ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Στα ιταλικά, Μουργέλα σημαίνει ραστώνη. Στα ελληνικά, “κάνω την τέχνη μου με την παρέα”

Πριν δύο καλοκαίρια στην Ανάφη, μια παρέα κατάφερε το ακατόρθωτο. Άρχισε να κυοφορεί μια ιδέα στην παραλία του Ρούκουνα, η οποία πέρασε πάνω από τα φυσικά εμπόδια της πόλης, πήρε το χρίσμα του Θανάση στο Μεταξοχώρι και γεννήθηκε εντέλει στην Αθήνα, με πολλούς νονούς και νονές. Κυρίες και κύριοι, από εδώ, τα Μουργέλα.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑ ΓΙΑΪΤΖΟΓΛΟΥ – WATKINSON

Στην ελαφρώς πειραγμένη κουτσολελική γλώσσα της αλήθειας, ο καλοκαιρινός Ίμερος που γεννιέται στο Αιγαίο, ξεψυχά στην Χαριλάου Τρικούπη. Για τον έρωτα στα χρόνια της σεζόν όμως, τα είπαμε και πέρσι. Πέρα από φτερωτούς αγγέλους, στα νησιά συλλαμβάνονται ιδέες που τις περισσότερες φορές αργοσβήνουν μόνες, από το Βορρά μέχρι το Νότο. Όταν ο κάβος αγγίζει τις δέστρες, οι άρτι αφιχθέντες στην πόλη συναντούν και πάλι όλα εκείνα που έμειναν πίσω, ή κρυφτήκαν βιαστικά κάτω απ’ το χαλί, λίγο πριν το φευγιό.

Το αλέ είναι γλυκό, μα το ρετούρ είναι πάντα μια δύσκολη πίστα, τα κόκκινα χαλιά έχουν χάσει το χρώμα τους και πάνω τους παρελαύνει μια κανονικότητα που σκεπάζει σαν σύννεφο τις ορέξεις του ήλιου. Όταν εκτυπώνεις το εισιτήριο της επιστροφής, ή τέλος πάντων το περνάς στο wallet, η ανεμελιά κάνει ταυτόχρονα check out και μένει στο νησί. Ίσως υπερβάλω λιγάκι. Αρκετά συχνά, το καλοκαίρι πέρα από νοσταλγία και ανεμφάνιστα φιλμάκια, αφήνει κι ένα μισογεμάτο ντεπόζιτο αντοχής και ενίοτε έμπνευσης.

Μιλώντας για έμπνευση λοιπόν, μια παρέα που λέτε, βρήκε τον τρόπο και έκανε δυνατά, τα αδύνατα. Ίσως πάλι να υπερβάλω λιγάκι. Η σύλληψη της ιδέας έγινε στην Ανάφη και το παιδί βγήκε τυχερό, με πολλούς νονούς και νονές.

Για την παρουσίαση τους, συνδεόμαστε με ρεπόρτερ Μανίκα. Ο λόγος σε σένα, Σωτήρη.

Να πέσει η εικόνα παρακαλώ.

«Καλησπέρα Κωνσταντίνε, λοιπόν, από αριστερά προς δεξιά. Ο Άγης, ανερχόμενος τουρ μάνατζερ (καμιά φορά ξεχνάει και κανέναν πίσω), Τίτος, ηθοποιός κι ο άνθρωπος που είναι εκεί για να τρώει μπούλινγκ, ο Σάββας, μύστης μουσικής και υπεύθυνος παραγωγής για ταινίες, αναρχικός που πάει μπουζούκια, ο Ηλίας ο μαέστρος, ο Άγγελος, τραγουδιστής και αιθέριος λαουτιέρης, ο Σωτήρης, ένας μαλάκας και μισός, γραφιάς, ο Παναγιώτης συνθέτης, τραγουδιστής και (δέχεται πιέσεις για να γίνει) πρόσωπο της ομάδας, η Κλειώ, τοτέμ της παρέας, η Ειρήνη σε ρόλο παπαράτσι (αυτό που μερικοί ονομάζουν υπεύθυνη επικοινωνίας), ο Σταύρος, ηθοποιός, σε μια παλιά φωτογραφία και ο Στέλιος Χριστοφόρου, σκηνοθέτης, μπάρμαν και πολλά άλλα. Πίσω σε σένα»

Που είχαμε μείνει; Α, ναι.

