<img height="1" width="1" style="display:none" src="//www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />
Arthur Mola/Invision/AP

H Κατρίν Ντενέβ κυριαρχεί στην πρεμιέρα της φετινής Βενετίας

Όπως κάθε χρόνο, θα μεταδίδουμε καθημερινά όσα συμβαίνουν στο Φεστιβάλ Βενετίας. Πρεμιέρα φέτος με την “Αλήθεια”, με Κατρίν Ντενέβ, Ζιλιέτ Μπινός και Ίθαν Χοκ. Ενώ η πρόεδρος της κριτικής επιτροπής τα βάζει με το Φεστιβάλ πάνω στο θέμα “Ρόμαν Πολάνσκι”.

Αν ένα πράγμα υπήρξε απόλυτα καταλυτικό στο να γιγαντωθεί τόσο πολύ το Φεστιβάλ Βενετίας τα τελευταία χρόνια, φτάνοντας ουσιαστικά στο σημείο να λανσάρει δίχως εξαίρεση ή άστοχη χρονιά, τους μεγάλους οσκαρικούς πρωταγωνιστές της κάθε σεζόν, είναι οι ταινίες έναρξης.

Ταινίες σαν το “Gravity” ή το “Birdman”, που αργότερα θα σάρωναν στα Όσκαρ. Ταινίες όπως το “La La Land”, που παραμένει ίσως η πιο εμβληματική στιγμή του Φεστιβάλ αυτή τη δεκαετία. Δε θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που τελείωσε η πρώτη σκηνή του “La La Land” (το χορευτικό νούμερο μες στην αποπνικτική κίνηση) και έπεσαν οι τίτλοι αρχής: μια αίθουσα χιλιάδων θέσεων, γεμάτη με κριτικούς από όλο τον κόσμο, αγουροξυπνημένους την πρώτη-πρώτη μέρα του Φεστιβάλ, ζητωκραύγασε μαζικά, ενστικτωδώς, σα να είχε μπει το πιο όμορφο γκολ.

Ακόμα και πρόσφατες αστοχίες, όπως το “Downsizing” του Αλεξάντερ Πέιν, ήταν και πάλι σινεμά με σταρ πρώτου μεγέθους, τοποθετημένο στην κατάλληλη θέση για να γεννήσει άρθρα και αναλύσεις και οσκαρικές προβλέψεις. Η Βενετία, ιδανικά, θα θέλει πάντα ένα “La La Land”.

Είναι λοιπόν ευχάριστο που φέτος δοκιμάζει μια πλήρη αλλαγή ρυθμού, όχι επειδή δεν μας αρέσει το “La La Land” φυσικά, αλλά επειδή είναι ωραίο να μη βλέπουμε 2-3 χολιγουντιανά στούντιο να παίζουν εναλλάξ αναμεταξύ τους, επί μονίμου βάσεως, την πρεμιέρα του δεύτερου μεγαλύτερου ευρωπαϊκού Φεστιβάλ.

Εγένετο, η “Αλήθεια”.

Φέτος, το Φεστιβάλ επέλεξε για ταινία-σημαία του, την πρώτη ευρωπαϊκή δουλειά του βραβευμένου με Χρυσό Φοίνικα Ιάπωνα σκηνοθέτη Χιροκάζου Κόρε-έντα, του οποίου θαυμάσαμε και αγαπήσαμε πέρυσι του “Κλέφτες Καταστημάτων”. Ο Κόρε-έντα βγαίνει πρώτη φορά εκτός Ιαπωνίας, για να έρθει στη Γαλλία και να αφηγηθεί την γλυκόπικρη ιστορία μιας γερασμένης, θρυλικής ηθοποιού (Κατρίν Ντενέβ) η οποία κυκλοφορεί σε βιβλίο την αυτοβιογραφία της, αφορμή για να την επισκεφθούν από τη Νέα Υόρκη η σεναριογράφος κόρη της (Ζιλιέτ Μπινός) κι ο β’ διαλογής ηθοποιός σύζυγός της (Ίθαν Χοκ).

Ντενέβ! Μπινός! Χοκ! Γιαπωνέζος auteur, γαλλικό σκηνικό! Οικογενειακό δράμα με φόντο τον κόσμο του σινεμά! Ου λα λα! Αυτό μπορεί να μην τρέξει με φόρα προς τα Όσκαρ (και δεν είναι και κάποια τρομερή ταινία κιόλας), αλλά είναι τόσο πιο διακριτικό και μη δημιουργικά αγχωμένο σινεμά στα πάντα του, που παρακολουθώντας το νιώσαμε σα να καθόμαστε στο γλυκό αεράκι.

Και, πιστέψτε με, το έχουμε ανάγκη το γλυκό αεράκι στη Βενετία αυτή τη στιγμή! Ευτυχώς το δροσιστικό Aperol Spritz, που είναι και το απόλυτο must "aperitivo" του Φεστιβάλ, αποτελεί βάλσαμο απέναντι στη ζέστη.

ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΝΩΡΙΤΕΡΑ…

Πάμε λίγο πίσω.

Η πρεμιέρα στη Βενετία γίνεται πάντα Τετάρτη βράδυ, την ταινία οι δημοσιογράφοι την βλέπουμε Τετάρτη πρωί, οπότε ουσιαστικά μαζευόμαστε σταδιακά στη διάρκεια της Τρίτης. Για κάποιο λόγο έτυχε αυτή τη φορά η δική μου πτήση να είναι χαράματα (6.30 Ελλάδας) που σημαίνει πως α) δεν κοιμήθηκα κυριολεκτικά καθόλου το βράδυ, ούτε καν το επιχείρησα, και β) έφτασα στις 10 στη Βενετία, περίπου 8 πριν έχουμε διαθέσιμο το σπίτι. Που σημαίνει πως ναι, με σερί 24ωρο άυπνος, περιφερόμουν στο Λίντο σέρνοντας μια βαλίτσα και περιμένοντας να περάσει η ώρα. Κι ενώ -επειδή φυσικά- ο καιρός ήταν ένα φρικαλέα κράμα μουντάδας, κουφόβρασης και υγρασίας.

Φίλε αναγνώστη, κοιμήθηκα στα πλαστικά πολυθρονάκια που έχει το Φεστιβάλ στον πολύ όμορφο κήπο των δημοσιογράφων; Φίλε αναγνώστη, κοιμήθηκα. Έτσι, σαν τουρίστας σε αεροδρόμιο, εγώ κοιμόμουν στον κήπο του Φεστιβάλ, μισό σώμα στο πλαστικό μισό πάνω στη βαλίτσα.

Έχει πλάκα αυτή η μέρα. Σιγά σιγά γεμίζει από κόσμο ενώ την ίδια ώρα μες στα πόδια σου, μπροστά στα μάτια σου, φτιάχνονται τα τελευταία κομμάτια της όλης διοργάνωσης. Τα κάγκελα μπροστά από το κόκκινο χαλί. Οι καρέκλες σε αίθουσες τύπου. Τα μπουκάλια νερού και προσέκο στις καντίνες στον κήπο του Φεστιβάλ. Οι αφίσες των μεγάλων ταινιών του Διαγωνιστικού. Όλα φτιάχνονται μπροστά στα μάτια σου, εντελώς κινηματογραφικά. Κάθε φορά που ξυπνούσα από αυτό τον μεσημεριανό μου ύπνο, έβλεπα και περισσότερους ανθρώπους γύρω μου.

Το απολύτως απαραίτητο μεσημεριανό δρόσισμα το πήραμε στο Al Leone d’Oro, το μπαρ που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στη Sala Grande (το μεγάλο, κεντρικό σινεμά του Φεστιβάλ) και άρα στο κόκκινο χαλί. Λόγω της γωνιακά προνομιακής θέσης του μπαρ, υπό κανονικές συνθήκες είναι πάντα γεμάτο, συνήθως από φωτογράφους που παίρνουν ωραίες πλάγιες, “ερασιτεχνικές” λήψεις του κόκκινου χαλιού, ή κυρίως από δημοσιογράφους που είναι ανάμεσα σε δουλειές και βολεύει να κάτσουν μισή ωρίτσα για ένα γρήγορο Aperol Spritz. Το οποίο εδώ, στην Βενετία, είναι κάτι σαν νερό αν κρίνουμε από την συχνότητα και τη μαζικότητα με την οποία πίνεται. Πιο πολύ ακούς “ένα σπριτζ” παρά “ένα εσπρέσο”.

Ευκαιρία λοιπόν αυτή την μέρα μηδέν του Φεστιβάλ, να κάτσουμε με ηρεμία σε ένα περίεργα μισοάδειο Leone, για να πιούμε ένα (δύο δηλαδή) Aperol Spritz. Και είδαμε μάλιστα και τον διευθυντή του Φεστιβάλ να περνάει για βόλτα. (Δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω αν το “Joker” στο Διαγωνιστικό είναι κάποιο πολυεπίπεδο αστείο ή αν το εννοεί όντως.) Όχι τίποτα άλλο αλλά μια παρέα που έχει ανάγκη να ξαποστάσει και να δροσιστεί δεν έχει τίποτα καλύτερο να πάρεις. Το “πάω για ένα γρήγορο άπερολ” είναι η πιο συχνή φράση που ακούς ανάμεσά μας όλα τα χρόνια που πάω στη Βενετία. (Στο βασικό εσωτερικό μπαρ του Φεστιβάλ, ανά πάσα πιθανή στιγμή κάποιος θα φτιάχνει 2-3 Aperol Spritz μαζί.)

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΗΜΕΡΑ

Μετά από έναν αναγκαία γερό ύπνο σε κρεβάτι (πρώτον επειδή μετά από 30 ώρες το είχα ανάγκη και δεύτερον επειδή η μόνη επιλογή να μην υπομένεις αυτό το φρικιαστικό κλίμα είναι να κοιμάσαι), η “Αλήθεια” του Κόρε-έντα ήρθε γλυκά. Η αναπάντεχα χαμηλών τόνων στροφή του Φεστιβάλ, μας έδωσε ένα φιλμ έναρξης γλυκό, διακριτικό, εν τέλει όχι και ιδιαίτερα σημαντικό. Αλλά κάποιες φορές από ένα starter ίσως να αρκεί αυτό.

Η μεγάλη δύναμη της ταινίας είναι η Κατρίν Ντενέβ, γύρω από την οποία είναι στημένη σε βαθμό που σχεδόν μας κάνει να υποψιαζόμαστε για το αν οι αλλαγές που επήλθαν στο σενάριο, είχαν να κάνουν με την ίδια. Η Ντενέβ παίζει έναν ρόλο-εξύμνηση της ίδιας όχι ως ανθρώπους απαραίτητα, αλλά σίγουρα ως ηθοποιού. Η ηρωίδα της, Φαμπιέν, καταθέτει ρητά κάποια στιγμή του φιλμ, την άποψη πως οι ηθοποιοί είναι ήδη χαμένες όταν τα βάλουν με την πραγματικότητα.

Σε αυτή την μάχη όχι ακριβώς τέχνης εναντίον δημιουργού, αλλά τέχνης εναντίον ζωής, ο ο Κόρε-έντα δίνει σε μια μάνα και σε μια κόρη τα πρόσωπα δύο εμβληματικών πρωταγωνιστριών από ισάριθμες γενιές του γαλλικού σινεμά, και τις βάζει όχι ακριβώς σε τροχιά σύγκρουσης (το σινεμά του δεν είναι ποτέ τόσο επιθετικό) όσο σε μια αντιδιαμετρική, ελλειπτική κίνηση. Κάθε φορά που συναντιούνται ξανά, βρίσκονται και λίγο πιο κοντά.

