Shutterstock
ΗΜΟΥΝ ΕΚΕΙ

Όταν κατακτούσα το Πανελλήνιο πρωτάθλημα Subbuteo

Ο δημοσιογράφος Γιώργος Παχάκης μας γυρίζει αρκετά χρόνια πίσω και μας ταξιδεύει μέχρι το Λονδίνο και την απονομή από έναν θρύλο της Λίβερπουλ.

Σε όσους το έδειχνα πιτσιρικάς, τη δεκαετία του ’70, γούρλωναν τα μάτια. “Τι ποδοσφαιράκι είναι τούτο;” με ρωτούσαν και σε όσους προσπαθούσα να κάνω ταχύρυθμα μαθήματα για να βρω αντιπάλους να παίζω, στην καλύτερη των περιπτώσεων το πλήρωνα με καμιά δεκαριά παικτάκια σπασμένα και μπάλες χαμένες πίσω από βαριά έπιπλα στο σπίτι. Μη βρίσκοντας, λοιπόν, ανταγωνισμό, μία ημέρα τακτοποίησα σε μία κούτα τις τσόχες, τις ομάδες, τους προβολείς και όλα  τα σύνεργα του γηπέδου και τα ανέβασα στο πατάρι. Το Subbuteo είχε τελειώσει για μένα δια  παντός.

Έλα όμως που κάποια στιγμή προκηρύχτηκε το πρώτο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα. Πρέπει να ήταν φθινόπωρο του 1977, Οκτώβριος ή Νοέμβριος. Ξενοδοχείο ‘Εσπέρια’, αν δεν κάνω σοβαρό λάθος, Σταδίου και Σίνα γωνία.

Είχα σταματήσει κάμποσα χρόνια να παίζω, αφού τότε είχα δώσει βάρος στη δημοσιογραφία – τότε δεν υπήρχαν σχολές, σχολείο ήταν η ίδια η εφημερίδα όπου δούλευες κάνα- δύο χρόνια τσάμπα, μπορεί και παραπάνω, για να μάθεις τη δουλειά από τους τρομερούς και φοβερούς δασκάλους της εποχής.

Τσόχες και καμιά τριανταριά ομάδες στοιβαγμένες βαθιά στο πατάρι, η μάνα μου ούτε κουβέντα για να τις κατεβάσω. Φαντάστείτε ότι προκηρύχθηκε το πρωτάθλημα από την Πανελλήνιο Αγορά των αδερφών Δρακάτου και δεν έδωσα την παραμικρή σημασία. Ο πατέρας μου ήταν εκείνος που δήλωσε για μένα συμμετοχή, χωρίς να το ξέρω καν εγώ.

Την ημέρα των αγώνων- όλοι σε μία ημέρα από το μεσημέρι μέχρι αργά το βράδυ- δεν είχα ομάδα για να παίξω, αφού όλες ήταν στο ‘φρουρούμενο’ από τη μάνα μου πατάρι κι έτσι αναγκάστηκα να αγοράσω μία από την Πανελλήνιο Αγορά. Βρήκα μπροστά μου εύκαιρη μία Μπαρτσελόνα, όχι ότι την υποστήριζα, αλλά έπαιζε σε αυτήν ο αγαπημένος μου Γιόχαν Κρόιφ, ο καλλιτέχνης που με έκανε να ‘κολλήσω’ με το ποδόσφαιρο, αυτός που για μένα ήταν ο κορυφαίος όλων των εποχών κι ας με χλευάζουν γι΄αυτή μου την εμμονή οι Πελέδες, οι Μαραντόνες και οι Μέσιδες.

Την αγόρασα και πήγα στο ξενοδοχείο. Δε θυμάμαι πόσους αγώνες έδωσα, τους κέρδισα όλους και ο εις εκ των αδελφών Δρακάτου, ο ίδιος που ήταν και αρχηγός αποστολής στο Παγκόσμιο του Λονδίνου μερικούς μήνες μετά, μου παρέδωσε το κύπελλο, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία. Ο χώρος ήταν γεμάτος τραπέζια – γήπεδα, ήχοι από επιφωνήματα παικτών, πολύς κόσμος και γενικά ατμόσφαιρα πρωτόγνωρη για το συγκεκριμένο σπορ που ήταν ακόμη άγνωστο στο ευρύ κοινό.

Subbuteo Δημοσίευμα της εφημερίδας Τα Νέα
Δημοσίευμα της εφημερίδας Τα Νέα

Αργά το βράδυ, με το κύπελλο ανά χείρας και με δύο παίκτες- συμμαθητές και φαν μου στον τελικό, από το 7ο λύκειο Παγκρατίου, μπήκαμε στο τελευταίο τρόλεϊ της βάρδιας, με τους επιβάτες να μας κοιτούν με απορία. Τα καλύτερα όμως ήρθαν λίγους μήνες αργότερα, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Λονδίνου.

Οργανώθηκε σε ξενοδοχείο του Γουέμπλεϊ, 17 μίλια έξω από το κέντρο της αγγλικής πρωτεύουσας, άνοιξη του 1978, περίπου ένα μήνα πριν αρχίσει το κανονικό Μουντιάλ της Αργεντινής. Οι Αγγλοι είχαν χωρίσει τα τραπέζια σε sections, δίνοντας στο καθένα από αυτά το όνομα της πόλης που επρόκειτο να διεξαχθούν οι αγώνες του Μουντιάλ (π.χ Κόρδοβα, Μπουένος Άιρες, Ροζάριο κλπ).