Βαφτίστηκε στην κολυμβήθρα του Ρούκουνα και πήρε το όνομα Μουργέλα. Στα ιταλικά, θα πει ραστώνη, αυτή η γλυκιά τεμπελιά. Στα ελληνικά και σε ελεύθερη μετάφραση, Μουργέλα θα πει κάνω την τέχνη μου με την παρέα μου, χωρίς να περιμένω για πάντα στην ατέρμονη ουρά των χρηματοδοτήσεων. Θα γράφουμε μονοκονδυλιά τραγούδια, χωρίς να περιμένουμε κονδύλια.

Καλό, Σωτήρη;

Όλα ξεκίνησαν από μια γνωριμία στην Ανάφη, όταν ο σεζονίστας Σωτήρης έπεσε πάνω στον παραθεριστή Παναγιώτη, ή το αντίθετο, μικρή σημασία έχει, γιατί η μοίρα θα τους έφερνε πλάι, μια ή άλλη. Και κάπως έτσι, φτάνουμε στο σήμερα, ένα άλμπουμ και μια ταινία μετά, με μια παρέα που ταξιδεύει μαζί και απολαμβάνει κάθε καλλιτεχνική της στάση.

Ας διηγηθούν όμως καλύτερα οι ίδιοι την ιστορία, από την αρχή, χωρίς κάποια In media res σκηνή που να θέλει τον Σωτήρη να τραγουδάει ελαφρώς σουρωμένος μέσα στο στούντιο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική.

Όταν ο Σωτήρης συνάντησε τον Παναγιώτη

Σ: Γνωριζόμαστε με τον Παναγιώτη στην Ανάφη, κάτω στην παραλία. Είχα πάει εκεί να δουλέψω σεζόν παρέα με τον Στέλιο. Θα έρθει πιο μετά στην κουβέντα αυτός. Με άφηνε μόνο μου, δεν είχα εγώ παρέα και άκουγα πίσω τον άλλον να φωνάζει έλα έχω ένα κομπρεσεράκι, σα μπάρμπας. Τον ήξερα σαν φάτσα. Δε κάναμε παρέα, χαιρετιόμασταν στον Άγγελο καμιά φορά, τον έκανα εικόνα με κάτι καρέκλες και κάτι παιδιά σαν κάγκουρες και λέω δικός μου άνθρωπος, βρήκα παρέα. Πήγαινα τακτικά για να παίρνω ενέργεια. Τους λέω μια μέρα να σας παίξω ένα τραγουδάκι. Λένε “γράφεις στιχάκια; Γράφω μουσική” κι άρχισε μια πλάκα εκεί με ό,τι συνέβαινε στην παραλία, γκομενικά, ιστοριούλες, τα κάναμε στιχάκια.

Π: Είχα εγώ μια ψευτοκαψούρα, γίνεται ένα σκηνικό, το βλέπει ο Μανίκας και το γράφει. Λέω κάτσε ρε μαλάκα, πότε πρόλαβες.

Σ: Χώνεται και ο Ηλίας, κάτι λέει για έναν ερωτόπληκτο, φώναζε έτσι τον Παναγιώτη. Γράφουμε και τον Ερωτόπληκτο και λέει ο Ηλίας άμα κάνετε δίσκο είμαι και εγώ μέσα. Εγώ δεν το πίστευα. Λέω πάρε τραγούδια να έχουμε να παίζουμε στην παραλία. Γυρίζουμε στην Αθήνα με παίρνουν πρώτο τηλέφωνο, έλα να γράψουμε, δεύτερο τηλέφωνο, έλα να κάνουμε και το άλλο, με τα πολλά βρήκε τον κόσμο και κατέληξε αυτό το πράγμα να είναι έτοιμο να πάει να γίνει δίσκος.

