<img height="1" width="1" style="display:none" src="//www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Lee Chang-dong, πού σου ήρθε να διασκευάσεις Murakami;

Ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης του ‘Burning’ μας μιλάει αποκλειστικά για τη δημιουργία της ταινίας που ενθουσίασε τις Κάννες.

Το ‘Burning’ κέρδισε τις υψηλότερες βαθμολογίες κριτικών της δεκαετίας όταν παίχτηκε πέρσι στις Κάννες, και δε θέλω να μειώσω αυτό το επίτευγμα, είναι ομολογουμένως πολύ εντυπωσιακό. Αλλά ακόμα σημαντικότερα, το ‘Burning’ είναι η μόνη ταινίας της εβδομάδας στην οποία μπορείτε να δείτε τον Glenn από το ‘Walking Dead’ να δίνει ίσως την ερμηνεία της χρονιάς, ως μέρος ενός ερωτικού τριγώνου που εμπλέκει ψυχολογική ένταση, το πιο passive-aggressive μαγείρεμα μακαρονιών που έχετε δει, και πιθανώς το κάψιμο θερμοκηπίων ως χόμπι.

Η νέα ταινία του σπουδαίου Κορεάτη σκηνοθέτη Lee Chang-dong αποτελεί διασκευή ενός σύντομου διηγήματος του Haruki Murakami, κι από τις λιγοστές σελίδες εκείνου του υπονοητικού στόρι, ο Κορεάτης εμπνέεται και μεταφέρει στην οθόνη ένα οπτικά πλούσιο, ψυχολογικά επιβλητικό ερωτικό τρίγωνο πάνω στην ανδρική ψυχοσύνθεση και την ταξική διάσταση των σχέσεων. Και, στο κέντρο όλου αυτού, υπάρχει μια απίστευτα όμορφη σκηνή χορού την ώρα του magic hour.

O Lee Chang-dong μπροστά στους φωτογράφους στο 71ο Φεστιβάλ Καννών (Joel C Ryan/Invision/AP)

Με λίγα λόγια, το ‘Burning’ είναι κινηματογραφική εμπειρία από τις λίγες, ένα υπνωτιστικό έπος που χρησιμοποιεί κάθε τετραγωνικό εκατοστό της μεγάλης οθόνης.

Γι’αυτό κι εμείς, όταν βρεθήκαμε στο Λονδίνο για το κινηματογραφικό φεστιβάλ του BFI τον περασμένο Οκτώβριο, ψάξαμε και κυνηγήσαμε τον Lee Chang-dong όσο πιο επίμονα γινόταν. Και τον συναντήσαμε τελικά, σε μια χαλαρή συγκέντρωση σκηνοθετών στο πλαίσιο ενός απογευματινού τσαγιού της διοργάνωσης. (Όντως, έτσι τα λένε: afternoon teas!) Καθίσαμε λοιπόν μαζί με μια Ιταλίδα συνάδελφο (που επίσης τον κυνηγούσε επίμονα) και κυριολεκτικά ήπιαμε ένα τσάι παρέα με τον Κορεάτη σκηνοθέτη, στη διάρκεια του οποίου προλάβαμε να κάνουμε μαζί του μια σύντομη κουβέντα για την σπουδαία ταινία του.

***

Μετά το ‘Poetry’ πέρασαν χρόνια χωρίς άλλη ταινία, τι σε έκανε να πεις πως “ναι, θέλω να γυρίσω μια διασκευή του «Barn Burning» του Murakami;”

Στη διάρκεια αυτών των 8 χρόνων αμφισβήτησα πολύ τον εαυτό μου, αναρωτήθηκα τι είδους ταινίες θέλω τελικά να κάνω και πού θέλω να συναντήσω το κοινό μου. Στην πραγματικότητα δεν ήταν απαραίτητο να κάνω κάτι για αυτά τα ενδιάμεσα χρόνια. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να κάνω ταινίες που ήθελε να δει ο κόσμος με ένα άγγιγμα του προσωπικού μου στυλ ώστε να κερδίζουν καλές κριτικές, αλλά έψαχνα τις δικές μου ταινίες, αυτό είναι το μόνο για το οποίο μπορώ να μιλήσω και μιλάω.

Εκείνη την περίοδο σκεφτόμουν πολύ τον θυμό των ανθρώπων. Οι πάντες τότε ήταν πολύ θυμωμένοι, ασχέτως θρησκείας, εθνικότητας ή άλλων διαφορών. Οπότε αυτή η πρωτότυπη ιστορία που έγραψε ο Murakami, με έφερε σε επαφή με δικές μου απορίες και με μια δική μου εκδοχή της ιστορίας.