Η Ντενέβ παίζει τη θρυλική σταρ που νομίζει (ή θέλει να νομίζει) πως το έργο που παίζει τώρα, είναι ασήμαντο. Παίζει σε ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας, στο οποίο μια μητέρα ζει στο διάστημα (γιατί είναι άρρωστη και μόνο εκεί μπορεί να μείνει ζωντανή) και επισκέπτεται την κόρη της κάθε 7 χρόνια. Η μητέρα μένει ίδια, η κόρη μεγαλώνει. Σε μια εμφανή αντιπαραβολή με τη δική της δραματουργική ευθεία, η Φαμπιέν της Ντενέβ μένει βράχος, αρνούμενη να έρθει αντιμέτωπη με τα συναισθήματα που κρύβει μέσα της, τις ένοχες αλήθειες, τα μυστικά και τις διαπιστώσεις που την κάνουν να κοιτάξει προβληματισμένη τον καθρέφτη. «Εδώ μέσα δεν βρίσκω αλήθεια!», της φωνάζει έξαλλη η κόρη της, όταν διαβάζει μια αυτοβιογραφία κατασκευασμένη όσο και τα ψέμματα του σινεμά. Αργότερα στην ταινία, η Φαμπιέν αφήνεται να νιώσει κάτι που για δεκαετίας καταπίεζε. «Γιατί δεν το χρησιμοποίησα αυτό το συναίσθημα στο σημερινό γύρισμα;;», είναι η πρώτη της σκέψη, σαν παιδί που βρίσκει ένα παλιό του, χαμένο παιχνίδι, τη στιγμή που πέφτει για ύπνο και κατευθείαν στεναχωριέται που δεν έπαιξε καθόλου με αυτό όλη τη μέρα που πέρασε.

Δεν ανακαλύπτει κάποιο καινούριο συναίσθημα ο Κόρε-έντα στην ταινία, αφήνοντάς τη μάλιστα σε πολλά σημεία να υποκλιθεί κάπως εμφανώς στις ηθοποιούς της και στη δύναμή τους να γράφουν εδώ και το δράμα και το χιούμορ. Και σε πολυάριθμα κλισέ της “ταινίας για το χώρο θεαάματος” να τρυπώσουν σε κάθε γωνιά του φιλμ, μην αφήνοντάς το να απογειωθεί ως κάτι μεγαλειωδώς ανθρώπινο- όπως συνέβη με τους “Κλέφτες Καταστημάτων” ή παλιότερα σπουδαία φιλμ του όπως το “Still Walking” και το “Nobody Knows”. Το σινεμά του είναι υπερβολικά ευγενικό και διακριτικό, ίσως, για να χωρέσει μέσα του μια τόσο μεγάλη περσόνα και να μείνει απείραχτο. Όμως ακόμα κι έτσι, το άγγιγμά του φέρνει κάτι το αγνό και το ευχάριστο.

Είναι μια ταινία που, χωρίς να υπάγεται ακριβώς στο χαρακτηρισμό του crowd-pleaser, σίγουρα είναι κάτι τέτοιο. Ίσως σε μεγάλο βαθμό και λόγω του πόσο πασιφανές είναι πως οι πάντες στην οθόνη, έχουν περάσει υπέροχα γυρίζοντας το φιλμ. Από την Ντενέβ και την Μπινός, μέχρι με τον Ίθαν Χοκ, στο ρόλο του “περηφανα β’ διαλογής τηλε-ηθοποιός” άντρα της Μπινός, ο οποίος μη γνωρίζοντας γαλλικά μένει διαρκώς εκτός κάθε συζήτησης, συνήθως μειωτικής απέναντί του, αλλά πίνοντας ένα ποτήρι κρασί μπορεί να περάσει τέλεια μιλώντας για δυο ώρες με τη Ντενέβ, σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνει.

Ήταν μια τίμια ιδέα, το να φέρουμε τον Κόρε-έντα στην Ευρώπη. Οι ηθοποιοί πέρασαν φανταστικά γυρίζοντας την ταινία. Η Ντενέβ πήρε έναν μεγάλο late career ρόλο. Ο Ίθαν Χοκ έπαιξε δίπλα στην Ντενέβ. Εμείς ξυπνήσαμε ένα πρωί στη Βενετία κι αντί να μετράμε υποθετικά Όσκαρ χαμογελούσαμε χαλαρά. Και το κοινό θα δει ό,τι είδαμε κι εμείς, και δεν θα έχει κανένα λόγο να μην περάσει υπέροχα. Η “Αλήθεια” (“The Truth” / “La Verite”) είναι ένα μάλλον ισχνό φιλμ στην φιλμογραφία του Κόρε-έντα και από αυτά που λογικά δύσκολα θα χαραχτούν στη μνήμη μας. Αλλά δεν είναι χωρίς τις αρετές και την ανάλαφρη γοητεία του.

(Στις αίθουσες τη νέα σεζόν από τη Seven.)

ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΣΑΚΩΝΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΑΝΣΚΙ

Πιο πάνω που έλεγα πως πετύχαμε τον διευθυντή του Φεστιβάλ στο γωνιακό μπαρ με τα Aperol Spritz; Ελπίζω να πήρε κανένα καβάτζα για να είχε να δροσιστεί, γιατί αργότερα στη μέρα τα έβαλε μαζί του η Λουκρέσια Μαρτέλ, η σπουδαία σκηνοθέτης του “Zama” (#1 ταινία διανομής στην Ελλάδα το 2018, κατά τη γνώμη μου), που φέτος είναι Πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής.

Η Μαρτέλ κι ο Μπαρμπέρα (ο διευθυντής, αυτός με τα άπερολ) ρωτήθηκαν για καυτό ζήτημα της συμμετοχής του Ρόμαν Πολάνσκι με νέα ταινία στο Διαγωνιστικό τμήμα. Ο Μπαρμπέρα, που είναι Ιταλός, είπε πριν λίγες μέρες πως κι ο Καραβάτζο ήταν δολοφόνος αλλά σπουδαίος καλλιτέχνης και πως προσωπικά δεν βλέπει καμία διαφορά στην υπόθεση με τον Πολάνσκι. Το οποίο, ναι, ο ορισμός του “από πού να το πιάσω”. Η ουσία είναι πως το Φεστιβάλ έχει και φέτος μόλις 2 ταινίες γυναικών σε ένα Διαγωνιστικό 20+ ταινιών, αλλά βρίσκει χώρο για ανθρώπους σαν τον Πολάνσκι ή τον Νέιτ Πάρκερ (είχε σκηνοθετήσει το “Birth of a Nation” πριν 3-4 χρόνια, είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης όταν βγήκε στην επιφάνεια μια κατηγορία βιασμού εναντίον του από το κολέγιο, και στην περίπτωσή του κανείς -ορθά- δεν πολυέκανε σαματά, επειδή δεν είναι Αναγνωρισμένος Λευκός Άντρας 75 χρονών).

Ο Μπαρμπέρα είπε “άλλο ο άντρας, άλλο ο καλλιτέχνης”, λες και το σινεμά είναι δουλειά γραφείου που την κάνει μηχανικά για 8 ώρες και μετά πάς σπίτι και είσαι Ο Εαυτός Σου. Φυσικά η Μαρτέλ γύρισε και του είπε πως διαφωνεί: “Δεν διαχωρίζω τον άνθρωπο από την τέχνη. Νομίζω πως σημαντικές διαστάσεις του έργου αναδεικνύονται μες στο άνθρωπο.”

Για το ντιμπέιτ αυτό εγώ είχα καταθέσει εν συντομία την γνώμη μου πριν μερικά χρόνια, πάλι σε ανταπόκριση από τη Βενετία, για μια ταινία του Μελ Γκίμπσον (οι πρώτες παράγραφοι σε αυτό το κείμενο). Ας πούμε απλά πως είμαι με την Μαρτέλ σε αυτό.

Όσο για τον Πολάνσκι, η ίδια συνέχισε. “Είναι δύσκολο να ορίσεις ποια είναι η σωστή προσέγγιση που πρέπει να πάρουμε με ανθρώπους που έχουν διαπράξει ορισμένες πράξεις και κρίθηκαν για αυτές. Νομίζω αυτές οι ερωτήσεις είναι μέρος της συζήτησης της εποχής μας”. Συμπλήρωσε ωστόσο πως αφενός δεν πρόκειται να παρευρεθεί σε δείπνο προς τιμήν του Πολάνσκι που θα διοργανωθεί στη διάρκεια του Φεστιβάλ (ο ίδιος φυσικά θα λείπει από τη Βενετία καθώς δε μπορεί να ταξιδέψει γιατί κάποτε έκανε σεξ με ένα 13χρονο κορίτσι), κι αφετέρου πως στηρίζει την προσθήκη της ταινίας του στο Διαγωνιστικό. “Δεν θα του δώσω συγχαρητήρια, αλλά νομίζω είναι σωστό πως η ταινία του βρίσκεται σε αυτό το Φεστιβάλ.”