Τα πρώτα βήματα και η αποστολή στη Λάρισα

Π: «Γυρνάω από ένα πολυτάραχο καλοκαίρι, στο μυαλό μου έχω γράψει 4-5 κομμάτια και λέω αν μπορούσα να γράφω στίχους, θα ήταν έτσι. Μέσα σε κανένα πεντάμηνο είχαν τελειώσει τα κομμάτια. Μιλάω με τον Ηλία και μου λέει φέρε ένα κομμάτι να το κάνω ντέμο, να δω ότι είμαστε στην ίδια σελίδα. Παίρνει τον Ερωτόπληκτο, ήταν και ο νονός του. Το ακούω, γουστάρω φουλ, στουντιακό. Παίζαμε στον Σταυρό πέρσι, πετάγεται και ένας μπασίστας που έγραφε τότε με τον Θανάση, για τον δικό του δίσκο. Μου λέει ρε συ, να πω στον Θανάση να το κάνετε πάνω στο στούντιο του; Λέει αυτός θα γουστάρει, θα του το πω. Μιλάει με τον Θανάση. Δεν το πίστευα πολύ, ο Ηλίας ήταν σε φάση σιγά μη γίνει. Του το λέει ο Δάρμας, στέλνω το κομμάτι στον ηχολήπτη του για να δει αν είναι οκέι. Βρέθηκα με τον Σάββα και πήγαμε γνωριστήκαμε και ξεκινάμε έναν άθλο, να μαζέψουμε μπάντα να γράψουμε.

Με βοήθησε πολύ ο Άγγελος, λέω ποιον μαέστρο, μου λέει θα πάρεις τον Σταυρίδη που ήταν και καθηγητής μας στην Άρτα, μουσικαράς. Αρχίζουμε να στήνουμε μια μπάντα λίγο all star.

Σ: Οποιοσδήποτε από όσους βλέπεις εδώ μέσα βάζει το χέρι του σε κάτι κι αυτό ξεδιπλώνει κι άλλα πράγματα, γίνεται δια στόματος, με κέφι, γουστάρουμε την κατάσταση. Όλοι ήταν ένθερμοι και μυρίστηκαν ένα γεγονός με χαρά και διάθεση. Ο Άγης έτρεχε με το βανάκι, ξέχναγε και κανένα άνθρωπο στο κρύο (γέλια). Είναι όλα μέσα στο κόλπο. Μου δίνει ζωή, λες είσαι μέσα; Και πηδάμε μέσα στο τρένο.

Π: Δεν το πιστεύαμε ότι δέχτηκαν όλοι. Βιαζόμασταν πολύ και πριν το καλοκαίρι θέλαμε να πάμε στο στούντιο και ενώ είμαστε έτοιμοι, μέσα στη φωτιά, συνειδητοποιούμε ότι δεν γίνεται να το κάνουμε εκείνη την περίοδο. Φεύγουμε όλοι για το ίδιο νησί, την Ανάφη, αλλά με μια ανυπομονησία. Και λέμε τι θα κάνουμε; Γράφε. Κάποιοι λόγω αλλαγής προγράμματος έφυγαν, αλλά τελικά ήταν καλύτερα για όλους.

Η: Φαντάσου ότι 23 άτομα ασχολήθηκαν για αυτό το πενταήμερο, φαντάσου, στο σύνολο. Κι όταν έπαιζε άγχος ο Σωτήρης έλεγε, για χαβαλέ το κάνουμε, μη σας κόφτει και τόσο. Περάσαμε υπέροχα, πενταήμερη.

Σ: Το λέω τίμια. Δεν πάμε να κάνουμε μια μαλακία. Πάμε να κάνουμε κάτι όμως με φροντίδα και αγάπη, όχι με άγχος και στόχο για κάτι, είναι δύο διαφορετικά πράγματα.

Π: Το έλεγαν οι μουσικοί, παίζουμε.

Σ: Ένα τραγούδι που φτιάχνεται για να πετύχει, φαίνεται. Ενώ κάτι που φτιάχνεται με αγάπη για τη δημιουργία, φαίνεται στο αποτέλεσμα. Υπάρχει αγάπη εδώ, μεράκι, κι ελάτε να αγαπηθούμε.

Η Αργώ

Π: Έχει σχεδόν κλείσει ο δίσκος. Έχουμε 11 τραγούδια. Έχω πει στον Άγγελο ότι θέλω να συμμετέχει στον δίσκο γιατί ήδη κάναμε παρέα, μέναμε μαζί, τον εκτιμάω πάρα πολύ ως καλλιτέχνη. Λέω θα ακούσω τα κομμάτια και θα σου πω. Μου λέει ωραία είναι αλλά δε βρίσκω κάτι να κάνω.

Α: Είναι 10 άτομα ορχήστρα, το λαούτο ταιριάζει με πολλά συμβατικά όργανα, λες δεν έχω κάτι να κάνω. Ένα βράδυ είμαστε σπίτι και κάπως δουλεύεται αυτό το κομμάτι, ήμασταν συγκεντρωμένοι, έπαιζε με μια μελωδία και κάποια στιγμή συγκεντρωθήκαμε, υπήρξε μια κουβέντα, για άκου αυτό. Εκεί βγήκε το δεύτερο μέρος της Αργούς.

Η: Σκάει ο Σωτήρης με στίχους απάνω σε ένα εγκεφαλογράφημα, θέλαμε ένα κομμάτι να ενώνει, σκάει με αυτό ένα ωραίο απόγευμα και σε μια ώρα βγήκε. Λέμε αυτό είναι το κομμάτι.

Π: Ο Σωτήρης είχε πάθει ένα αιμάτωμα στο μποξ, εγώ δυο βράδια πριν, έπαιζα στον Άγγελο λάιβ. Μου λέει ο κιθαρίστας τώρα πάμε εθνική, ό,τι να ναι. Του λέω ναι, με μια παντόφλα. Στέλνω στον Σωτήρη, βγαίνουμε εθνική με μια παντόφλα.

Σ: Ήταν η Αργώ και επειδή είπε με μια παντόφλα θυμήθηκα τον Ιάσονα της Αργοναυτικής εκστρατείας. Λέω άμα είναι να ψοφήσω, επειδή είχα τρομάξει με το αιμάτωμα, λέω να γράψουμε και κάτι να αφορά και πέντε ανθρώπους, όχι μόνο τις καψούρες μου. Ήθελα πολύ να εκφράσω τις ανησυχίες μου, να λένε ότι ο τύπος δεν ήταν μόνο γκομενικά. Να πω κιόλας ότι ο μισός δίσκος έχει γραφτεί για την Ραλλού, για το κορίτσι μου. Δυο, τρία τραγούδια για τον Παναγιώτη και μετά την δουλειά, ένα για το κάμελ μπλε επειδή είχαμε ψευτοχωρίσει τότε. Λέγανε οι άλλοι ότι το κάναμε δήθεν για την έμπνευση. Το γράψαμε όλη η παρέα. Μόλις τα καταφέραμε και βγήκε, αράζαμε, έχουμε περάσει πολλές νύχτες αντί να πάμε για ποτό και περνούσαμε καλύτερα.

