει εκατοντάδες φορές, είχα πάει θυμάμαι και με το Γυμνάσιο ή το Λύκειο στο μαγαζί που τραγουδούσε, αλλά έπαιζε και στην τηλεόραση, σε οικογενειακά τραπέζια, σε ραδιόφωνα, σε φιλικά σπίτια.

Για την ακρίβεια, ήταν ελάχιστα τα σπίτια στις αρχές του 2000 που δεν είχαν ένα CD του Σφακιανάκη. Ωστόσο εκείνη την εποχή ήμουν στην άλτερα παρς, απ’ αυτούς που κορόιδευαν και λοιδορούσαν. Θυμάμαι να ακούγονται παντού τραγούδια απ’ το Ενθύμιο, θυμάμαι τον παιδικό μου φίλο τον Θανάση να μου λέει “ποια είναι η κυρία που ουρλιάζει” αναφερόμενος στον Robert Plant και να συνεχίζει: “βάλε κανά Νότη, να νταλκαδιάσεις”. Θυμάμαι και την αδερφή μου που της είχαν κάνει δώρο το “Τέλος δίχως τέλος” και απ’ την απαγόρευση στο σπίτι όταν είμαι εγώ, φτάσαμε να της ζητάω 5-6 χρόνια μετά να μου το δανείσει.

Το πώς φτάσαμε, δεν ξέρω αν μπορεί να εξηγηθεί με λόγια, όπως και η φωνή του Νότη δεν μπορεί να περιγραφεί με απλές λέξεις. Θέλω να πω ότι μπορείς να τη χαρακτηρίσεις “γλυκιά”, “μαγική”, “μοναδική”, “καθάρεια”, “μεθυστική”, “σαγηνευτική”, “σμυρνέικη”, “θεατρική”, “ανθρώπινη”, “ανεξάντλητη”, σαν να αναβλύζει από μια πηγή γεμάτη συναισθήματα αγάπης, πόνου και ομορφιάς. Όσα όμως και να γράψω πάντα κάτι θα ξεχάσω, πάντα κάτι θα βρει να συμπληρώσει κάποιος άλλος λάτρης της φωνής του, που την έχει ακούσει χιλιάδες φορές. Τόσες, ίσως και εκατομμύρια την έχω ακούσει κι εγώ.

Από ‘κείνο το δροσερό βράδυ του Μάη του 2005 και για τα επόμενα 5 χρόνια, ο Νότης ήταν παντού στη ζωή μου. Στ’ αυτοκίνητο, στη δουλειά, στη διαδρομή με τα πόδια μέχρι το μετρό, στο σπίτι όταν γύρναγα τα βράδια απ’ τη δουλειά και στο σπίτι όταν ξύπναγα για τη δουλειά. Φυσικά ήταν σε κάθε περίπολο και κάθε σκοπιά ή και στο σπίτι του Βαγγέλη, που μ’ άκουγε να του μιλάω με δέος για το ένα ή το άλλο τραγούδι και χαμογελούσε (ανα)γνωρίζοντας το συγκεκριμένο συναίσθημα. Είχα πλέον πάθει αρρώστια. Ήξερα τα τραγούδια του, διάβαζα κάθε είδηση που τον αφορούσε, έψαχνα και αρχειακό υλικό για τις εποχές που ήταν στα πολύ πάνω του (Rex) και εγώ στο δημοτικό, ενώ πλέον δεν με ικανοποιούσε να ακούω απλά τα γνωστά τραγούδια του. Ακόμα και “τα παπάκια στη σειρά” να τραγουδούσε, αν ήταν απ’ τη φωνή του, θα το άκουγα ολημερίς. Είχα φτάσει σε σημείο να ακούω ξανά και ξανά τραγούδια, που ούτε ο ίδιος ο Νότης δεν θυμόταν, κάποια που δεν ακούστηκαν ποτέ στο ραδιόφωνο και ήταν αυτή μια ψευδαίσθηση στον εαυτό μου ότι ήταν σαν να έβγαζε νέο δίσκο. Σαν αυτό πχ:

Ήταν πια θέμα χρόνου απ’ τα cd, τα mp3 και τα κινητά, να τον ακούσω και από κοντά. Εκείνη τη χρονιά που είχα απολυθεί απ’ το στρατό και μόλις είχα βρει δουλειά στο SPORT 24, πήγα συνολικά 8 φορές. Στα μάτια κάποιου που δεν ξέρει φαίνονται πολλές, στα μάτια όσων λατρεύουν τον Νότη, το “8” είναι ένας πολύ χαμηλός αριθμός για μια ολόκληρη χρονιά. Για μένα ήταν απλά μια καλή αρχή για να ξεδιψάσω λίγο την κάψα μου.

Οι πρώτες φορές ήταν παράστασεις γραφικότητας και λίγο ετεροντροπής για όσους μου έκαναν την χάρη να έρθουν μαζί μου. Σηκωνόμουν απ’ την καρέκλα σε κάθε ξεκίνημα τραγουδιού, τέντωνα τα χέρια μου προς το μέρος του και όταν περνούσε η ώρα, αγκάλιαζα φίλους φίλες και τους τραγουδούσα με μια υστερία που το μόνο αποτέλεσμα που είχε ήταν ένα βουητό στ αυτιά τους κι ένα ωραίο ξέσπασμα για μένα. Την τρίτη φορά που βρέθηκα στο Έναστρον, έκανα κάτι που μέχρι πρότινος το έβλεπα και γύρναγα το κεφάλι μου απ’ την άλλη από ντροπή. Ανέβηκα στην πίστα και έβγαλα μια φωτογραφία αγκαλιά με τον Νότη. Αυτή μου η επιθυμία, εκμηδένισε όλες τις άμυνές μου και κάπου εκεί κατάλαβα πως είχα πάθει βαριάς μορφή Νοτίτιδα.

Το ίδιο είχαν καταλάβει από καιρό και οι φίλοι μου, που κάποιες φορές δεν πίστευαν στα μάτια τους ή στ αυτιά τους μ αυτά που έκανα/τους έλεγα. Ένα απόγευμα (όχι θλιμμένο), είμαι με τον παιδικό μου φίλο τον Μιχάλη, ροκάς που το πιο μη ροκ πράγμα που είχε ακούσει ήταν electro σε πάρτι που πήγαινε στου Ψυρρή και του λέω πως “σκέφτομαι να βαρέσω τατουάζ Νότης” κι αυτό που ακολούθησε δεν είχε προηγούμενο. Η εμμονή μου είχε τόσο ποτίσει και τους γύρω μου με απελπισία που όντως πίστεψε ότι μπορεί να το κάνω. Δεν είχα τότε τατουάζ και στιγμή δεν σκέφτηκα πως θα είχα χαραγμένο στο σώμα μου ένα όνομα, ήθελα όμως να δω αν θα το πίστευε και τι συμβουλές θα μου έδινε. Σ’ όλη εκείνη την ώρα που προσπαθούσε να με επαναφέρει στα λογικά μου, γελούσα και σκεφτόμουν πόσο γραφικός έχω φανεί όλο αυτό το διάστημα στα μάτια τους και ταυτόχρονα πόσο καθόλου δεν μ’ ένοιαζε.

