ΗΜΟΥΝ ΕΚΕΙ

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι με όνομα

Αυτό το παραμύθι έχει πρωταγωνιστή και μία ευχή για τα παιδιά που δε ζουν τις γιορτές όπως εμείς.

Γεια σας και χρόνια πολλά! Σήμερα θα ήθελα να σας διηγηθώ ένα παραμύθι από εκείνα τα παλιά που άρχιζαν με την “κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη”. Μικρή σημασία έχει αν αυτά που θα γράψω, είναι αληθινά ή όχι. Το σίγουρο είναι ότι όπως όλα τα παραμύθια, έτσι κι αυτό έχει τον δικό του “ήρωα”. Έναν ήρωα και τις πρωτοχρονιές του. Ή έστω, κάποιες από αυτές. Αν έχει όνομα ο πρωταγωνιστής μας; Ας του δώσουμε ένα.

Ας τον πούμε Θανάση, ή μάλλον πιο σωστά, Θανασάκη, αφού στο ξεκίνημα του παραμυθιού, ο “ήρωάς” μας είναι μικρούλης. Αν και, για να είμαστε τελείως σωστοί, θα τον γνωρίσουμε ως Ντίνο. Σας μπέρδεψα; Ας δώσουμε λοιπόν “κλώτσο” στην κόκκινη κλωστή να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινίσει, για να λυθούν όλες οι απορίες.

Ο μικρός μας φίλος που λέτε, πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε ορφανοτροφείο. Όχι επειδή ήταν ορφανός, αλλά επειδή οι γονείς του αποφάσισαν ότι ήταν ένα “ατύχημα”. Ναυτικός ο πατέρας, “παρέσυρε” μια άβγαλτη 19χρονη με όρκους και υποσχέσεις, όταν όμως η νύχτα έγινε μέρα και το καράβι μπαρκάρισε ξανά για άλλη γη κι άλλα μέρη, τότε άρχισαν τα δύσκολα.

Μην ξεχνάτε ότι βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και η κοινωνία τότε δε συγχωρούσε τέτοια παραστρατήματα. Οι εννιά μήνες πέρασαν βασανιστικά αργά και όταν γεννήθηκε ο απαγορευμένος καρπός, η μητέρα δεν το σκέφτηκε δυο φορές. Το παρέδωσε στο ορφανοτροφείο και αμέσως μετά έφυγε για την Αυστραλία, για να ξαναφτιάξει τη ζωή της.

Έτσι λοιπόν ο μικρός βρέθηκε στο “ίδρυμα”, με παρέα αρκετούς συνομήλικους και μερικές κυρίες που ήταν υπεύθυνες για την επίβλεψή τους. Επειδή όμως τα μικρά παιδάκια με κάποιον τρόπο θα έπρεπε να ξεχωρίζουν μεταξύ τους, οι κυρίες είχαν δώσει στο καθένα από ένα όνομα, παρά το γεγονός ότι όλα ήταν αβάπτιστα. Ο δικός μας “πήρε” το Ντίνος και με αυτό πορεύτηκε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Ο Ντίνος ήταν ένα καλόβολο, γλυκό παιδάκι, αρκετά κλεισμένο στον εαυτό του. Συνήθισε γρήγορα τα δωμάτια με τα τέσσερα κρεβατάκια το καθένα και την καθημερινή ρουτίνα του ιδρύματος. Όση αγάπη όμως και αν πρόσφεραν οι κυρίες, οι νύχτες ήταν κρύες, αφού το μητρικό χάδι δεν ήταν δυνατό να αναπληρωθεί. Θα μου πείτε, πώς γίνεται να λείπει από κάποιον κάτι που ποτέ δεν έχει γνωρίσει; Θα σας απαντήσω με μια λέξη: ένστικτο.

Άνοιξη 1970, μαζί με τη μαμά, την πρώτη ημέρα έξω από το ορφανοτροφείο.