Από τα Μουργέλα στην ταινία

Σ: Είχα δείξει στον Παναγιώτη και διάφορα γραπτά μου. Δεν είχες γράψει και ένα σεναριάκι μου λέει κάποτε. Και να έχω προσπαθήσει από εδώ κι από εκεί σε αυτό τον φαύλο κύκλο με τις χρηματοδοτήσεις και να μη βγάζεις άκρη. Ήταν μια ταινία το Ψάχνοντας τον Γκοντό που αντί να τον περιμένουν, τον ψάχνουν. Μου λέει έχω τα μηχανάκια και την Harley του αδερφού του. Παίρνω τον Στέλιο που είναι σκηνοθέτης κι όλο έτρεχε με χρηματοδοτήσεις και ήταν απογοητεύμενος και του λέω έχουμε τα μηχανάκια, θυμάσαι τι είχαμε γράψει; Λέω, έλα πάμε, παίρνω και τους φίλους μου τους ηθοποιούς, τον Τίτο και τον Σταύρο. Στον Τίτο βάζω τα λιγότερα λόγια, επειδή είναι πιτσιρικάς και έτσι πάει. Είναι και ψώνιο, θέλει να είναι καλός, του λέω θα σε γαμήσω.

Τ: Ήμουν ο καλύτερος;

Σ: Ήσουν ο καλύτερος. Ήταν ο καλύτερος. Μαζεύεται όλη η ομάδα, έρχονται όλοι, παρατάνε τις δουλειές του, γυρνάμε ταινία. Στη ταινία μέσα θα βάλουμε τα τραγούδια του δίσκου για να γίνουν ένα. Ξαφνικά, είμαι υπερτυχερός γιατί δύο σύμπαντα ενώθηκαν, δυο παρέες έγιναν μία και ελπίζω τώρα να έρχονται κι άλλοι, μια κολεκτίβα που κάνει τον χαβά της με συγκέντρωση και προσοχή, χωρίς να ανακαλύπτει και την πυρίτιδα. Χρειάζεσαι φίλους που να έχουν όρεξη. Υπάρχουν 15 χιλιάδες άνθρωποι που κάνουν τα ίδια με εμάς, αλλά δεν βρήκαν την παρέα και περιμένουν το σύστημα.

Τ: Ήταν μαγικό το πόσοι ήρθαν να βοηθήσουν. Έγινε όλο σε μια μέρα, κάναμε και τον χαβαλέ μας αλλά ταυτόχρονα ήμασταν focus, to the point. Σε κάποια φάση σηκώνω το κεφάλι και βλέπω 25-30 άτομα. Ήρθαν τα παιδιά για να είναι εκεί.

Π: Ο Γκλέτσος μου είπε ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση ότι θα γυρίσετε την ταινία σε μια μέρα. Έπαθε πλάκα που ήμασταν χαλαροί και το κάναμε.

Σ: Στο ίδιο μουντ που δεν πιστεύαμε ότι θα έρθει, ήταν και ο Γαρδέλης, που ήταν ο Γκοντό. Γούσταρε την φάση μας και ήρθε. Γύρναγε σε μια άρπα κόλλα εποχή. Έβαλε ιδέες. Γύρισε και μου είπε ότι δε θέλω να παρουσιαστώ ο γαμάτος, αλλά ο γαμώ το στανιό μου για να πω ότι αυτός ο Γκοντό που περιμένετε, δεν έρχεται ποτέ. Μέσα σε όλη την σαπίλα, υπάρχει μια διάθεση για ζωή. Είμαστε 29 και λειτουργούμε στην τεχνολογία σα να είμαστε 63. Δεν υπάρχει καμία επαφή. Όλα αυτά τα κάνει η Ειρήνη. Δεν τα θέλουμε αυτά και την πιέζουμε. Μας λέει γιατί με φωνάξατε. Δεν ξέρουμε, της λέμε. Χρειάζεται κι αυτό, είναι το μόνο μέσο της εποχής που λέμε, δεν γίνεται αλλιώς.