Η ιστορία «Barn Burning» είναι αρκετά σύντομη. Πώς προχώρησες στην ανάπτυξη της ιστορίας ώστε να προκύψουν 2μιση ώρες από αυτό το υλικό;

Η ιστορία του Murakami περιλαμβάνει μόνο ένα μικρό μυστήριο, κατά πόσο και γιατί ο αχυρώνας καίγεται, πού είναι το κορίτσι. Επίσης δεν υπάρχει τέλος σε αυτή την ιστορία. Αυτό μου φάνηκε ελκυστικό, κατά συνέπεια θέλησα να επεκτείνω το μυστήριο προς τα δικά μου μυστήρια, τα οποία αφορούν τα προβλήματα στις δικές μας ζωές.

Ο πρωταγωνιστής, Jong-su είναι πολυεπίπεδος, βλέπουμε στοιχεία του θυμού του, αποστασιοποίησης, ο κόσμος του μοιάζει διεστραμμένος, μας μεταδίδει μια ανησυχία. Πώς δουλέψατε πάνω στον χαρακτήρα με τον Ah-in Yoo;

Ο Yoo Ah-in, που παίζει τον Jong-su, είναι ένας ηθοποιός που έχει παίξει πολλούς χαρακτήρες ισχυρούς στην Κορέα με επιτυχία. Αντίθετα με αυτό, ο Jong-su είναι ένας αρκετά παθητικός χαρακτήρας που δεν δείχνει τα συναισθήματά του. Σκέφτηκα πως μια τέτοια αντίθεση θα είχε ενδιαφέρον. Αλλά ως το τέλος της ταινίας αυτός ο παθητικός χαρακτήρας για τον οποίο έχουμε φανταστεί τόσα πράγματα για το τι συμβαίνει μέσα του, ξεσπάει. Αυτός ο χαρακτήρας έχει να κάνει με αντιδράσεις και μόνο. Είχα μια συζήτηση με τον Yoo και μου είπε, “ας ανακαλύψουμε πώς λειτουργεί αυτός ο χαρακτήρας, πώς μπορούμε να εντοπίσουμε όλες τις εκφράσεις του προσώπου του.” Οπότε αρχίσαμε να τον εξερευνούμε έτσι.

Όλη η ταινία είναι για την ένταση ανάμεσα σε τρεις ανθρώπους μοιάζοντας με ιστορία φαντασμάτων σε σημεία. Και ξαφνικά στη μέση υπάρχει αυτή η ανατριχιαστική σεκάνς του χορού όπου οι τρεις τους απλά αράζουν τη μαγική ώρα. Πώς προσέγγισες τη δομή της ταινίας;

Μετά τη σκηνή του χορού κάτι έπρεπε να αλλάξει. Έτσι ένιωσα, και το κοινό μπορεί επίσης να καταλάβει πως οδεύουμε προς έναν άλλο δρόμο επίσης. Η ίδια η σκηνή έχει το σκοπό της στο μέσο ακριβώς της ταινίας όσο αφορά την εξέλιξη της ιστορίας. Είναι το κέντρο του φιλμ. Και επίσης είναι κάτι σαν το ένα τέταρτο της ταινίας. Πολλοί άνθρωποι βλέπουν την ταινία ως ένα θρίλερ που έχει κυρίως να κάνει με την αναζήτηση της Hae-mi, αλλά δεν κάνουμε αυτό. Κάνουμε κάτι που έχει περισσότερο να κάνει με το τι έψαχνε εκείνη να βρει, και το ποια είναι στα αλήθεια.

Πώς έστησες τη συγκεκριμένη σκηνή;

Θέλαμε να τη γυρίσουμε αμέσως μετά το ηλιοβασίλεμα ώστε να δώσουμε έμφαση στα σύνορα ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, όπως και στη μίξη ρεαλισμού και μιας υπερρεαλιστικής πραγματικότητας. Αν κοιτάξεις στο σετ, μπορείς να δεις μια κορεάτικη σημαία που εκπροσωπεί την πολιτική πραγματικότητα της Κορέας, μπορείς να δεις βρωμιά, μπορείς να δεις χορτάρι και άλλα στοιχεία της φύσης, κι από την άλλη πλευρά μπορείς να δεις αμάξια να περνάνε, οπότε είναι μια μίξη όλων των στοιχείων της ζωής γύρω μας και γύρω από τους χαρακτήρες αυτούς.

