EUROKINISSI
ΠΡΟΣΩΠΑ

Το μαγνητικό πεδίο του Σούλη Μαρκόπουλου ήταν τα παρκέ

Συνεργάτες του κόουτς Μαρκόπουλου σε Δημόκριτο, Ηρακλή, Άρη και ΠΑΟΚ, αποχαιρετούν τον Σούλη, μια από τις πιο ευγενικές μορφές στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: EUROKINISSI, ΕΣΑΚΕ

Πέρασε τα περισσότερα Σαββατοκύριακα της ζωής του στα παρκέ. Η σπυριάρα ήταν η φιάλη οξυγόνου του και ανέπνεε πάντα καθαρά μέσα στην κάπως έντονη μυρωδιά του κλειστού. Δεν γνώρισε ποτέ του λούσα και κυριλάτα αποδυτήρια.

Ο Σούλης Μαρκόπουλος ένιωθε στρατιώτης του μπάσκετ, αλλά όχι αξιωματικός. Δεν του πήγαιναν και μάλλον ούτε πήγαινε τις λεζάντες, τα στέμματα και τα δαχτυλίδια. Υπηρέτησε το άθλημα με απεριόριστο σεβασμό, λες και χρώσταγε στο Naismith.

Κι αν τον συνάντησε εκεί πάνω, θα του είπε ευχαριστώ, με σκυμμένο το κεφάλι, για όλα όσα πήρε σε ένα ταξίδι πέντε δεκαετιών, 712 αγώνων και εκατοντάδων χιλιάδων προπονήσεων.

Δεν θα μάθουμε ποτέ.

Σε ένα χώρο που τα ινδάλματα αλλάζουν πρόσωπα και προσωπεία, ο Σούλης Μαρκόπουλος έμεινε πιστός στο ήθος και την ευγένειά του, αξίες που δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ. Το όνομά του δεν απασχόλησε ποτέ την ατζέντα της απέναντι κερκίδας, η γιούχα θα ήταν άκυρη, οριακά κι αμήχανη.

«Λειτουργούσε 24 ώρες το 24ωρο με βάση το μπάσκετ»

Ο Μάκης Καλανταρίδης, συνεργάτης του από εποχές Ολύμπου Σαράντα Εκκλησιών, πριν γίνει Δημοκριτός και μετέπειτα στον Ηρακλή, τον θυμάται ως προπονητή παιδικού και εφηβικού.

«Δεν έπαιξε πολλά χρόνια μπάσκετ επειδή όσοι έχουν το μικρόβιο του προπονητή σταματάνε νωρίς το μπάσκετ. Ο Σούλης ήταν μια τέτοια περίπτωση, ανέλαβε προπονητής του Δημόκριτου όταν έπαιζε Α1, κέρδισε τον Ολυμπιακό, είχε πολύ καλή ομάδα.

Μια χρονιά τον είχα προπονητή στον Δημόκριτο και μετά τον είχα πρώτο προπονητή και στο αντρικό τη σεζόν 1984-1985. Την επόμενη χρονιά έφυγα από τον Δημόκριτο και τον ξαναβρίσκω καλοκαίρι του 1987 στον Ηρακλή, ως βοηθός του, αμέσως μετά το Ευρωμπάσκετ.

Ως βοηθός, φέρνω τον Ίνγκραμ και ο Σούλης ξεκινάει στον Ηρακλή με έναν σούπερ Αμερικανό. Ενθουσιάστηκε όταν τον είδε και τον άφησε να παίζει το παιχνίδι του, χωρίς καλούπια. Τον αξιοποίησε στο έπακρο και με παίκτες ρολίστες, μπόρεσε και έκανε αυτές τις επιτυχίες και έτσι μπήκε ο Ηρακλής στον μπασκετικό χάρτη.

Μπήκε σφήνα στην τετράδα, Άρης – ΠΑΟΚ ήταν μόνιμα στη δυάδα, Πανιώνιος και Περιστέρι συμπλήρωναν και δυο στα τρία μπήκαμε τετράδα. Ο Σούλης μένει εκεί μέχρι 1989-1990 και μετά πηγαίνει βοηθός του Ντούντα.