Όπως ήταν φυσικό, τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά γιορτάζονταν και στο ορφανοτροφείο. Συνήθως έρχονταν κάποιες άλλες, καλοντυμένες κυρίες, με γούνες και χρυσαφικά, που “επιθεωρούσαν” τα στημένα σε παράταξη παιδάκια. Κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς γινόταν μια γιορτή, όπου έδινε το παρών ένας Άγιος Βασίλης, που μοίραζε δώρα στα ορφανά. Στη γιορτή του 1970, ο μικρός Ντίνος είχε πάρει από τον γενειοφόρο Άγιο ένα κουτί, μέσα στο οποίο βρισκόταν ένας ξύλινος στρατιώτης, με κόκκινη στολή, χρυσά σιρίτια και εντυπωσιακό μαύρο καπέλο.

Εκείνο το βράδυ είχε κοιμηθεί αγκαλιά με το δώρο του και είχε ονειρευτεί μια οικογένεια, έναν μπαμπά και μια μαμά. Και επειδή στα παραμύθια, τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα, λίγους μήνες αργότερα, συνέβη κάτι που άλλαξε για πάντα τη ζωή του Ντίνου.

Ήταν μια μέρα όπως όλες οι άλλες, άνοιξη του 1970 και ο μικρός μας “ήρωας” βολτάριζε μόνος του στον κήπο του ιδρύματος, όταν είδε μια κυρία να κάθεται σε ένα παγκάκι. Την πλησίασε, της χαμογέλασε και της εκμυστηρεύτηκε χαμηλόφωνα ότι “φοβόταν τα μυρμηγκάκια”. Η κυρία συγκινήθηκε και την επόμενη ημέρα ξανάρθε στο ίδρυμα, αυτή τη φορά μαζί με τον σύζυγό της, ψάχνοντας τον Ντίνο. Πράγματι, οι τρεις τους συναντήθηκαν στον κήπο, μίλησαν για λίγο και κάποια στιγμή, η κυρία ρώτησε τον μικρό αν θα ήθελε να τον πάρουν μαζί τους για πάντα, να γίνουν η μαμά και ο μπαμπάς του.

Ο Ντίνος ένιωσε την καρδούλα του να χτυπάει ανεξέλεγκτα, έχασε τα λόγια του και απλά έπιασε σφιχτά το χέρι της κυρίας, τόσο σφιχτά σαν να μην ήθελε να την αφήσει να φύγει ποτέ πια. Όταν ο κύριος και η κυρία τον αγκάλιασαν με τη σειρά τους το ίδιο σφιχτά, ο μικρός μπόρεσε να ψελλίσει για πρώτη φορά στη ζωή του τις δυο πιο πολύτιμες λέξεις: “μαμά, μπαμπά”…

Οι μήνες πέρασαν, ο Ντίνος είχε αποκτήσει πλέον τη δική του οικογένεια, τους δικούς του γονείς, το δικό του σπίτι και μια ευτυχία που του ήταν δύσκολο να διαχειριστεί. Κάπως έτσι έφτασαν τα πρώτα του Χριστούγεννα μακριά από το ορφανοτροφείο και λίγες μέρες αργότερα η πρώτη του παραμονή πρωτοχρονιάς. Κάπου εδώ να πούμε ότι το καλοκαίρι που είχε μεσολαβήσει, ο μικρός είχε βαπτιστεί και είχε πάρει το όνομα του θετού του παππού, αλλάζοντας το Ντίνος με το Θανασάκης.

Ένα μήνα πριν τα Χριστούγεννα, ο μικρός είχε γράψει – με τη βοήθεια του μπαμπά του – ένα γράμμα στον Άγιο Βασίλη. Το βράδυ της παραμονής ο μικρός δεν ξεκολλούσε από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, ήταν το πρώτο που ήταν ολότελα δικό του, δεν ήθελε να το αποχωριστεί για να πάει για ύπνο. Από την άλλη, οι γονείς του ανυπομονούσαν τόσο πολύ να του δώσουν τα δώρα του, που αποφάσισαν να μην περιμένουν να έρθει το πρωί, αλλά τα τοποθέτησαν κρυφά κάτω από το κρεβάτι του.

Καλοκαίρι 1970, μαζί με τον μπαμπά, λίγους μήνες μετά την υιοθεσία.