Ακολουθεί ένα σκηνικό με τον Παναγιώτη ντυμένο αστυνομικό στην ταινία, το οποίο δε θα δημοσιευτεί επειδή ζούμε σε περίεργους καιρούς. Για την ιστορία, «το φιλμ χωρίς λόγο τελειώνει με έναν ένστολο που δέχεται επίθεση, κανείς δεν ξέρει το γιατί».

Μουργέλα, το βάφτισμα

Π: Εκείνο το καλοκαίρι διάβαζα πολύ Τσιφόρο, που γράφει αργκό ξέρεις. Ακούγαμε και κάτι ηχογραφήσεις στο τρίτο πρόγραμμα με τον Μποσταντζόγλου, Τα παιδιά της πιάτσας, που έχει και την ιδανική φωνή για αυτή την εκφώνηση. Έλεγε ρε παιδί μου, τα αλανάκια στον Πειραιά, έχει πέσει μια μουργέλα, να βαριέσαι. Στο Αίγιο φωνάζουν ένα έντομο έτσι, στην πραγματικότητα είναι η καλοκαιρινή ραστώνη. Ο πατέρας του Άγη που δεν ήξερε λέει πώς ονομάσατε τον δίσκο, λέμε Μουργέλα, λέει α, η κατάσταση σας. Η ρίζα είναι ιταλική μάθαμε.

Σ: Κάθε μέρα στην παραλία γινόταν μια Μουργέλα, εκεί που γνώρισα και την Ραλλού (σ.σ. είχε περάσει λίγη ώρα χωρίς να αναφερθεί) ένας χωροχρόνος άλλος, μια φούσκα διαφορετική, συνέβαιναν μικροπράγματα σαν σε άλλη γειτονιά, είχε ιστορίες γειτόνων που τις παρακολουθούσα.

Θανάσης Παπακωνσταντίνου (έτσι, σκέτο)

Π: Το πιο μαζί κομμάτι ήταν η Αργώ. Δεν έχουμε γράψει όλα τα κομμάτια μαζί.

Η: Βρισκόμασταν οι τρεις μας στο στούντιο μου και γράφαμε ντέμο, λίγο κιθάρες, μπασάκια, να δούμε ότι βγαίνει, με τον Σωτήρη εκεί. Βοήθησε πολύ και το τριήμερο μάζεμα στο Dudu Loft, με τους μουσικούς, ήρθε και η Λένα. Ήμασταν σε αποστολή.

Π: Ήταν δύσκολο να συντονιστούμε.

Σ: Δεν χρειάζεται να πας μέχρι την Λάρισα για να ηχογραφήσεις. Συντονιστήκαμε όμως στην ίδια διάσταση. Υπάρχει και μια ματαίωση στα καλλιτεχνικά πράγματα, λες ο κόσμος καίγεται και εγώ γράφω τραγούδια.

Π: Έδωσε η φύση πολύ πράγμα, εκεί που ήμασταν. Μας είπε μια ωραία κουβέντα ο Θανάσης ότι είτε το ξέρεις είτε όχι, υποσυνείδητα, όταν πας να παίξεις και είσαι μέσα σε κίνηση μια ώρα, ο δρόμος είναι εμπόδιο εκεί που θέλεις να πας. Πώς θα μπεις ήρεμος πνευματικά να παίξεις.

Σ: Αυτή είναι η μαγκιά του ανθρώπου αυτού, είναι ταυτόχρονα μέσα και έξω από τα πράγματα με δικό του τρόπο.

Σκηνικά από την ταινία

Α: Ήταν μια σκηνή στο χοτντογκάδικο στον Λυκαβηττό, είναι ένας τύπος που παραγγέλνει και του πιάνουν τη συζήτηση και συζητάει κανονικά μαζί τους, δεν ασχολείται με την κάμερα.

