ΤΑΞΙΔΙ

Στην κορφή του Ψηλορείτη

Ένας δημοσιογράφος του Oneman πέρασε ένα 24ωρο στα οροπέδια του Ψηλορείτη παρέα με τον Δία και με τους φίλους του.

Για ένα αδιευκρίνιστο λόγο πάντα πίστευα ότι στην κορυφή του Ψηλορείτη ζει ο Δίας παρέα με τον Ψαραντώνη. Μετά από περίπου ένα 24ωρο στα δύο ψηλότερα οροπέδια και την κορυφή του Ψηλορείτη σιγουρεύτηκα πως ο Ψαραντώνης δεν κατοικεί εκεί. Όσον αφορά τον Δία, έμεινα με την απορία.

Μετά τα περσινά «κασκαντεριλίκια» με το γύρο τση Κρήτης, αποφασίσαμε φέτος με την ίδια παρέα να επισκεφθούμε μόνο 1-2 επιλεγμένα μέρη στην Κρήτη πέρα από την Παλιόχωρα. Ένα από αυτά ήταν ο Ψηλορείτης. Το να λες, βέβαια, ότι επισκέπτεσαι ένα από τα ψηλότερα βουνά της Ελλάδας είναι σχετικό. Τι θα πει «επισκέφθηκα τον Όλυμπο»;

Ανώγεια

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Μέσα στο χειμώνα είχα διαβάσει ένα κείμενο για το οροπέδιο της Νίδας, το οποίο βρίσκεται κάμποσα χιλιόμετρα κάτω από την κορυφή του Ψηλορείτη. Έτσι, ξεκινήσαμε ένα πρωί τέσσερα άτομα με νοικιασμένο αμάξι από την Παλιόχωρα (παραλία στα νοτιοδυτικά Χανιά) για το οροπέδιο της Νίδας. Το οροπέδιο βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα μετά από τα Ανώγεια. Αφού οδηγήσαμε για κανένα 40λεπτο φτάσαμε στη Νίδα. Εκεί οι άνθρωποι (και οι Θεοί) είναι μετρημένοι στα δάχτυλα των δύο χεριών.

 

Το μόνο που δηλώνει στη Νίδα πως έχει φτάσει ο δυτικός «πολιτισμός» είναι μια ταβέρνα. Η ταβέρνα αποτελεί και το νοητό σύνορο μεταξύ του οροπεδίου και μιας από τις κορφές του Ψηλορείτη. Ας αρχίσουμε από το οροπέδιο. Όσο πίνεις ρακί και τρως ντάκο με οφτό απέναντι σου ξεχύνεται ένα οροπέδιο που δύσκολα όμοιο του συναντάς στην Ελλάδα. Δεν έχει βλάστηση. Διαθέτει μόνο βάτα και πέτρες και άπειρα κατσίκια και γίδες που βόσκουν, ανάθεμα με και κατάλαβα τι. Τα ζωντανά είναι τόσα πολλά και αν κοιτάξεις γύρω σου, συνειδητοποιείς πως δεν έχουν κανένα προορισμό, αφού είναι σκόρπια σε όλα τα σημεία του βουνού.

Από την άλλη πλευρά της ταβέρνας βρίσκονται τα «θεία» και συγκεκριμένα το «Ιδέον Άντρον». Εκεί λέγεται πως γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του ο Δίας. Πρόκειται για ένα μικρό σπήλαιο το οποίο λόγω σταλακτιτών και σταλαγμιτών ρίχνει πάρα πολύ τη θερμοκρασία με αποτέλεσμα να δημιουργεί την δική του ατμόσφαιρα μέσα στη γενικότερη ζέστη που κυριαρχεί το καλοκαίρι στην περιοχή.

 

Κοιτάξαμε από εδώ, κοιτάξαμε από εκεί, πουθενά ο Δίας, ούτε και ο Ψαραντώνης. Μόνη μας ελπίδα η κορυφή του Ψηλορείτη. Για να πάμε στην κορυφή του Ψηλορείτη έπρεπε να πάμε στα Λιβάδεια, ένα χωριό μετά τα Ζωνιανά που οδηγεί σε ένα άλλο οροπέδιο κάμποσες εκατοντάδες μέτρα από την κορυφή του Ψηλορείτη. Πήραμε το δρόμο που είναι έκτασης οχτώ χιλιομέτρων και μετά από μισή ώρα είχαμε φτάσει στο οροπέδιο. Στον δρόμο, τον οποίο κάναμε βράδυ, συναντήσαμε μόνο σκαντζόχοιρους, λαγούς, κατσίκια και γκρεμισμένα μιτάτα (μιτάτο=κατάλυμα βοσκού). Στο οροπέδιο μας περίμενε ένα καταφύγιο.