Ο Μιχάλης ήταν ένα απ’ τα θύματά μου στο κυνήγι αναζήτησης παρέας για να πάμε στον Νότη, ενώ μέσα στην μακρά λίστα ήταν φυσικά ο Βαγγέλης που κουβαλήθηκε απ’ την Κόρινθο λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ο Αντώνης ο έτερος παιδικός φίλος που μου ‘χει απομείνει, οι άνθρωποι απ’ το SPORT 24 που δεν τους ήξερα πάρα μόνο λίγους μήνες, κάτι φίλες ενός φίλου μου και γενικά όποιος περνούσε και μου έλεγε “πάμε Νότη”, θα έπαιρνα το σακάκι μου και θα κατηφόριζα για Πειραιώς. Γι’ αυτό και την επόμενη χρονιά, ο αριθμός των εμφανίσεων μου ανέβηκε στο 11, με μια εξ’ αυτών να είναι στην πρεμιέρα, καπάκια μετά τη δουλειά στο ανοργάνωτο, παρέα με τον έτερο άρρωστο του site, Σωκράτη Μόσχο. Ποιος θα μου το ‘λεγε πως θα καθόμουν σε μπαρ, στριμωγμένος σαν σαρδέλα και κουνώντας το κεφάλι μου δεξιά και αριστερά για να καταφέρω να τον δω από μακριά. Θα μου πεις, ποιος θα το έλεγε και στον άνθρωπο που είχε το cdάδικο, ότι κάποιος θα ζητήσει το Ενθύμιον, 10 χρόνια μετά την κυκλοφορία του. Το έκανε η αδερφή μου χωρίς ντροπή, για να μου δώσει στα γενέθλιά μου.

Ταυτόχρονα όλο αυτό το διάστημα είχα μπει σε φόρουμ, στο YouTube και γενικά όπου υπήρχαν σελίδες με μαζεμένους “τρελούς” με τον Νότη και πιάναμε κουβέντες νύχτα μέρα. Αυτό που μπορώ να πω πια με σιγουριά για τον Νότη, είναι ότι είχε και έχει το πιο φανατικό κοινό που είχε ποτέ Έλληνας καλλιτέχνης, το οποίο μπορεί να παρομοιαστεί μονάχα με τη τρέλα που επικρατούσε για τον Καζαντζίδη και τον Διονυσίου. Κανείς δεν επιτρεπόταν να πει κάτι κακό για εκείνον και ένας χείμαρρος με λόγια αγάπης και θαυμασμού υπήρχαν κάτω από κάθε video του. Ένιωθες κάπου σαν να είσαι μέλος αίρεσης και το πρόσωπο στο κάδρο, δεν πρέπει να πειραχθεί από κανέναν και για κανέναν λόγο.

Στην τελευταία μου παρουσία του σε μαγαζί που τραγουδούσε, το 2009, είχα πάει με κάτι γνωστούς που μου πρότειναν τραπέζι λόγω μιας εκδήλωσης που διοργάνωνε μια φοιτητική παράταξη. Αφήνοντας στην άκρη ένα καράβι ιδεολογικές διαφορές, κάθισα με τους δικούς μου που έτσι κι αλλιώς ήταν απ’ τη δική μου πλευρά. Η βραδιά ήταν όμορφη και ο Νότης θυμάμαι πως είχε κέφια, μέχρι που κάποια στιγμή λέει την “Μπαλάντα του κυρ Μέντιου” και ξεκίνησε κουβέντα ανάμεσα σε 2 τραπέζια με πολιτικές προεκτάσεις. Οι από ‘κει να λένε πως ο Νότης είναι δεξιός γιατί μιλάει για αλησμόνητες πατρίδες και οι από ‘δω να λένε πως είναι αριστερός γιατί έχει τραγουδήσει την “μπαλάντα του κυρ Μέντιου”. Μέσα μου σκεφτόμουν πως ούτε ο ίδιος δεν ξέρει τι είναι κι αυτή ήταν η πρώτη αρνητική σκέψη που έκανα για τον Σφακιανάκη μετά από 4 χρόνια. Αυτή ήταν και η αρχή του τέλους.

Μην μπορώντας ποτέ να ξεχωρίσω τον καλλιτέχνη απ’ τον άνθρωπο καθώς μιλάμε ακριβώς για το ίδιο πρόσωπο, η μελιστάλαχτη φωνή του Νότη κάποια στιγμή εκτός τόσες εκατοντάδες όμορφα τραγούδια, είπε και πράγματα που “άδειασαν” πολύ κόσμο, ανάμεσα σ’ αυτούς και εμένα. Το αρχικό κλείσιμο ματιού στην Χρυσή Αυγή και το μετέπειτα ανοιχτό φλερτ μαζί της, ήταν το φινάλε της καρδιάς μου, της καρδιάς που αγάπησε τα τραγούδια του τόσο πολύ, που θα ΄θελε τίποτα απ’ αυτά να μην είχε συμβεί για να μπορέσει να τον ακούσει ακόμη μια φορά. Τώρα όχι όμως. Η συμμαχία με δολοφόνους του Παύλου Φύσσα, με μαχαιροβγάλτες μεταναστών και με μισανθρώπους που παρακαλούν για θάνατο και αίμα, δεν έχει σχέση με την αγάπη, τον έρωτα και το φως που έβγαζαν τα τραγούδια του. Το ένα δεν συνδέεται με το άλλο. Που είναι το “με αγάπη ό,τι κάνεις”; Δεν μπορεί.

Ο Νότης ήταν πάντα αιρετικός, είχε πάντα όπως φαίνεται απ’ τις κινήσεις του την ανάγκη να προκαλεί, άλλοτε με καλό τρόπο και άλλοτε με χείριστο. Δεν τον αρκούσε να μιλάει με τα τραγούδια, ήθελε πάντα να πει και τις θεωρίες και τα πιστεύω του, τα οποία δεν τα ενστερνιζόμουν ούτε όταν ζούσα μέσα απ’ τα τραγούδια του, αλλά ήταν κάπως ανεκτά. Αντίθετα, διόλου ανεκτή δεν ήταν η συμπόρευση του με τους διακινητές του μίσους, που βάζοντας μπροστά τη λέξη “πατρίδα” κορόιδεψαν εκατοντάδες ανθρώπους για να προωθήσουν τ’ αρρωστημένα σχέδιά τους και ευτυχώς πλέον απέτυχαν. Η πληγή όμως μένει. Γιατί κατανοώ κάποιον που θεωρεί τον εαυτό του πατριώτη, αλλά δεν θα δικαιολογήσω ποτέ κάποιον που στηρίζει φασίστες. Όχι, σε καμιά περίπτωση.

 

Ξέρω πως εκείνη την περίοδο εξωφρενικής αγάπης για εκείνον και τα τραγούδια του δεν θα την ξαναπεράσω, όπως τίποτα δεν μπορεί να επαναληφθεί με την ίδια γεύση, το ίδιο τόνο και την ίδια ένταση σ’ αυτή τη ζωή. Όπως ξέρω επίσης πως πλέον περπατάμε παράλληλα και όλα είναι ακατάλληλα για να σμίξουμε πάλι. Θα ‘θελα ωστόσο τίποτα απ’ όλα αυτά που έγραψα λίγες γραμμές πιο πάνω να μην είχε συμβεί και να μπορούσα πια, όχι με τη τρέλα των 20+ αλλά με την ανάγκη των 35+ να μπορούσα να τον άκουγα ζωντανά μια φορά το χρόνο. Όχι για να θυμηθώ τα παλιά, αλλά γιατί κάθε φορά στον Νότη κάτι καινούργιο ζεις. Μου λείπουν κάπου κάπου αυτές οι νύχτες μαγικές και ο μόνος που μου τις θυμίζει είναι το “σαν σήμερα” στο Facebook, γιατί το σήμερα καμία σχέση δεν έχει πια. Και τώρα, που αυτό το κείμενο μου έδωσε την ευκαιρία να ακούω για 5 μέρες συνεχόμενες όλα τα τραγούδια του χωρίς να νιώθω ένοχη απόλαυση αλλά με τη δικαιολογία πως “το κάνω για δουλειά”, κατάλαβα πως όσο κι αν κάτι έχει σπάσει βαθιά μέσα μου, στο τέλος μιλάνε τα τραγούδια. Κι αν μπορούσα να δώσω μια συμβουλή στον σημαντικότερο Έλληνα λαϊκό τραγουδιστή της 40ετίας αυτή θα ήταν καλύτερα μην μιλάει. Ας μιλήσουν τα τραγούδια του…