Όταν ο Θανασάκης πήγε να ξαπλώσει, είδε τα πακέτα να εξέχουν – επίτηδες – και ενθουσιασμένος τα άνοιξε μπροστά στα χαρούμενα – έως συγκινημένα – πρόσωπα των δικών του. Όταν όμως έμεινε μόνος του, πήγε στο συρτάρι του, έβγαλε από μέσα τον ξύλινο στρατιώτη και τον πήρε στην αγκαλιά του στο κρεβάτι. Εκείνο το βράδυ άργησε να κοιμηθεί, από τη μια σκεφτόταν τα υπόλοιπα παιδάκια που δεν είχαν τη δική του τύχη και θα περνούσαν ακόμα μια πρωτοχρονιά στο ίδρυμα και από την άλλη ένιωθε μέσα του την αγωνία της απόρριψης. Έτρεμε στη σκέψη ότι οι γονείς του μπορεί να μην ήταν ευχαριστημένοι μαζί του και να τον επέστρεφαν στο ορφανοτροφείο.

Ήταν ευτυχισμένος, αλλά βαθιά μέσα του η αβεβαιότητα δεν τον άφηνε να “παρασυρθεί”. Εκείνη η πρώτη πρωτοχρονιά της νέας του ζωής, είχε εξελιχθεί τόσο ονειρικά για τον ίδιο, που αρνιόταν να κοιμηθεί, φοβούμενος ότι το επόμενο πρωί θα είχαν εξαφανιστεί όλα. Γιατί ο μικρός μας ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει τα πάντα, εκτός από τη μοναξιά.

Μεταξύ μας, όσο και αν τα απολάμβανε, δεν τον ενδιέφεραν ούτε τα δώρα, ούτε το δέντρο, ούτε ο Άγιος Βασίλης, ούτε το στολισμένο σπίτι, τα γλυκά, τα φαγητά. Το μόνο που ήθελε, ήταν οι δυο άνθρωποι που είχαν “στολίσει” με αγάπη τα όνειρά του και είχαν ζεστάνει τις κρύες νύχτες του παρελθόντος. Τελικά, τα λαμπιόνια που αναβόσβηναν, ήταν εκείνα που τον νανούρισαν και τον αποκοίμισαν με τον στρατιώτη στην αγκαλιά του και την ελπίδα ότι δεν θα έμενε ποτέ ξανά μόνος.

Τα χρόνια πέρασαν, τα Χριστούγεννα και οι Πρωτοχρονιές κυλούσαν πάντα ξεχωριστά στο σπίτι, ο μικρός Θανασάκης ξεπέρασε τους φόβους του, πήγε στο νηπιαγωγείο και μετά στο δημοτικό, αφήνοντας πίσω του για πάντα το ίδρυμα, έχοντας όμως τον ξύλινο στρατιώτη ως ανάμνηση και καταφύγιο, κάθε φορά που ένιωθε εκείνη την έμφυτη μοναξιά που εμφανιζόταν όλο και πιο αραιά, αλλά που ακόμα και σε εκείνες τις σπάνιες επισκέψεις της αναστάτωνε την ψυχή του.

Επτά χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη Πρωτοχρονιά στο καινούργιο του σπίτι, έφτασε μια άλλη, αυτή του 1978. Και αποδείχτηκε και εκείνη μια από τις πιο ξεχωριστές στη ζωή του. Αν κάτι έκανε τον Θανασάκη ευτυχισμένο στις γιορτές, αυτό ήταν να είναι γεμάτο το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι από αγαπημένα πρόσωπα. Και το 1978 οι παρουσίες ξεπέρασαν κάθε προσδοκία του.

Εκτός από τον ίδιο και τους γονείς του, στο τραπέζι βρέθηκαν οι δυο αδερφές του πατέρα του, η θεία Αφρούλα και η θεία Ελένη, η δεύτερη μαζί με τον άντρα της, τον θείο Θόδωρο, η νονά του, Καντιάνα και ο πρώτος του ξάδερφος, Θανάσης. Οκτώ συνολικά τον αριθμό, ρεκόρ για μια οικογένεια που είχε σκορπισμένους τους συγγενείς της μακριά από την Αθήνα, είτε στην Πελοπόννησο, είτε στη Χίο. Βλέποντάς τους να μιλάνε, να διηγούνται ιστορίες, να γελάνε, να διασκεδάζουν, ένιωθε την απόλυτη ευτυχία, ευχόταν να μην τελείωνε εκείνη η μέρα.