Τον χαρακτήριζε η μεγάλη του ευγένεια, δεν υπήρχε περίπτωση να ανεβάσει τόνους και πάρα πολύ εργατικός, 24 ώρες το 24ωρο λειτουργούσε με βάση το μπάσκετ. Η ευγένεια και η εργατικότητά του θα μείνει σαν παρακαταθήκη.

Όποιον και να ρωτούσες τι γνώμη έχει για τον Σούλη, πριν πουν “καλός προπονητής”, έλεγαν “καλό παιδί”. Για αυτό τον αντιμετώπιζε με σεβασμό και η κερκίδα και πέρασε 2 και 3 φορές από ομάδες, δεν είπε καληνύχτα και γεια σας», θυμάται ο Μάκης Καλανταρίδης.

«Δεν είχαμε πάει σε κανένα παιχνίδι αδιάβαστοι»

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘90, ο Γιάννης Σιούτης αφήνει τον Μίλωνα και ανηφορίζει Θεσσαλονίκη για να παίξει στον Άρη υπό τις οδηγίες του Σούλη Μαρκόπουλου, που τον έχει επιλέξει.

«Ήταν ο πρώτος προπονητής μου στον Άρη, με επέλεξε να παίξω εκεί, σε αυτή τη μεγάλη ομάδα, ήταν πολύ εργατικός, αξιοπρεπής, δε μίλαγε ποτέ άσχημα, με βοήθησε πολύ ειδικά τον πρώτο χρόνο που ήμασταν μια καινούργια ομάδα με χαμηλό μπάτζετ.

Προετοίμαζε πολύ καλά την ομάδα, ένας άνθρωπος που ζούσε για το μπάσκετ, είχε πάθος για το άθλημα, ασχολούνταν πολλές ώρες, είχε δουλέψει και στις υπόλοιπες ομάδες της πόλης και με επιτυχία», μου λέει ο Σιούτης, που έχει μόνο καλά λόγια για να θυμάται για τον κόουτς Μαρκόπουλο.

«Ήθελε να μας βελτιώσει, πρότεινε λύσεις για να γίνεις καλύτερος, ανέλυε την ομάδα και προσπαθούσε να πάρει το αποτέλεσμα, ήταν συνεπής, έτσι έρχεται η επιτυχία.

Σαν χαρακτήρας δεν ήταν πολύ έντονος σε εποχές μάλιστα που πουλούσε πολύ το να είσαι έντονος. Δεν ήταν τέτοιος ο χαρακτήρας του, ήταν πιο ήπιων τόνων, ήταν διαφορετικός σε ό,τι αφορά το μενταλιτέ των προπονητών.

Θυμάμαι πάντα μετά τα παιχνίδια ότι ερχόταν και έλεγε ότι αυτό το κάνουμε έτσι, το κάνουμε διαφορετικά, μετά την προπόνηση έβλεπε μήπως κάτι μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα.

Δεν έμενε στο αποτέλεσμα, τον ενδιέφερε η συνέχεια. Πάντα είχε να πει κάτι. Δεν ήταν ένας προπονητής που έλεγε κάτι και τέλος, δεν ήταν ποτέ απόμακρος, περνούσε πολλές ώρες στο γήπεδο.

Δεν είχαμε πάει σε κανένα παιχνίδι αδιάβαστοι, ξέραμε πώς παίζει ο αντίπαλος. Καμιά φορά και σε υπερβολικό βαθμό, μπορώ να πω. Θυμάμαι ένα παιχνίδι που χρειαζόμασταν πολύ τη νίκη απέναντι στον Ηρακλή, είχαμε κάνει και 5-6 πρωινές προπονήσεις εκείνη την εβδομάδα, πέρα από τις απογευματινές. Τελικά το χάσαμε. Ήμασταν τόσο κουρασμένοι», θυμάται γελώντας.

