ΟΡΕΣΤΗΣ ΣΕΦΕΡΟΓΛΟΥ
ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Στην παλιά γειτονιά του Μαζώ, τη νύχτα που έφυγε το παιδί της

Μια βραδινή βόλτα στην μαυροφορούσα Νίκαια που αποχαιρετά τον σκοτεινό ιππότη της. Εκεί που χάραξε τα όνειρα του, εκεί που θα ανήκει για πάντα, εκεί που δεν πρόλαβε να γυρίσει.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΟΡΕΣΤΗΣ ΣΕΦΕΡΟΓΛΟΥ

Στα αμάξια δεν έπαιζε μουσική χθες βράδυ. Οι οδηγοί ήθελαν απλώς να ακούσουν την φωνή του. Να ανοίξουν ένα διάλογο με εκείνον, να συντονιστούν και να τον κλάψουν. Σε σπίτια και μαγαζιά, σε ακριβά και φθηνά ηχοσυστήματα, σε υψηλά ντεσιμπέλ ή σε ηχεία κινητών, η ίδια χροιά να δίνει τον τόνο.

Το «ρ» του Γιώργου Μαζωνάκη έπεσε να κοιμηθεί κι όταν ξαπλώνει το γράμμα αυτό, μοιάζει σαν ένα ανθρωπάκι που χαζεύει ψηλά. Σπανίως συντονίζεται η χώρα στην ίδια συχνότητα. Χθες βράδυ, ήταν μια από τις ελάχιστες αυτές στιγμές που οι γείτονες μετά τα μεσάνυχτα σου έλεγαν να μη χαμηλώνεις τη μουσική.

Η παλιά του γειτονιά μας υποδέχθηκε με Ώρες Μικρές, λίγο πριν τις έντεκα. Στον Κυρ Ανδρέα στον Κορυδαλλό, η κυρία Αγγελική αναρωτιέται αν «υπάρχει άλλος να τραγουδάει έτσι;», κι αν «έχει άλλος αυτή τη φωνή;».

Από το 1972, τα σουβλάκια τρώγονται το ίδιο εκεί. Τον ίδιο χρόνο, ένας ιχθύς αναδύθηκε από τα ναυπηγεία του Περάματος και έμελλε να γίνει ο εκλεκτός της γειτονιάς, της πόλης και της χώρας όλης. Ένας σταρ με πολύχρωμη μπέρτα που πέταγε πάνω από σπίτια διαφορετικών βαλαντίων.

Ο λόγος στην κυρία Αγγελική. Ο κανόνας στο μαγαζί είναι κατά βάση ξένη μουσική, αλλά το βράδυ της Τετάρτης έκανε μια εξαίρεση.

«Δεν σταματάει το σώμα μου να ανατριχιάζει»

 

«Αυτός ο άνθρωπος ήταν πολύ ευαίσθητος, είχε ευγένεια, δεν ενοχλούσε, δεν προσέβαλε. Με έπιασε ένα σφίξιμο στο στήθος. Πικραθήκαμε πάρα πολύ. Σκέφτομαι την οικογένειά του, ανατριχιάζω, μου έρχεται συνέχεια να κλαίω. Νέος άνθρωπος, παλικάρι.

Δε μπορώ να το πιστέψω αλήθεια. Μου είχε κολλήσει από πριν σήμερα το “Φεύγω για μένα”, το σιγοτραγουδούσα, πριν το μάθω. Λέω φάρσα είναι δεν είναι αλήθεια. Εννοείται ότι θα πάω στην κηδεία.

Είναι ταπεινός, ευγενικός, έχει μεγάλη απλότητα. Ενεστώτα χρόνο χρησιμοποιώ, “έχει” λέω, απίστευτο. Σου μιλάω με την ψυχή μου, δε μιλάω με το στόμα. Δουλεύουμε και το μυαλό μας είναι εκεί. Ανατριχιάζω, δεν σταματάει το σώμα μου να ανατριχιάζει, το βλέπεις;».

Ντρεπόταν να μιλήσει και να φωτογραφηθεί, αλλά είχε ήδη πει πολλά. «Τρέχαμε να δούμε αν είναι καλά, τον αισθανόταν σαν παιδί της», μου λέει για την φίλη Αμαρυλλίς, που εμφανίζεται στο μαγαζί με βαρύ βηματισμό.

«Μπορείς να ανήκεις όπου θέλεις κι αγαπάς, αλλά η φωνή σου, ανήκει σε εμάς Γιώργο»

 

Την συλλυπούμαστε και την αφήνουμε να τα πει, χωρίς να διακόψουμε τη ροή του λόγου.

«Το παιδί αυτό δεν έπαψε να κατεβαίνει στη Νίκαια ποτέ, είχε στενούς δεσμούς, φίλους. Ήταν το καλύτερο παιδί μας. Καταπληκτικός άνθρωπος, σεμνός, ευαίσθητος.

Είχα πάει σε ένα παραλιακό μαγαζί με τον σύζυγο, στον Καρρά. Ακούω μια φωνή και εκστασιάστηκα. Το σχολίασα και στον Βασίλη. Του το είχα πει του Γιώργου, η πρώτη μας επαφή ήταν τότε και ερωτεύτηκα τη φωνή σου. Θαμώνας ήταν, με παρέα. Έλειπα στο εξωτερικό, δεν έπαψα ποτέ να τον ακούω όμως. Όταν γυρνούσαμε πηγαίναμε σε συναυλίες και μαγαζιά. Πέρσι πήγαινα και σε καθημερινή βάση, πήγαινα και μόνη μου, έπαιρνε μεγάλη χαρά όταν με έβλεπε, ήμουν από την παλιά του γειτονιά, γι’ αυτό.

Υπέροχο πλάσμα, “καρδούλα μου” τον αποκαλούσα και χαιρόταν. Του έλεγα ότι έχουμε περπατήσει στους ίδιους δρόμους, δεν υπήρχε μαγαζί να μην είχε πάει. Δεν είχε στέκι, παντού κατέβαινε. Έπαιρνε το μετρό και κατέβαινε.

 

Όταν έκλεινε το μαγαζί πήγαινα πάντα να τον ευχαριστήσω. Του έγραφα στο Messenger. Μιλάγαμε τακτικά, του έλεγα σε έχω σαν γιο μου, σαν παιδί μου. Με παίρνουν συνέχεια τηλέφωνα απόψε να με ρωτήσουν αν είμαι καλά. Τον έβαζα στη θέση του παιδιού μου. Δεν το έχω συνειδητοποιήσει ακόμα, έχω ένα βουβό πόνο. Έβγαλα εισιτήρια τώρα για την Τεχνόπολη σε φίλες, ξαδέρφια. Θα τραγουδήσω μέχρι να βραχνιάσει η φωνή μου έλεγα. Σαν ψέμα είναι.

Θα ζει στις καρδιές μας, ο μεγάλος μας Γιώργος. Το τελευταίο που του είχα γράψει είναι ότι “άκουσε, μπορείς να ανήκεις όπου θέλεις κι αγαπάς, αλλά η φωνή σου, ανήκει σε εμάς Γιώργο”. Γέλασε, γέλασε το πουλάκι μου. Η καρδούλα μου».

Την ρωτάω για το αγαπημένο της τραγούδι. Λέει στον Γιάννη να της κάνει μια κλήση και ακούμε μαζί το τηλέφωνο να χτυπάει σε Ώρες Μικρές.

Κατευθυνόμαστε συστημένοι προς το Καπαρόμηλο, αρκετά κοντά, δύο τραγούδια μακριά.

Πετύχαμε το παρεάκι στο σχόλασμα. Είχαν κλείσει ταμείο, αλλά όχι τη μουσική. Ξέρετε τι έπαιζε.

«Αγάπαγε τη Νίκαια, δεν ξέχναγε»

 

«Τα πιο ωραία μάτια», λέει η Μαρία. Ο Σάββας τον ήξερε από μικρό, πολύ πριν γίνει “showman”.

«Ήμασταν τον χειμώνα, μια Πέμπτη. Το μαγαζί να χωράει χίλια άτομα, ήμασταν 1300. Σαν τα τσαμπιά. Κι όμως ήρθε, μας χαιρέτησε. Ο ξάδερφός του ο πρώτος μένει απέναντί μου ακόμα, κάθε Κυριακή μεσημέρι μαζευόντουσαν στην ταράτσα, δε μας άφηναν να κοιμηθούμε, τραγουδούσαν, έσπαγαν πιάτα. Μετά πήρε τον δρόμο του, έσκαγε με τον Ζαχαράτο στο σουβλατζίδικο, τρώγανε.

Όπου πήγαινε τον ακολουθούσαμε. Πήγε μετά στη Βούλα αλλά οι ρίζες του πάντα εδώ. Δεν ξέρετε τι κλάμα έριχναν πριν εδώ, 20 λεπτά πριν έρθετε. Αγάπαγε τη Νίκαια, δεν ξέχναγε. Βοήθαγε κόσμο. Στήριζε τους Νικαιώτες», λέει ο Σάββας και μας δείχνει τα εισιτήρια για το ραντεβού της 20ης Σεπτέμβρη στην Τεχνόπολη που αναβλήθηκε οριστικά.

Απέναντι του, Γιάννης και Δέσποινα σχημάτιζαν μαζί προτάσεις του ίδιου νοήματος. «Δεν τραγούδαγε, μιλούσε, συζητούσε. Σα να είχε κάποιον απέναντι του. Showman, ο τρόπος που κρατούσε το μικρόφωνο. Δεν θα ξαναβγεί κανείς σαν τον Μαζωνάκη. Ακομπλεξάριστος.

Τον έχω δει πριν χρόνια, μαζί με την Θεοδωρίδου, δεν καταλάβαινα τι έλεγε, είχε πιει τόσο πολύ. Είχε κάτσει σε μια πολυθρόνα, χυμένος κι όμως, γινόταν της πουτάνας. Να μη καταλαβαίνεις τι λέει και να τραγουδάς, να γίνεται χαμός. Πώς το είχε καταφέρει αυτό;

Να μη κοιμάσαι με τις πράξεις και να ξυπνάς με τις συνέπειες. Ζούσε όπως ήθελε την ζωή του», καταλήγουν και συνδέουν τον Κώστα μέσω τηλεφώνου, συνιδιοκτήτη της Παλιάς Γειτονιάς, το μαγαζί που βάφτισε ο Γιώργος Μαζωνάκης.

«Δεν είχε ποτέ τη μύτη ψηλά»

«Του λέω Γιώργο, πώς να το βγάλουμε το μαγαζί. Και μας δίνει την ιδέα από το τραγούδι του. Λέει “παλιά γειτονιά, σαν το τραγούδι μου”. Ο νονός του μαγαζιού, της ταμπέλας μας. Τι να πω για το πώς περνάγαμε; Δύο στενά μακριά από το μαγαζί ήταν το σπίτι του. Δεν είμαι και στα καλά μου τώρα. Ήταν ψυχούλα, τρομερό άτομο, εκτός από καλλιτεχνάρα. Κάθε εβδομάδα ήμασταν εκεί, πάντα θαμώνες του εδώ και μια 35ετία. Μικρός ήταν παιδί της γειτονιάς, ζωηρό, γλυκός πάντα, ψυχούλα. Είχε γλυκιά ψυχούλα, πώς να στο πω; Καθαρό λόγο, είχε μπέσα. Ήταν μπεσαλής ο Γιώργος.

Δεν είχε ποτέ την μύτη ψηλά. Καθαρή ψυχή. Είμαστε σοκαρισμένοι».

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.