Καταρίνα Φόλκμερ: «Είναι πακέτο η δουλειά στα τηλεφωνικά κέντρα. Γι’ αυτό ο κόσμος ταυτίζεται με το Wonderfuck»
Συναντήσαμε την πολυσυζητημένη συγγραφέα στο κέντρο της Αθήνας. Δεν μάσησε τα λόγια της ούτε για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Αν δεν ξέρεις να γράφεις από μόνος σου, γιατί θες να γίνεις συγγραφέας;
- 7 ΑΠΡ 2026
Λίγο πριν κλείσει τα 40 της και πέντε χρόνια μετά το λογοτεχνικό της ντεμπούτο η Γερμανίδα Καταρίνα Φόλκμερ, όντας στην Αθήνα για να δώσει το παρών ως ομιλήτρια στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας, θέλει εξαρχής να ξεκαθαρίσει κάτι σημαντικό γενικά για την ίδια ως συγγραφέα και ειδικά για το δεύτερο βιβλίο της, το πολυσυζητημένο Wonderfuck (μτφρ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, εκδ. Στερέωμα).
«Δεν θα έλεγα ότι πρόκειται για παρανόηση, αλλά κάποιοι πιστεύουν ότι είναι επί τούτου εμπρηστική η γλώσσα που χρησιμοποιώ» λέει στο OneMan. «Κι όμως η δουλειά σε τηλεφωνικό κέντρο, σε οποιαδήποτε χώρα, είναι από μόνη της “πακέτο”, γι’ αυτό έχει ταυτιστεί τόσος κόσμος με τους ήρωες του βιβλίου μου».
Μιλάει για τον Τζίμι, τον πρωταγωνιστή της, και τους συναδέλφους του σ’ ένα τηλεφωνικό κέντρο του Λονδίνου που απαντούν στα παράπονα τουριστών απ’ όλο τον κόσμο – από προβλήματα κρατήσεων μέχρι κρίσεις άγχους. Ωστόσο ειδικά ο Τζίμι δεν αρκείται απλά στο να προσπαθεί να βρει λύσεις ή έστω να καλμάρει τους δυσαρεστημένους πελάτες. Επιλέγει να εμπλακεί ενεργά στις φαντασιώσεις και στις αγωνίες τους, ενώ όταν οι κλήσεις ολοκληρώνονται συνήθως άδοξα, συνάπτει δυσλειτουργικές -ερωτικές και μη- σχέσεις με τους συναδέλφους του.
Με το Wonderfuck, όπως τονίζεται από τους Έλληνες εκδότες του, η Καταρίνα Φόλκμερ μάς μεταφέρει στα ενδότερα ενός εργασιακού μικρόκοσμου για να μιλήσει για τις πολλαπλές ταυτότητες, για τις καταστροφικές συνέπειες του μαζικού τουρισμού στο περιβάλλον, για τη μοναξιά της σύγχρονης μητρόπολης και τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες των απομονωμένων, απογοητευμένων κατοίκων της.
«Αν αυτό νοείται ως ζόρικο θέμα, τότε ναι, επιβεβαιώνω ότι ως συγγραφέας δεν έχω κανένα πρόβλημα να τοποθετώ την πλοκή των βιβλίων μου σε άβολες διαδρομές. Η έλλειψη βολής θεωρώ ότι είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα κατάσταση» λέει η Φόλκμερ, επισημαίνοντας ότι αυτό το vibe, αν θέλετε, είναι και ο μόνος συνδετικός κρίκος με το πρώτο της πόνημα, Στον γιατρό ή το εβραϊκό πουλί, (μτφρ. Δημήτρης Καρακίτσος, εκδ. Ποταμός), τον ξέφρενο κωμικό μονόλογο μιας νεαρής γυναίκας προς τον γυναικολόγο της, εκ μέρους μιας συγγραφέως που «αυτοσχεδιάζει γύρω από τη συλλογική ντροπή των Γερμανών, τα οικογενειακά μυστικά, το σεξ και πολλά άλλα, επιδεικνύοντας μια αδιαφορία για την ευπρέπεια αντάξια ενός Αλεξάντερ Πόρτνοϊ» (όπως The New York Times Book Review).
«Σίγουρα ήθελα το δεύτερο βιβλίο μου να είναι αλλιώτικο από το πρώτο. Θα ήταν πολύ εύκολο για μένα να γράψω άλλον ένα μονόλογο, αλλά δεν θα είχε ενδιαφέρον. Ήταν εξαρχής ζητούμενο για μένα η διαφοροποίηση στο είδος γραφής. Ναι, αν κατάγεσαι από τη Γερμανία ίσως ο κόσμος να περιμένει κάτι συγκεκριμένο από σένα ως συγγραφέα. Το παρελθόν μας είναι τέτοιο που είναι δύσκολο να του ξεφύγεις» λέει η Φόλκμερ και χαρακτηρίζει το σκεπτικό αυτών των προσδοκιών προβληματικό. «Παλεύω πολύ με όλο αυτό. Τώρα που το ξανασκέφτομαι ίσως γι’ αυτό τα πιο σκληρά πράγματα για τα βιβλία μου έχουν γραφτεί στη Γερμανία. Είναι όπως στις οικογένειες. Αν γράψεις κάτι που αφορά τους συγγενείς σου, αυτοί θα είναι οι πιο αβυσσαλέοι κριτές σου».
Ως μια συγγραφέα που μιλά χωρίς αιδώ για πολλαπλές ταυτότητες, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, για τη μοναξιά, την απομόνωση και τις απογοητεύσεις στις σύγχρονες μητροπόλεις, της λέω, σε σύστησαν στο κοινό οι ιθύνοντες του Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας. Με δικά σου λόγια ποια θα έλεγες ότι είναι τα ζητήματα που έχεις διαπραγματευτεί συγγραφικά μέχρι σήμερα; «Ισχύουν, υποθέτω, όλα αυτά που αναφέρεις. Όμως βρίσκω ακόμη πιο συναρπαστικό ότι κατά κανόνα γράφω χωρίς να έχω συνειδητοποιήσει ακριβώς το κεντρικό ζήτημα που με απασχολεί και με κινητοποιεί. Συνήθως πρέπει να περάσει καιρός. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία: γράφεις ένα βιβλίο, μιλάς γι’ αυτό με κόσμο και ξαφνικά, μετά από χρόνια, συνειδητοποιείς ότι μόνο εκ των υστέρων καταλαβαίνεις πραγματικά γιατί το έγραψες. Το βρίσκω συναρπαστικό όλο αυτό».
Δύο χρόνια μετά την έκδοση του Wonderfuck, η Φόλκμερ ξεχωρίζει ως πιο σημαντικό διαχρονικά για την ίδια το ζήτημα της σχέσης του ανθρώπου με το σώμα του. «Έχω περάσει δύσκολα με το δικό μου εξαιτίας μιας σοβαρής περίπτωσης ενδομητρίωσης, χρειάστηκε να κάνω δύο δύσκολες χειρουργικές επεμβάσεις. Νομίζω λοιπόν ότι το ζήτημα ενός σώματος που δεν λειτουργεί σωστά είναι κάτι πολύ γνώριμο και έντονο για μένα. Ο Τζίμι στο βιβλίο μου δεν έχει προφανώς ενδομητρίωση, κάποια από τα πράγματα που βιώνει όμως δεν διαφέρουν πολύ από αυτά που πέρασα εγώ.
Από εκεί και πέρα, το βιβλίο γράφτηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, δεν θα μπορούσε λοιπόν να λείπει από τις σελίδες του το αποπνικτικό κλίμα εκείνης της εποχής στο Λονδίνο» όπου η, γεννημένη στο Αμβούργο το 1987 και κάτοχος διδακτορικού από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στη Σύγχρονη Λογοτεχνία, ζει εδώ και πολλά χρόνια, έχοντας αφήσει πίσω τη γενέτειρα της πριν από 20. Σήμερα λέει στο OneMan ότι δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή που αποφάσισε ότι ήθελε να γίνει συγγραφέας – έστω, να προσπαθήσει. «Νομίζω ότι συνέβη οργανικά. Διάβαζα πολλά βιβλία και έγραφα ιστοριούλες από μικρό παιδί. Μπορώ να σου πω ότι κατάλαβα ότι έγινα συγγραφέας αφού είχε ήδη συμβεί».
Εννοεί όταν είδε ότι είχαν μαζευτεί πολλές γεμάτες σελίδες στον σκληρό της δίσκο; Ή όταν έπιασε στα χέρια της το πρώτο της βιβλίο; «Όταν εκδόθηκα πρώτη φορά. Εκείνο το βιβλίο ξεκίνησε σχεδόν χωρίς να το καταλάβω. Είχα γράψει ένα διήγημα, το έδειξα σε μερικούς ανθρώπους του χώρου, ανάμεσα στους οποίους και ο μετέπειτα Γάλλος επιμελητής μου. “Νομίζω ότι πρέπει να κάνεις κάτι με αυτό”, μου είπε. “Έλα, άσε τις βλακείες, το εννοείς;” του είπα. “Σοβαρά μιλάω”, μου είπε. Και είχε δίκιο. Τελικά το πρώτο μου βιβλίο είχε μεγάλη επιτυχία» λέει και επιλέγει με προσοχή τις επόμενες λέξεις της για να μην παρεξηγηθεί.
«Δεν σου κρύβω όμως ότι μερικές φορές μου λείπει η αίσθηση που είχα πριν εκδοθεί. Σε εκείνη τη φάση γράφεις μόνο για τον εαυτό σου, δεν σκέφτεσαι κανέναν άλλο, κανείς δεν έχει προσδοκίες από σένα και αυτό σου δίνει μια ανεκτίμητη αίσθηση ελευθερίας. Προσπαθώ μετά μανίας να διατηρήσω μέσα μου αυτό το συναίσθημα. Ούτως ή άλλως το να είσαι συγγραφέας είναι μια πολύ στρεσογόνα κατάσταση. Πόσο μάλλον όταν έχεις εκδότες, επιμελητές, αναγνώστες που περιμένουν να διαβάσουν το επόμενο βιβλίο σου. Χωρίς πλάκα, είναι ένα πολύ ανταγωνιστικό πεδίο και εγώ δεν θέλω να παίξω αυτό το παιχνίδι. Οι άλλοι συγγραφείς δεν είναι αντίπαλοι μου αν και η εκδοτική βιομηχανία μας αντιμετωπίζει σαν μονομάχους στην αρένα. Είναι πολύ βίαιο αυτό που συμβαίνει ειδικά με τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς. Ακόμη και αυτοί που χαιρετίζονται ως πολλά υποσχόμενοι, αν δεν κερδηθεί αμέσως το εμπορικό στοίχημα των εκδοτών, σταματάνε να ασχολούνται με τα βιβλία τους και περνάνε στον επόμενο».
Η Καταρίνα Φόλκμερ ξέρει για τι πράγμα μιλάει όταν μιλάει για τη συγγραφική αρένα. Αφενός γιατί θέλοντας και μη ως συγγραφέας είναι και αυτή «ριγμένη» εκεί. Αφετέρου γιατί -παράλληλα με τις δημοσιογραφικές συνεργασίες της με διάφορα έντυπα- εργάζεται ως λογοτεχνική πράκτορας σε εταιρεία συγγραφικών δικαιωμάτων. Εύλογα το OneMan θέλει να μάθει αν υπάρχει συγκρουσιακή ισορροπία ανάμεσα στις δύο ιδιότητές της. «Νιώθω ευλογημένη γιατί λόγω της δουλειάς μου ξέρω πώς να αποφύγω ορισμένες κακοτοπιές. Δεν είναι κακό να γνωρίζει ένας καλλιτέχνης τους μηχανισμούς της βιομηχανίας του και να μην υπογράφει για παράδειγμα άθλια συμβόλαια όπως βλέπω συνήθως να γίνεται για παράδειγμα στο χώρο των επιστημονικών συγγραμμάτων» λέει, χωρίς όμως να νιώθει ότι έχει κάποιο «προβάδισμα», ίσα ίσα που μπορεί να είναι ακόμη και υποσυνείδητα εκτεθειμένη σε ένα σημαντικό κίνδυνο: τον αποπροσανατολισμό της έμπνευσής της εξαιτίας της πρόσβασης εκ των πραγμάτων έχει σε «αυτά που θέλει η αγορά». «Λαμβάνουμε συχνά ενημερώσεις ότι το Netflix ψάχνει ένα βιβλίο γραμμένο στο τάδε στιλ για να το κάνει σειρά και μερικές φορές αστειεύομαι με φίλους και συναδέλφους ότι ίσως να έπρεπε να δοκιμάσω να γράψω κάτι στα γρήγορα. Τα μαθαίνεις όλα αυτά όταν δουλεύεις σε ένα λογοτεχνικό πρακτορείο. Αυτό έχει και τα καλά, όπως σου είπα, έχει όμως και τα κακά του. Δεν σου κρύβω ότι μερικές φορές σκέφτομαι ότι η άγνοια είναι ευτυχία».
«Η αίσθησή μου είναι ότι πολλοί συγγραφείς σήμερα φοβούνται τις αντιπαραθέσεις και μετριάζουν τον τόνο τους ενώ θα έπρεπε να κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Τώρα είναι η ώρα να κάνουμε περισσότερο θόρυβο»
Στην ευτυχία εξαιτίας ενός άλλου τύπου άγνοιας κινδύνου αποδίδει την απόφασή της να γράφει τα βιβλία της στα αγγλικά. «Προφανώς το να γράφεις σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική σου σου στερεί τη δυνατότητα να την κατέχεις απόλυτα, ταυτόχρονα όμως σου επιτρέπει να αφεθείς και να σταματήσεις να αγχώνεσαι με τις ώρες για τη χρήση ενός και μόνο επιθέτου. Νομίζω ότι είναι απελευθερωτικό. Εξάλλου είμαι σε ένα περίεργο γλωσσικό σταυροδρόμι επειδή λείπω από τη Γερμανία 20 χρόνια» λέει και χαρακτηρίζει ενδιαφέρουσα τη διετία των απανωτών απορρίψεων από τους Γερμανούς εκδότες του πρώτου της βιβλίου που αρχικά κυκλοφόρησε στο Ηνωμένο Βασίλειο, μέχρι τελικά να βρει τον δρόμο του στη γενέτειρά της.
Με τον αέρα της επιτυχίας του δεν χρειάστηκε καθόλου αναμονή για το δεύτερο. Κανένα από τα δύο όμως δεν μεταφράστηκε στα γερμανικά από την ίδια. «Δεν ξέρω, δεν το ένιωθα σωστό. Δεν είμαι και τόσο σίγουρη ότι θα τα κατάφερνα τόσο καλά όσο η Γερμανίδα μεταφράστριά μου. Θυμάμαι ότι διάβασα το πρώτο draft της μετάφρασης του Wonderfuck μέσα στο τρένο και έβαλα τα γέλια. Και μετά ένιωσα άσχημα που γελούσα με τα δικά μου αστεία. Αν και εδώ που τα λέμε όταν μεταφράζεται ένα βιβλίο, τα αστεία είναι σε μεγάλο βαθμό του ανθρώπου που το έχει μεταφράσει».
Με τα βιβλία της Φόλκμερ συμβαίνει και κάτι ακόμη ενδιαφέρον: Δεν έχουν σε όλες τις χώρες στις οποίες μεταφράζονται τον ίδιο τίτλο – πέρα, προφανώς, από τις όποιες διαφοροποιήσεις στο νόημα εξαιτίας της μετάφρασης. Μπορεί, για παράδειγμα, στην Ελλάδα το ντεμπούτο της να τιτλοφορείται Στον γιατρό ή Το εβραϊκό πουλί, σε άλλες χώρες όμως -και ανάλογα με τις κατά τόπους απαιτήσεις της πολιτικής ορθότητας- έχει επιλέγει η μία εκ των δύο φράσεων εκατέρωθεν του διαζευκτικού. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το δεύτερο βιβλίο της. Η Ελλάδα ανήκει στις χώρες όπου περνάει το εκδοτικό πάσο ο τίτλος Wonderfuck. Υπάρχουν και οι άλλες που προτιμούν για τίτλο τη φράση Calls May Be Recorded for Training and Monitoring Purposes (Οι κλήσεις ενδέχεται να καταγράφονται για σκοπούς εκπαίδευσης και ελέγχου).
Η Φόλκμερ τονίζει στο OneMan ότι έχει μάθει να είναι δεκτική σε τέτοιου τύπου προτάσεις των εκδοτών της ανά τον κόσμο γιατί «αυτοί ξέρουν καλύτερα τι αντέχει και δεν αντέχει η γλώσσα τους» και επισημαίνει ότι «ως συγγραφέας πρέπει να αντιλαμβάνεσαι ότι η ματιά του επιμελητή είναι απαραίτητη, ίσως πιο καθαρή από τη δική σου». Μέχρι εκεί ναι, είναι διατεθειμένη να βάλει νερό στο κρασί της. Μόνο μέχρι εκεί. «Νομίζω ότι πολλή σύγχρονη λογοτεχνία είναι -πώς να το πω κομψά;- εξημερωμένη. Η αίσθησή μου είναι ότι πολλοί συγγραφείς σήμερα φοβούνται τις αντιπαραθέσεις και μετριάζουν τον τόνο τους ενώ θα έπρεπε να κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Τώρα είναι η ώρα να κάνουμε περισσότερο θόρυβο». Και παρόλο που χαρακτηρίζει δύσκολη τη μάχη μεταξύ λογοτεχνικής και τηλεοπτικής μυθοπλασίας, δεν κρύβει την αισιοδοξία της.
«Παρατηρώ με ενδιαφέρον ότι οι νέοι άνθρωποι τείνουν να διαβάσουν περισσότερο. Ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Ναι, αυτό μπορεί να συμβαίνει εξαιτίας των social -BookTok κλπ- αλλά σημασία έχει ότι συμβαίνει. Χαίρομαι πολύ όταν βλέπω νέα παιδιά στις ουρές των βιβλιοπωλείων, ακόμη κι αν είναι πολύ πιθανό να βρίσκονται εκεί για να αγοράσουν ένα όχι και τόσο μεγάλης λογοτεχνικής αξίας βιβλίο επιστημονικής φαντασίας που είναι χοτ για ένα Σαββατοκύριακο. Το σημαντικό είναι ότι σε ορισμένους κύκλους η ανάγνωση έχει ξαναγίνει της μόδας. Ζούμε σε πολύ περίεργους καιρούς, ο χώρος και ο χρόνος που απαιτούνται για την ανάγνωση ενός βιβλίου στενεύει διαρκώς. Διαβάζοντας όμως επιτρέπεις στον εαυτό σου την ανοιχτότητα του πνεύματος».
Αισιόδοξη, τουλάχιστον συγκρατημένα, δηλώνει και ως προς τις τεκτονικές αλλαγές που προμηνύονται και στην λογοτεχνία εξαιτίας της τεχνητής νοημοσύνης. «Μου φαίνεται πολύ περίεργο που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν ως αναπόφευκτη την ισοπεδωτική επέλαση της ΤΝ στη λογοτεχνία. Καταρχάς είναι στο χέρι όσων γράφουμε: Εμείς θα αποφασίσουμε αν θα τη χρησιμοποιήσουμε ή όχι. Άσε που δεν είναι καν καλά αυτά που γράφει η ΤΝ – αν και στοιχηματίζω ότι θα γίνουν καλύτερα στο μέλλον».
-Καταρίνα, πες μου την αλήθεια: Έχεις μπει από περιέργεια στον πειρασμό να ζητήσεις από την ΤΝ να γράψει κάτι στο στιλ της Καταρίνα Φόλκμερ;
-Ούτε καν. Ξέρω να γράφω από μόνη μου. Στο πρακτορείο όπου εργάζομαι λαμβάνουμε πολλά χειρόγραφα που βγάζουν μάτι ότι είναι γραμμένα από την ΤΝ. Πραγματικά απορώ: Αν δεν ξέρεις να γράφεις, γιατί θες να βγάλεις βιβλία; Γιατί θες να γίνεις συγγραφέας;
Το μυθιστόρημα Wonderfuck της Καταρίνα Φόλκμερ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στερέωμα σε μετάφραση Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.