Εδώ η Hae-mi αναζητά το νόημα της ζωής, χορεύει με μια μεγάλη δίψα. Προσπαθήσαμε να γυρίσουμε αυτή τη σκηνή χωρίς την παραμικρή πηγή τεχνητού φωτός. Και επίσης ήθελα αυτή η σκηνή να δείχνει την ελευθερία που τη διαπερνά και τον αυθορμητισμό που επίσης επικοινωνεί. Αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα που ήθελα να συλλάβω με αυτή τη σκηνή.

***

Αναγνώστες, το συνέλαβε όντως. Η σκηνή αυτή είναι μια από τις πιο αξιομνημόνευτες κινηματογραφικές εμπειρίες της σεζόν και η ταινία γενικότερα είναι σπουδαία.

Αυτή είναι η ορίτζιναλ ανταπόκρισή μας μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του ‘Burning’ στις Κάννες, πέρσι το Μάιο:

Αγόρι ερωτεύεται κορίτσι, κορίτσι επιστρέφει από διακοπές στην Αφρική παρέα με άλλο αγόρι με το οποίο είναι ‘μόνο φίλοι’ και το οποίο είναι πιο πλούσιο alpha male από το αρχικό αγόρι της ιστορίας, alpha αγόρι λέει συνωμοτικά στο beta αγόρι ότι του αρέσει να καίει θερμοκήπια. Καθημερινά πράγματα. Διασκευή σύντομου διηγήματος του Murakami, η ταινία είναι ένα δυομισάωρο ψυχολογικό έπος συγκλονιστικά σκηνοθετημένο (αν αναζητά κανείς την καλύτερη magic hour σκηνή μπάφου της χρονιάς, αυτό είναι ένα βραβείο που ήδη μπορούμε να το απονείμουμε) που αφήνει τους χαρακτήρες να αναπτύξουν στο τεράστιο εύρος του κάδρου όλα τα πάθη και τις ανασφάλειές τους, σε μια ιστορία που εξερευνά τα αυτοκαταστροφικά βάθη στα οποία μπορεί εύκολα να αφήσει κανείς τον εαυτό του να χαθεί μέσα από εμμονικές διαδικασίες απόδειξης μιας κάποιας ανούσιας ανωτερότητας.

Για δυόμιση πανέμορφες ώρες, τρεις και μόνον ηθοποιοί κρατούν αναπόσπαστο το ενδιαφέρον μας, με τον σκηνοθέτη να καδράρει επιβλητικά την παραμικρή έκφραση της ψυχολογίας τους, μέσα από λέξεις, βλέμματα, χασμουρητά, κινήσεις, τα μικρότερα των μικρών πραγμάτων. Ο Lee Chang-dong μετατρέπει με διακριτικό τρόπο και χωρίς καν να έχει ριζοσπαστική διάθεση, μια ελαφρώς κλισέ τριγωνική σύνθεση (όπου το μοιραίο θηλυκό καταλήγει κομπάρσος στην ιστορία της, ξεσηκώνοντας πάθη απλώς και μόνο επειδή έχει το θράσος να υπάρχει ως ερωτικό πλάσμα) σε μια αληθινά σπουδαία μελέτη συμπεριφορών και δυναμικών ανάμεσα στα φύλα αλλά και ανάμεσα στις αντρικές συμπεριφορές, δίνοντας σαφή λόγο και κατεύθυνση στην ηρωίδα και μετατρέποντάς την σε κεντρική φιγούρα ακόμα κι όταν απουσιάζει.

Είναι μια ταινία-οδοστρωτήρας με τον σιωπηλότερο των τρόπων, και της οποίας ακόμα και οι αδυναμίες (ο τρόπος ας πούμε που η ταξική διάσταση της όλης έντασης κάπως ξεχνιέται στην διαδρομή) ωχριούν μπροστά σε μια ευρύτερη επικότητα, την οποία ο σκηνοθέτης αναδεικνύει μέσα από τα στοιχειωδέστερα των υλικών. Τελικά, το μόνο που χρειάζεται για να κάνεις μια ταινία είναι τρεις άνθρωποι και οι ανασφάλειές τους.

*To ‘Burning’ (‘Το Παιχνίδι με τη Φωτιά’) κυκλοφορεί στις αίθουσες την Πέμπτη 10 Ιανουαρίου από τη Seven. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του BFI Φεστιβάλ Κινηματογράφου Λονδίνου, τον Οκτώβριο του ‘18.

ADVERTISING
  • ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • top stories
  • 24MEDIA NETWORK

ΣΙΝΕΜΑ