Την παραμονή της πρεμιέρας, εγώ χαλαρός κι ωραίος, πήγα στα ‘γήπεδα ‘και είδα, αν όχι όλους, τουλάχιστον τους περισσότερους να προπονούνται. Ένας που κοιτούσε σαν κι εμένα απορημένος και μάλλον έψαχνε αφορμή να την κοπανήσει από το χώρο, ήταν ο Ιρλανδός που είχε κληρωθεί στον ίδιο όμιλο με τον δικό μου (μαζί με το Βέλγο και κάποιον άλλο που δε θυμάμαι). Τα βρήκα σε δευτερόλεπτα με τον Ιρλανδό και μία βδομάδα στο Λονδίνο είμασταν οι κολλητοί.

Ποια προπόνηση, όλο στο subway και στο κέντρο του Λονδίνου για τσάρκα και μπύρες, που δύσκολα μας τις σέρβιραν, αφού φαινόταν ότι είμασταν ανήλικα. Εντύπωση μου έκανε ο Ιταλός, ο οποίος είχε ολόκληρη υπερπαραγωγή. Κουτί ξύλινο, έβγαζε την ομάδα του και έτριβε έναν – έναν τους παίκτες με βαμβάκι στη βάση με ένα σπρέι και το πιο φοβερό; Το νύχι του στο δείκτη πρέπει -χωρίς υπερβολή- να ήταν 3-4 πόντους μακρύ!!! Έβαζε τον παίκτη στο κόρνερ της δικής του περιοχής και βοηθούντος του νυχιού του και της προεργασίας που είχε κάνει στη βάση, ο παίκτης έφτανε στο κόρνες της αντίπαλης περιοχής, χωρίς στροβιλισμούς κατά μήκος της πλάγιας γραμμής! Τρόμαξα.

Στους αγώνες έχασα αξιοπρεπώς, έστω κι αν το 1-4 από τον Ιρλανδό κολλητό μου ήταν πλασματικό (το παραδέχτηκε κι ο ίδιος, όχι από αβροφροσύνη). Μου έχει μείνει το ματς με το Βέλγο,τον πρωτοπόρο και αήττητο (και νομίζω μετέπειτα παγκόσμιο πρωταθλητή) ο οποίος είχε και καμιά σαρανταριά οπαδούς. Εβλεπα πριν το ματς να στρώνουν γύρω- γύρω από το τραπέζι καρέκλες και δε μπορούσα να φανταστώ ότι την ώρα του αγώνα η ατμόσφαιρα θα ήταν κολασμένη σε βάρος μου.

Προηγήθηκα και τους ανάγκασα να σκάσουν, αλλά δεν άντεξα τη ψυχολογική πίεση του βελγικού κοινού και στο τελευταίο πεντάλεπτο δέχθηκα δύο γκολ και έχασα μέσα από τα χέρια μου μια νίκη που μπορούσε να με οδηγήσει στην επόμενη φάση. Στην τελετή λήξης βίωσα απίστευτες στιγμές, αφού οι διοργανωτές αναφώνησαν πρώτο το όνομά μου για να μου επιδώσουν την τιμητική πλακέτα της πρώτης ελληνικής συμμετοχής σε παγκόσμιο πρωτάθλημα.

Όλοι όσοι βρίσκονταν στην αίθουσα χειροκροτούσαν, μα περισσότερο από όλους τρεις παγκοσμίου κλάσης ποδοσφαιριστές, οι οποίοι μου έκαναν την απονομή: Εμιλιν Χιούζ (αρχηγός της μεγάλης Λίβερπουλ), Τζίμι Γκρίνοφ (επιτελικός μέσος της Μανστεστερ Γιουνάϊτεντ) και Μάϊκ Μιλς (αριστερό μπακ της Εθνικής Αγγλίας και της κραταιάς τότε Ιπσγουϊτς).Τους έβλεπα και είχα κερώσει, άφωνος, αμήχανος, με χαιρετούσαν και τους κοιτούσα σα χαζός.

Ο πατέρας μου (και επίσημος συνοδός μου καθότι ήμουν ανήλικος) είχε τρελαθεί να βγάζει φωτογραφίες τις οποίες κάπου τις έχω φυλάξει, αλλά δε θυμάμαι πού, θα τις βρω όμως, πού θα πάει.

Το κλου ήταν ότι ενδιάμεσα των αγώνων, η Εθνική Αγγλίας έδινε φιλικό παιχνίδι προετοιμασίας στο Γουέμπλεϊ, εν όψει του κανονικού Μουντιάλ, με την Ουγγαρία, σε μία άτυπη – όπως έγραφαν τα ταμπλόιντς ρεβάνς του 3-6 από την ομάδα του Πούσκας. Ο πατέρας μου μαζί με το Δρακάτο ξαμολήθηκαν να βρουν εισιτήρια, βρήκαν στη ‘μάυρη’ αγορά στο πέταλο και είδαμε μία ματσάρα που οι Αγγλοι το κέρδισαν 4-1.