Όσο για το θέμα της γυναικείας παρουσίας, η Μαρτέλ διαφώνησε κι εκεί με τον Μπαρμπέρα. Τάχθηκε υπέρ των ποσοστών, παραδεχόμενη πως ποτέ δε μπορούν να είναι ικανοποιητικά, αλλά πως δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι να έχουν γυναίκες τις θέσεις που πρέπει. “Τα ποσοστά είναι αναγκαία για την παρούσα φάση. Δε νομίζω πως ξέρω οποιοδήποτε άλλο σύστημα που θα ανάγκαζε αυτή τη βιομηχανία να σκεφτεί διαφορετικά και να λάβει υπόψη ταινίες γυρισμένες από γυναίκες”. Ο Μπαρμπέρα υποστήριξε πως τα ποσοστά δεν βοηθούν στην περίπτωση ενός Φεστιβάλ όπου υποστήριξε την αυτόνομη αξία ενός μεμονωμένου φιλμ, και πως πρέπει να τεθούν σε ισχύ σε άλλα στάδια της δημιουργίας, όπως κινηματογραφικές σχολές ή στη χρηματοδότηση.

“Αν ήμασταν σε μια περίπτωση όπου έπρεπε αναγκαστικά να διαλέξεις ταινίες 50/50, είσαι σίγουρος πως δε θα υπήρχε η ποιότητα;”, τον ρώτησε η Μαρτέλ. “Αν έβρισκα 50% ταινιών γυρισμένες από γυναίκες, θα το έκανα. Έχω προσπαθήσει,” απάντησε ο Μπαρμπέρα, που πριν 3 χρόνια δεν έβαλε στο Διαγωνιστικό της Βενετίας το “Zama”, της Λουκρέσια Μαρτέλ, μια από τις κορυφαίες ταινίες της δεκαετίας.

Τελοσπάντων, θα περάσουμε ωραία τις επόμενες μέρες, η Μαρτέλ ως Πρόεδρος ίσως είναι ό,τι χρειαζόταν το Φεστιβάλ.

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Το Φεστιβάλ ξεκινά κανονικά σήμερα Πέμπτη, με τις προβολές των μεγάλων οσκαρικών αμερικάνικων φιλμ που λέγαμε νωρίτερα ότι άλλες χρονιές μονοπωλούν την πρεμιέρα. Σήμερα βλέπουμε το “Ad Astra” του Τζέιμς Γκρέι με τον Μπραντ Πιτ, και το “Marriage Story” του Νόα Μπόμπακ με Σκάρλετ Γιόχανσον και Άνταμ Ντράιβερ. Εξαιρετικά.

Επίσης, σε κάτι λιγότερο χολιγουντιανό, βλέπουμε και τη νέα μεσαίου μήκους της Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη, “Electric Swan”, επειδή Φεστιβάλ χωρίς ελληνική παρουσία είναι περιέργως σπάνιο φαινόμενο πλέον.

Μέχρι τις επόμενες ανταποκρίσεις, εσείς μπορείτε αν θέλετε να διαβάσετε εκείνη τη φορά που μιλήσαμε με τη Λουκρέσια Μαρτέλ και μας είπε ιστορίες από το τέλος του κόσμου.

Στο τέλος εκείνης της συνέντευξης μας έλεγε πως “Δεν έχω δει σχεδόν καμία ταινία, οπότε δε μπορώ να πω τίποτα για ταινίες των τελευταίων 2 χρόνων. Ελπίζω φέτος να έχω την ευκαιρία να ανακαλύψω τι συμβαίνει μέσα από Φεστιβάλ και να κάνω catch up.” Ανυπομονούμε να μάθουμε πως θα της φανεί το “Joker”.

*Το 76ο Φεστιβάλ Βενετίας διεξάγεται 28 Αυγούστου ως 7 Σεπτεμβρίου κι εμείς θα είμαστε εκεί σε όλη τη διάρκεια μεταφέροντες αντιδράσεις, εικόνες και συνεντεύξεις. Τη δροσιά του Aperol Spritz θα την κρατήσουμε όλη για τον εαυτό μας είναι ΟΚ, γιατί εδώ βράζει ο τόπος.

ADVERTISING
  • ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • top stories
  • 24MEDIA NETWORK

ΣΙΝΕΜΑ