Πρωτοχρονιά 1971, η πρώτη με την οικογένεια.

Και όπως είχε κάνει επτά χρόνια πριν, έτσι και εκείνο το βράδυ, όταν έμεινε μόνος του στο δωμάτιό του, έβγαλε και πάλι από το συρτάρι τον ξύλινο στρατιώτη και τον πήρε στην αγκαλιά του στο κρεβάτι. Τον έσφιξε πάνω του και ταξίδεψε νοερά για μια ακόμη φορά στο ίδρυμα, νιώθοντας τα μάτια του να βουρκώνουν στη σκέψη των άλλων πιτσιρικιών, με τα οποία είχε μοιραστεί τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Ευχήθηκε να είχαν όλα τους τη δική του τύχη και την ευκαιρία να ζήσουν τη μαγεία ενός γιορτινού τραπεζιού, για να πάρουν την αγάπη που κάθε παιδί αξίζει.

Το ίδιο εκείνο βράδυ, κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα, η μαμά του Θανασάκη μπήκε στο δωμάτιο για να τον σκεπάσει, είδε τον ξύλινο στρατιώτη στην αγκαλιά του και συγκινημένη τον φίλησε πριν φύγει, κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Ο Θανασάκης, που έκανε τον κοιμισμένο, αλλά ήταν ξύπνιος, σκέφτηκε: “να, αυτή την αγάπη θα ήθελα να στείλει ο Άγιος Βασίλης σε όλα τα παιδάκια στα ιδρύματα όλου του κόσμου, έστω αυτή τη μέρα, έστω για λίγες στιγμές”. Και κάπου εκεί αποκοιμήθηκε…

Κύλησε ξανά ο καιρός, ήρθαν και άλλα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές, ο Θανασάκης μεγάλωσε και έγινε Θανάσης, τα τραπέζια της πρώτης κάθε χρόνου συνεχίστηκαν, όμως άρχισαν οι απώλειες και οι οχτώ του 1978 μειώνονταν με αργό αλλά σταθερό ρυθμό. Πρώτα “έφυγε” ο θείος Θόδωρος, μετά η νονά Καντιάνα, ύστερα ο ξάδερφος Θανάσης. Όμως η πεντάδα μπαμπάς, μαμά, θεία Ελένη, θεία Αφρούλα και ο Θανάσης, παρέμεινε “σταθερή” για τα επόμενα είκοσι χρόνια στο ραντεβού της Πρωτοχρονιάς.

Μάλλον, για να είμαι πιο ακριβής, για δεκαεννιά χρόνια, μέχρι και το 1997. Στο μεταξύ, ο Θανάσης μεγαλώνοντας είχε γράψει τις δικές του απουσίες σε εκείνες τις συναντήσεις, αφού είχαν προκύψει γιορτές και παραμονές στη Γερμανία, στην Ισπανία και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, με άλλες παρέες και άλλους φίλους. Με κάθε ευκαιρία πάντως, επέστρεφε στο σπίτι, για να δει από κοντά τα αγαπημένα του πρόσωπα, την τετράδα της καρδιάς του. Έτσι συνέβη την Πρωτοχρονιά του 1997, έτσι θα συνέβαινε και εκείνη του 1998. Όμως…

Όμως η ζωή είχε άλλα σχέδια. Μια εβδομάδα νωρίτερα, την παραμονή των Χριστουγέννων του 1998, ο Θανάσης είχε πάει σε ένα φιλικό σπίτι για να παίξει χαρτιά με την παρέα του. Γύρισε στο πατρικό του αργά, γύρω στις 4 τη νύχτα, ξάπλωσε και πριν τον πάρει ο ύπνος, άκουσε έναν δυνατό γδούπο. Σηκώθηκε, έτρεξε προς την κρεβατοκάμαρα των γονιών του και αντίκρισε τον πατέρα του πεσμένο στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι, με αίματα στο κεφάλι.

Μαζί με την μητέρα του, τον ανασήκωσαν προσεκτικά, τον ακούμπησαν στον τοίχο και περίμεναν τους ανθρώπους του ΕΚΑΒ να έρθουν για να τον πάνε στο νοσοκομείο. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβαν και οι δυο ότι επρόκειτο για εγκεφαλικό, ο πατέρας είχε ήδη περάσει δυο μικρά, αλλά εκείνο, το τρίτο, φαινόταν πολύ πιο σοβαρό. Το ασθενοφόρο ήρθε, τον πήγε στο ΝΙΜΤΣ, όπου οι γιατροί, μετά τις απαραίτητες εξετάσεις, ανακοίνωσαν στον Θανάση και τη μητέρα του ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και μάλλον μη αναστρέψιμα.

Πρωτοχρονιά 1997, η τελευταία φορά που βρεθήκαμε όλοι μαζί στο πατρικό μου. Από αριστερά, θεία Ελένη, μαμά, μπαμπάς, θεία Αφρούλα.

Η μαμά ήταν απαρηγόρητη, αρκεί να σκεφτείτε ότι οι δυο τους ήταν παντρεμένοι 55 χρόνια. Οι επόμενες 25 μέρες ήταν μια συνεχής “ομίχλη”, σπίτι – νοσοκομείο – σπίτι και πάλι απ’ την αρχή. Εκείνη η παραμονή Πρωτοχρονιάς βρήκε τον Θανάση στο νευρολογικό του ΝΙΜΤΣ, δίπλα στο κρεβάτι του πατέρα του, να σκέφτεται το “αύριο” και να αναπολεί το “χθες”, χαμένος μέσα σε μια απέραντη θλίψη, αφού είχε συνειδητοποιήσει ότι σε εκείνο το “σήμερα” δεν υπήρχε επιστροφή.

Την επόμενη ημέρα, Πρωτοχρονιά, βρέθηκαν ξανά μαζί και οι πέντε, οι δυο θείες, η μητέρα, ο Θανάσης, όλοι τους στο θάλαμο του νοσοκομείου, χωρίς όμως τίποτα το γιορτινό. Βουβά βλέμματα, δακρυσμένα μάτια, μακριές σιωπές, ατελείωτες ώρες, χωρίς την παραμικρή ελπίδα για ανατροπή της κατάστασης. Δεκαοχτώ μέρες μετά, στις 6 το ξημέρωμα, ο γιατρός βάρδιας πήρε τηλέφωνο τον Θανάση και του είπε να πάει αμέσως στο ΝΙΜΤΣ, γιατί “τα πράγματα ήταν οριακά”.

Λίγη ώρα αργότερα, ο Θανάσης κρατούσε τον πατέρα του ανασηκωμένο στο κρεβάτι, για να μπορέσει ο γιατρός να του κάνει απινίδωση, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τον κρατήσει στη ζωή. Μετά από μερικά λεπτά αγωνίας, ο γιατρός άφησε στον ειδικό πάγκο τα ηλεκτρόδια, κοίταξε τον Θανάση και του είπε “λυπάμαι, τον χάσαμε, συλλυπητήρια”.

Ο “πρωταγωνιστής” μας βγήκε στο προαύλιο του νοσοκομείου και έμεινε καθισμένος σε ένα παγκάκι να κλαίει βουβά για πολλή ώρα. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε την ορφάνια, την πραγματική ορφάνια, όχι εκείνη που τον είχε οδηγήσει στο ίδρυμα. Μέσα στην επόμενη διετία, έφυγαν και οι δυο θείες, πρώτα η Ελένη και μετά η Αφρούλα. Οι Πρωτοχρονιές δεν είχαν πλέον τίποτα από τη μαγεία των περασμένων χρόνων, το τραπέζι, όσο και αν προσπαθούσε να το “ανεβάσει” ο Θανάσης, ήταν σχεδόν άδειο, μελαγχολικό, γεμάτο θύμησες και αναμνήσεις από το παρελθόν.

Η ζωή συνεχίστηκε, ο Θανάσης γνώρισε ένα υπέροχο κορίτσι και το παντρεύτηκε, η οικογένεια από την άλλη πλευρά πλέον, μεγάλωσε ξανά, μάλιστα σε ένα πρωτοχρονιάτικο τραπέζι βρέθηκε και η μητέρα του, όμως τουλάχιστον για εκείνη, τίποτα δεν ήταν ικανό να αναπληρώσει τα περασμένα, έτσι την επόμενη φορά που την προσκάλεσε η οικογένεια της Λίλας, αρνήθηκε ευγενικά. Λίγο καιρό αργότερα, διαγνώστηκε με Αλτσχάιμερ, ο Θανάσης πήρε μια κυρία μόνιμα στο σπίτι για να την προσέχει και για δυο χρόνια, όταν η ασθένεια βρισκόταν ακόμα σε αρχικό στάδιο, οι Πρωτοχρονιές επέστρεψαν στο πατρικό του. Αυτή τη φορά ήταν τέσσερις, η Λουίζα (η κυρία που την φρόντιζε), η μητέρα του, η Λίλα και ο ίδιος. Τα χαμόγελα – έστω και διστακτικά – επέστρεψαν, αλλά όλοι μέσα τους ήξεραν ότι πλέον “παίζονταν” οι καθυστερήσεις. Και η λήξη δεν άργησε να έρθει.

Χριστούγεννα του 2014. Από αριστερά, Μπέμπης, Νίκη, Αλέξανδρος, Γεωργία, Γιώργος, Λίλα, κυρία Μαρία, Άγγελος, Βασίλης, Γιάννης.

Ήταν εκείνη τη φορά που ο Θανάσης πέρασε από το πατρικό του για να δει τη μητέρα του και όταν έσκυψε και τη φίλησε, εκείνη γύρισε προς τη Λουίζα και τη ρώτησε: “ποιος είναι ο κύριος;” Ο “ήρωάς” μας έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του, κατέφυγε για λίγο στο παλιό, παιδικό του δωμάτιο για να μη φανούν τα δάκρυά του, αλλά πια δεν υπήρχε εκεί ο ξύλινος στρατιώτης για να τον πάρει στην αγκαλιά του και να παρηγορηθεί.

Εκείνο το πρώτο πρωτοχρονιάτικο δώρο είχε χαθεί σε κάποια από τις όχι και λίγες μετακομίσεις του Θανάση. Η μητέρα του περιπλανήθηκε για χρόνια μέσα στους αδιέξοδους, σκοτεινούς διαδρόμους εκείνης της καταραμένης ασθένειας και τελικά πέθανε το φθινόπωρο του 2014. Από τους οκτώ του 1978, ο Θανάσης είχε απομείνει μόνος του, όμως η ανάγκη για την παρουσία αγαπημένων προσώπων στις γιορτές δε σταμάτησε ούτε στιγμή να είναι ζητούμενο για τον ίδιο.

Τα πρωτοχρονιάτικα τραπέζια – ενίοτε και τα χριστουγεννιάτικα – συνέχισαν να είναι πάντα γεμάτα με την οικογένεια, με φίλες και φίλους, που έφτιαχναν αυτή την ξεχωριστή ατμόσφαιρα που οι περισσότεροι αποζητούμε αυτές τις μέρες. Θεωρώντας ότι η ζωή είναι ένας κύκλος που μοιραία κάποια στιγμή κλείνει, η διαδρομή πάνω στην περιφέρεια είναι το ζητούμενο, όσο μικρή ή μεγάλη και αν είναι αυτή. Συνήθως τα παραμύθια τελειώνουν με το “και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”. Θα μου επιτρέψετε όμως να κλείσω το σημερινό “πρωτοχρονιάτικο παραμύθι με όνομα” κάπως διαφορετικά, με μια φράση που έγραψε πριν λίγες μέρες μια αγαπημένη παιδική φίλη, η Φιλοθέη: “Η πιο λαμπρή μου ανακάλυψη και φέτος, ήταν η επιβεβαίωση ότι, ευτυχία είναι να φτάνουν οι γιορτές και να μη λείπει από το σπίτι κανείς. Καθώς και ότι οι φίλοι είναι η οικογένεια που επιλέξαμε”.

Σας εύχομαι λοιπόν μέσα από την καρδιά μου να είστε πάντα ευτυχισμένοι τούτες τις μέρες, πάντα μαζί με τους αγαπημένους σας. Και να κρατάτε μέσα σας μια ευχή για εκείνα τα παιδάκια που ψάχνουν να βρουν και τα δυο: αγαπημένους και ευτυχία. Καλή χρονιά και ευτυχισμένο το 2020!