«Κάθε φορά που περνούσε τη γραμμή σαν να τον διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα»

Ο Παντελής Μπούτσκος πέρασε οκτώ χρόνια στο πλάι του κόουτς Μαρκόπουλου στον ΠΑΟΚ. Δεν θα ξεχάσει ποτέ το ηλεκτρικό ρεύμα που διαπερνούσε τον Σούλη κάθε φορά που πέρναγε την γραμμή του γηπέδου, από την αγάπη του για το μπάσκετ.

«Ο Σούλης είχε μια αφοπλιστική ευγένεια και πραγματικά ο καθένας από την πρώτη στιγμή μπορούσε να καταλάβει το ήθος του, την πίστη στον Θεό και το πόσο σημαντική ήταν η οικογένειά του.

Θυμάμαι πόσο αφοσιωμένος ήταν στη δουλειά του προπονητή και παρά τις πολύ δύσκολες συνθήκες στα πέτρινα χρόνια του ΠΑΟΚ και με ελάχιστους πόρους, έμενε ανεπηρέαστος από όλα όσα συνέβαιναν εκτός των γραμμών και αφοσιωμένος στην προπόνηση. Σε ενέπνεε.

Είχε τόση αγάπη για το μπάσκετ που παρά τα προβλήματα θα έπαιρνε τον 12ο παίκτη να του κάνει ατομική προπόνηση, δεν ήθελε να φύγει από το γήπεδο.

Συζητούσαμε για την πίστη του στον Θεό, για το δέσιμο με την οικογένειά του.

Περνούσαμε πολύ χρόνο μαζί, ατελείωτες ώρες ταξίδια και αποστολές. Μοιράζεσαι έντονα συναισθήματα, στο προσωπικό κομμάτι συζητούσαμε, είχαμε έναν κώδικα επικοινωνίας, είναι πολύ χρήσιμο να ακούς έναν άνθρωπο με τη σοφία του Σούλη.

Απολάμβανα πολύ την ελευθερία και την εμπιστοσύνη του κόουτς, η ομάδα έκανε υπερβάσεις σε πραγματικά δύσκολα χρόνια, έκανε πορείες στην Ευρώπη, κερδίζαμε Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό όταν ήταν ομάδες F4.

Ήταν αυθεντικός, οι παίκτες εκτιμούσαν την ευγένειά του, βοηθήσαμε παίκτες να βγουν από τη ναφθαλίνη και να κάνουν το επόμενο βήμα στην καριέρα τους. Ήταν αυτό το συναίσθημα, κάθε φορά που περνούσε τη γραμμή ήταν σαν να τον διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα από την αγάπη του.

Τόνοι σημειώσεων για μια προπόνηση, για μια μέρα, λες και είναι μια preseason. Τη μέρα του αγώνα έκανε μοναχικό περίπατο για αυτοσυγκέντρωση, ήταν μια συνήθειά του. Είχε αυτή την πραότητα και την ηρεμία. Γενικότερα πάντα έψαχνε τι καλύτερο θα μπορούσε να κάνει για να βοηθήσει αυτή την ομάδα.

Πέρασαν τόσοι πολλοί παίκτες, με όλους είχε πολύ καλή επικοινωνία, με τον Λάζαρο Παπαδόπουλο είχε ξεχωριστό κώδικα επικοινωνίας. Όταν δεν παίρνουν πολύ χρόνο στο παρκέ οι παίκτες δημιουργούν θέματα αλλά είχε αυτό το μοναδικό στοιχείο που κανείς δε μπορούσε να πει κάτι αρνητικό για εκείνον.

Η μπασκετική κοινότητα γνωρίζει για το ποιόν του, ήταν γνωστό το ήθος του και ήταν πολύ μεγάλη μου τιμή που βρέθηκα δίπλα του σε όλες τις στιγμές και τις εμπειρίες που ζήσαμε μαζί.

Ο Σούλης είναι ο προπονητής με τις περισσότερες νίκες στη GBL, έχει κερδίσει ευρωπαϊκό τίτλο, έχει ομαδικές και ατομικές διακρίσεις αλλά αυτό που αφήνει παρακαταθήκη είναι η ευγένεια και το ήθος του χαρακτήρα του», αναφέρει ο Παντελής Μπούτσκος.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.