Σ: Σε ένα πλάνο που φαίνονται όλοι, υπάρχει ένας τύπος που δεν είναι φίλος κανενός, έκανε ζουμ στο μάτι του, έφτασε στην ίριδα, έψαξα και ρώτησα, δεν ήξερε κανείς ποιος είναι. Λέει ο Στέλιος ότι τον έβλεπα με τι απορία σας κοίταγε και δε μπορούσα να μην τον ζουμάρω.

Τ: Τελειώνει το γύρισμα και γυρνάω σπίτι χώμα και μου στέλνει μήνυμα ο Σωτήρης “αδερφούλη μου σε ευχαριστώ πολύ για σήμερα”. Δε μου έχει μιλήσει έτσι γλυκά ποτέ στη ζωή του. Ήταν αυτό και μια αγκαλιά που με πήρε στο 3-2 της ΑΕΚ με την Μπράιτον. Αυτές είναι οι στιγμές αγάπης. Και ένα σ’ αγαπώ όταν πέθανε ο πατέρας μου. Δεν το πίστευα.

Ακολουθεί ένας πολύ προσωπικός διάλογος του Τίτου και του Σωτήρη, το οποίο δε θα δημοσιευτεί αλλά αν τους πετύχετε πουθενά, μπορείτε να τους ρωτήσετε

Π: Είμαστε με τον Σωτήρη στο στέκι στην Ανάφη. Μεθάμε, λέμε κάτι για τις μανάδες μας εκεί, δύο μαντραχαλαίοι σουρωμένοι και τις παίρνουμε τηλέφωνο. Μας απάντησαν και οι δύο το ίδιο, «τι έχεις πιει;».

Σκηνικά, γενικώς

Α: Ήμασταν όλοι οι μουσικοί, 16-17 άτομα και κατεβήκαμε στην ταβέρνα. Ο φωτογράφος ήταν κουρασμένος και πήγε να κοιμηθεί, σκεφτόμουν εκατό πράγματα, κάτι λέει ο Κούκας για τον Σωτηράκη, λέω εγώ, πάω να φέρω τον Σωτήρη, κοιμόταν ο άλλος στο κρύο. Εντάξει, ευτυχώς δεν έπαθε κάτι.

Α: Ο Πέπε (ο σκύλος) είχε πέσει πάνω στον φίλο της Κιτσοπούλου, ένας σκύλος αρκούδα, τεράστιος και ξεκινάει να παίζει με τον Πάνο, τον δάγκωνε, του έπιανε το μπουφάν, να λέει ο Πάνος σας παρακαλώ θα με φάει.

Σ: Δε φάγαμε πακέτο από κανέναν, μόνο από την Άννα τη Βίσση. Βρήκαμε το τηλέφωνο της, αλλά δεν απάντησε ποτέ. Σε κάποια επόμενη παραγωγή ίσως.

Π: Ο ηχολήπτης τον είχε καταλάβει τον Σώτο και του έστελνε μέσα τσίπουρα. Είχε μπει να τραγουδήσει τον Αναπτήρα σούρα. Στο ρόλο του μεθυσμένου, ο Σωτήρης Μανίκας. Του λέμε μη το τραγουδήσεις, πες το.

Σ: Είχαμε φέρε και τη Λένα να τραγουδήσει στις Μάντρες και το τζερτζελέψαμε, ήταν μια αρχή. Επίσης γραψ’ το αυτό, μια μέρα θα ανοίξουμε ένα μπαρ, το Βανκούβερ.

Τ: Θα μας το φάνε.

Π: Όχι ρε, θα στείλουμε μηχανάκια.

Τίτος: Όλα τα τραγούδια έχουν γραφτεί για την Ραλλού. Υπάρχει ένα τραγούδι που λέγεται Κάμελ Μπλε. Ο μόνος που καπνίζει Κάμελ Μπλε είμαι εγώ. Παίρνω τον Σωτήρη λέω αγάπη μου, για μένα το έγραψες και λέει όχι, για την Ραλλού.

Ακολουθούν σκηνικά από Ανάφη, τα οποία δεν θα δημοσιευτούν γιατί…

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.