Το καταφύγιο μπορεί να μην είχε κάποιον για να το δουλεύει, αλλά ήταν αρκετά οργανωμένο. Είχε νερό, τουαλέτες, τζάκι και χτισμένα κρεβάτια με στρώματα. Έχοντας νυχτώσει για τα καλά μείναμε για κάμποση ώρα στη μέση του οροπεδίου να χαζεύουμε τον έναστρο ουρανό. Ακόμα και ο γαλαξίας μας διαγράφονταν με ακρίβεια. Κάνοντας μια μίνι εξερεύνηση, όση δηλαδή μας επέτρεπαν οι φακοί μας, βρήκαμε το σημείο από όπου ξεκινούσε το μονοπάτι για την κορυφή του Ψηλορείτη, ενώ ακούσαμε τα κουδούνια από κάμποσα κατσίκια και τα γαβγίσματα των τσοπανόσκυλων που τους «πουλούσαν προστασία».

(Στο βάθος αχνοφαίνεται το καταφύγιο)

Μην θέλοντας να χουμε μπλεξίματα με τα σκυλιά, μπήκαμε στο καταφύγιο και κοιμηθήκαμε έχοντας βάλει το ξυπνητήρι στις 04.00. Μας είχαν πει πως η ανάβαση κρατούσε κάπου 2,5 ώρες και βάλαμε στόχο να μας πετύχει η αυγή στην κορυφή. Μετά από ένα σύντομο ύπνο, ο οποίος διακόπηκε νωρίτερα από τις 04.00 αφού κάποια στιγμή ξυπνήσαμε από το κουδούνισμα των κατσικιών που είχαν περικυκλώσει το καταφύγιο, σηκωθήκαμε και πήραμε το δρόμο προς την κορυφή. Όπως ήταν φυσικό το μονοπάτι ήταν στενό με μπόλικες πέτρες και κάμποσες στροφές. Εμείς σαν υπνωτισμένοι –δεν είχαμε κοιμηθεί και πάνω από πέντε ώρες- αρχίσαμε να ανεβαίνουμε χωρίς να διαμαρτυρόμαστε για την κούραση ή την ψύχρα που επικρατούσε εκείνη την ώρα. Αφήστε που δεν βλέπαμε ακόμα τίποτα λόγω σκοταδιού. Ίσα που ξεχωρίζαμε τη συνέχεια του μονοπατιού.

Μετά από περίπου δύο ώρες, ο ουρανός άρχισε να φωτίζει αργά και να μας δείχνει τα καθαρά χρώματα της αυγής που δεν του επιτρέπουμε λόγω νέφους να μας δείξει στην Αθήνα. Αρχίσαμε να μαγευόμαστε από το τοπίο και γω άρχισα να πιστεύω –αν και δεν το λεγα φωναχτά- πως κάπου εκεί βρισκόταν και ο Δίας. Από τη στιγμή που άρχισε να ξημερώνει η ανάβαση μας έγινε με μεγαλύτερη όρεξη, αφού ξέραμε πως η κορυφή πλησίαζε ή μάλλον εμείς πλησιάζαμε σε αυτήν.

 

Λίγη ώρα αργότερα άρχισε να αχνοφαίνεται στην κορυφή ένα εκκλησάκι. Ήμασταν πλέον κοντά. Ακόμα και αν ήμασταν κουρασμένοι, το ξεχάσαμε σύντομα και επιταχύναμε. Σε λίγα λεπτά ήμασταν εκεί. Στην κορυφή. Πλάι μας ένα εκκλησάκι πετρόκτιστο αφιερωμένο στον “Τίμιο Σταυρό” και δίπλα του μία καμπάνα και μια ελληνική σημαία. Προφανώς χτυπήσαμε την καμπάνα σαν να μην υπήρχε αύριο και αρχίσαμε να εξερευνούμε την κορυφή, η οποία είχε την έκταση ενός μεγάλου διαμερίσματος. Ανακαλύψαμε και ένα πηγάδι, μα πάνω από όλα την θέα, για την οποία κάναμε τόσα χιλιόμετρα από την Παλιόχωρα ως εκεί, για να την απολαύσουμε.

 

Το κατέβασμα ήταν αρκετά πιο δύσκολο τόσο ψυχολογικά όσο και σωματικά. Ψυχολογικά, γιατί την κορυφή την είχαμε φτάσει και απλώς κατεβαίναμε και σωματικά γιατί η κατηφόρα από την μία μας τσάκιζε τα γόνατα και από την άλλη ήταν πιο γλιστερή και πιο επικίνδυνη από την ανάβαση. Στο δρόμο συναντήσαμε έναν τασιμιάρη (κάποιον που είχε κάνει τάμα) και μια ντουζίνα τουρίστες. Είδαμε σημεία του βουνού που παρότι ήταν Ιούλιος είχαν μικρά στρώματα πάγου, στα οποία συγκεντρώνοντας τα πουλιά για να πιουν νερό σπάζοντας τον πάγο με τα ράμφη τους.

Αφού φτάσαμε ξανά στο καταφύγιο, βρήκαμε μια καλή σκιά, ήπιαμε νερό, ξαποστάσαμε, πλύναμε τα πόδια μας για να ξεκουραστούμε και συλλογιστήκαμε τι είχε συμβεί. Χωρίς να πω στους άλλους πως είχα δει το Δία –αν και πιστεύω πως τον είδαν και αυτοί- το μόνο που μου έλειπε ήταν ο Ψαραντώνης να μας κεράσει ρακές και να παίξει με τη λίρα του αυτό: