OPINIONS

Ο Ευθύμης ξεθάβει το τσεκούρι του πολέμου

Μια συνάντηση με τον Ευθύμη του σχολείου, του bmx, των TXC, των Α/Ε, της Εκδοχής Ε και των πολιτικών (απο)χρωματισμών. Μια συνέντευξη που κράτησε ώρες και κάλυψε σαράντα χρόνια.

Οι πρώτες κασέτες που έφερε ο αδερφός μου στο δωμάτιό μας, μια σπουργιτοφωλιά δέκα τετραγωνικών που χωρούσε μια κουκέτα, μια βιβλιοθήκη και τίποτε άλλο, ήταν το ‘Black Album’ των Metallica και το ‘Η Πόλις Εάλω’ των TXC. Για χρόνια, ράπαρα το “Κάντε χώρο για το μανιακό ριμαδόρο” πηγαίνοντας το πρωί προς το μπάνιο, το σχολείο, για μπάσκετ, για καφέ. Πηγαίνοντας οπουδήποτε. Το λέω ακόμα στο κεφάλι μου. Μετά τη ‘Γεύση του Μένους’, έχασα την επαφή με το γκρουπ, όχι γιατί με ενόχλησε η στροφή του Έσσεται Ήμαρ, αλλά γιατί χάθηκα με το χιπ χοπ.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, βρέθηκα να κάνω βόλτες στην πόλη κολλημένος στην ‘Εκδοχή Έψιλον’, τον πρώτο σόλο δίσκο του Ευθύμη, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο και αποτέλεσε -μετά την προτροπή ενός δικού μου ανθρώπου-λάτρη όλης της μουσικής πορείας του- μια υπέροχη αφορμή για να μιλήσουμε, παρότι τον θεωρούσα κομματάκι επιθετικό για τα μέτρα μου.

Τα είπαμε για περισσότερες από τρεις ώρες. Και τα είπαμε όλα. Απολογούμαι για το μέγεθος της συνέντευξης, αλλά δεν ξέρω να το κάνω αλλιώς.

Φωτογραφίες: Θοδωρής Μάρκου

~~~

Πίσω από το λαιμό του μπουκαλιού της κόκκινης μπύρας που έπινε ο Ευθύμης, υπήρχε η αναγραφή της τέλειας θερμοκρασίας για το σερβίρισμά της. Η ετικέτα είχε ένα ωραιότατο 8 μέσα σε ένα ποτήρι. “Θα πιεις καθόλου αλκοόλ;”, με ρώτησε ενώ ακουμπούσα για τελευταία φορά το μικρό, γυάλινο μπουκάλι της κόκα-κόλα στο τραπέζι. “Ναι, θα πιω μια σαν τη δικιά σου”, του είπα, αλλά στο δίλημμα ‘ζεστή ή κρύα;’, έδωσα τη λάθος απάντηση. “Κρύα”. Με το μεράκι χομπίστα ιδιοκτήτη μικρής, ανεξάρτητης ζυθοποιίας, ο Ευθύμης μού εξήγησε γιατί πίνει ζεστή τη μπύρα του. “Να, βλέπεις εδώ; Εδώ γράφει 8. Προτιμώ να την πιω στους 10-12 βαθμούς παρά στους 2. Η χαμηλή θερμοκρασία δεν επιτρέπει στη ζύμωση να γίνεται σωστά”, μου εξήγησε και άδειασε όλο το μπουκάλι του στο ποτήρι ώστε να κάνει αφρό “για να οξυγονώνεται η μπύρα”. Το τελετουργικό ήταν ενδιαφέρον και αναπάντεχο, αλλά όχι περισσότερο από την όρεξη του Ευθύμη να εξηγήσει, να μοιραστεί γνώση, να μου δείξει τον τρόπο του.

Η κρύα μπύρα μου έφτασε στο τραπέζι, την έβαλα στο ποτήρι σα γνωστός μπουνταλάς που κάνει αφρό όταν δεν θέλει να κάνει αφρό και το ανάποδο, και προειδοποίησα τον Ευθύμη ότι θα τον ρωτήσω πράγματα που μπορεί να μην περιμένει. Μου είπε ότι δεν έχει πρόβλημα και ότι του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του. Αποκλείεται να του αρέσει περισσότερο απ’ ό,τι αρέσει σε μένα να μιλάω για τον εαυτό μου, σκέφτηκα.

Index

Ι. O Ευθύμης μαθητής, ο Ευθύμης πριν τις ρίμες

ΙΙ. Ο Ευθύμης που ‘θελε να τους δει να τρέχουν

ΙΙΙ. Τα αρχαία ελληνικά και η παλιά προπαγάνδα

ΙV. Η Εκδοχή Ε

 

I. Ο Ευθύμης μαθητής, ο Ευθύμης πριν τις πρώτες ρίμες

“Εκείνο πάει για την γενιά μου, γι’ αυτούς κοντά στα σαράντα, για εκείνους που νομίζω πως γνωρίζω από πάντα. Που πριν δεκαετίες ξενυχτούσαμε μαζί σε πλατείες. Παιδιά από χίλιες γωνιές και συνοικίες είν’ η γενιά μου”, ‘Για τη Γενιά Μου’

Προειδοποιώντας τον Ευθύμη ότι θα ρωτήσω πράγματα που δεν περιμένει, στο μυαλό μου είχα ερωτήσεις για τα παιδικά του χρόνια. Δεν βρίσκω καμία καριέρα, τίτλο ή έργο τέχνης πιο σημαντικό από την περίοδο που χτίζεται ένας χαρακτήρας. Βρίσκω πολύ πιο αληθινά τα πράγματα όταν ο Ευθύμης ήταν ο Ευθύμης του Γ3 και όχι ο Ευθύμης των TXC. Πήγε σχολείο στην Αλσούπολη.

 

“Πριν αρχίσω να γράφω ρίμες, δεν με θυμάμαι καν. Ήμουν ένα παιδάκι που μπορούσε να περνάει τις τάξεις χωρίς να διαβάζει. Υπερκινητικός. Κατά τ’ άλλα, η ιστορία έχει δείξει ότι είμαι και κυκλοθυμικός. Τη μία ήμουν κλεισμένος στον εαυτό μου και την άλλη ήθελα να είμαι μέσα σε όλα. Δυσκολευόμουν να παρακολουθήσω μόνο και μόνο απ’ την ακινησία που σου επιβάλλει το σχολείο. Θυμάμαι ότι ένας καθηγητής με κορόιδευε, επειδή άλλαζα συνέχεια στάσεις στην καρέκλα. Δεν με χώραγε η τάξη”.

“Πάντα ήμουν ο δακτυλοδεικτούμενος της τάξης, ο άνθρωπος που δεν τον ενδιέφερε η άποψη των άλλων. Δεν ακολουθούσα τη μόδα όπως όλα τα πιτσιρίκια στο σχολείο. Το ντύσιμο και τα ακούσματα μου ήταν πάντα διαφορετικά.

“Όταν καβάλησα το πρώτο μου bmx στα 14, σταμάτησα να κάνω παρέα με τους συμμαθητές μου, γιατί το bmx απαιτούσε άλλα στέκια. Ενώ είχα πολύ καλές σχέσεις με τους φίλους μου απ’ το σχολείο (με αγαπούν και τους αγαπώ ακόμα), ανέπτυξα έναν κύκλο έξω από αυτό”.

 

“Μου άρεσε η Αρχιτεκτονική, αλλά δεν είχα ούτε τα χρήματα για να σπουδάσω έξω, ούτε την απαραίτητη πειθαρχία για να περάσω στο Μετσόβιο. Ήμουν μαθητής του 17 στην πρώτη γυμνασίου και κάθε χρονιά έπεφτα ένα βαθμό. Στην τρίτη λυκείου είχα φτάσει στο 12. Ειδικά τότε, δεν υπήρχε κάτι άλλο στη ζωή μου εκτός από το bmx”.

“Δεν είχα ιδέα τι θα κάνω μετά το σχολείο, ήξερα ότι είμαι άνθρωπος που βαριέται εύκολα και δεν με τραβούσε κανένα επάγγελμα. Μου άρεσαν τα μηχανολογικά και το γραμμικό σχέδιο. Καταλαβαίνεις ότι είμαι τύπος του δεξιού ημισφαιρίου του εγκεφάλου”.

“Δεν ξέρω πώς έγινα καλλιτέχνης. Με ξεπερνάει κι εμένα”.

“Τα ακούσματα που είχα πιτσιρικάς ήταν πολύ ελληνικό λαϊκό και ρεμπέτικο απ’ τις απαρχές του μέχρι το ’60-’70, επηρεασμένος κυρίως από την πλευρά της μάνας μου. Ο πατέρας μου ασχολήθηκε πολύ αργότερα με τα ρεμπέτικα, μέχρι τότε ήταν περισσότερο σε Ξυλούρη, Σαββόπουλο, Θεοδωράκη. Μεγάλωσα σε αριστερή οικογένεια. Η μεριά της μάνας μου είναι πρόσφυγες μεγαλωμένοι στο Χαλάνδρι και από εκεί έρχονται οι ανατολικότροπες μουσικές, τα σμυρνέικα, τα ρεμπέτικα. Η μητέρα της μητέρας μου έφερε και τα ακούσματα και τις μαγειρικές και ιστορίες απ’ το αρμένικο το σόι, ήταν 100% Αρμένισσα. Η πλευρά του πατέρα μου κατάγεται από το Αιγαίο γενικότερα. Οι γονείς του ήταν πολύ κλειστοί άνθρωποι, του προγράμματος ή τουλάχιστον έτσι τους γνώρισα εγώ”.

 

“Ο πατέρας μου, παρότι οικοδόμος, είχε πολύ μεγάλη, κυρίως αριστερή βιβλιοθήκη, που περιελάμβανε από Μαρξ και Ένγκελς μέχρι Παπαδιαμάντη, Λουντέμη, Ελύτη, Καζαντζάκη και Διδώ Σωτηρίου. Στο σπίτι μου έμαθα να διαβάζω, ο πατέρας μου ήταν μονίμως με ένα βιβλίο στο χέρι. Οι πιο έντονες εικόνες που έχω από μικρός είναι από τη Διδώ Σωτηρίου. Πλέον, με το πέρασμα του χρόνου μπορώ να κατανοήσω τον Καζαντζάκη, γιατί τότε μου φαινόταν πολύ βαρύς. Απ’ την άλλη, τον Λουντέμη δεν τον έχω συμπαθήσει ακόμα”.

“Τα αρχαία τα έπιασα αργότερα, αν και στο λύκειο κατάλαβα ότι παρότι δεν πρόσεχα, μάθαινα πολύ εύκολα την ορθογραφία και τη γραμματική τους. Το δεξιό μέρος του εγκεφάλου που λέγαμε”.

II. Ο Ευθύμης που ‘θελε να τους δει να τρέχουν

“Σ’ αυτούς που νόμιζαν πως ήμουνα δικός τους, ε, δώσ’ τους χαιρετίσματα, πως θα με βρουν εμπρός τους. Κι αν δεν κατάλαβες για ποιους το εννοώ, αυτό είν’ το θέμα. Δεν είμαι ούτ’ από ‘κεί ούτ’ από δω”, ’40’

Οι Terror X Crew γνωρίστηκαν σε πολύ καλή ηλικία για να γίνουν φίλοι. Ο Ευθύμης ήταν 18, ο Αρτέμης 16 και ο dj Alx 17. “Ήμασταν σε ηλικία που έχεις το χαβαλέ στο κεφάλι σου και που όποιος κάνει τον ίδιο χαβαλέ με σένα μπορεί να θεωρηθεί φίλος”. Το 1992 ήταν όλα ώριμα για να ξεκινήσουν. Με τον Αρτέμη έγιναν πρώτα συνεργάτες και μετά φίλοι. Πέρασαν τρία χρόνια από τη σύσταση του γκρουπ μέχρι την πρώτη κυκλοφορία, το ομώνυμο EP τους.

 

“Μετά το σχολείο ασχολήθηκα μόνο με τους Terror X Crew. Γνώρισα τον Αρτέμη μέσω μιας παρέας bmxάδων που άκουγαν χιπ χοπ. Είχαμε μια σύντομη γνωριμία και πολλούς κοινούς γνωστούς και φίλους”.

“Ούτε εγώ, ούτε ο Αρτέμης ούτε ο dj Alx είπαμε ποτέ ότι ‘ξέρεις, η φάση είναι μόνο ραπ’. Ο Αρτέμης είχε και πολλά πανκ, χάρντκορ ακούσματα, Ο Alx ήταν πιο πολύ της ηλεκτρονικής και της μαύρικης, σόουλ, φανκ και τέτοια. Ο δεύτερος δίσκος που βγάλαμε ήταν καθαρά επηρεασμένος από φανκ γιατί εκείνη την εποχή ακούγαμε πάρα πολύ”.

“Η μαζική αποδοχή των TXC στο ξεκίνημά μας δεν είναι κάτι που περιμέναμε, ούτε ξέραμε πώς να διαχειριστούμε. Μπορεί να έγιναν λάθη και βιαστικές επιλογές συνεργατών από τη μουσική και πέρα (βλ. management, δισκογραφικές), αλλά το σίγουρο λάθος είναι ότι δεν πιστέψαμε τις δυνάμεις μας στην προώθηση, δηλαδή δεν αναλάβαμε 100% την κοπή και τη διαφήμιση του δίσκου παρακάμπτοντας τις εταιρίες. Οι εποχές ήταν δύσκολες, αλλά αν το είχαμε κάνει, θα θέταμε καλύτερες βάσεις για το σήμερα. Ίσως να υπήρχε μια ελληνική, φτασμένη ψηλά, εταιρία με αντικείμενο το ραπ. Ο Alx προσπάθησε για κάτι τέτοιο, αλλά δεν πιστεύω ότι οι ΖΝ ήταν αρκετά δυνατό χαρτί για να καταφέρει να κάνει την Ηχοκρατορία”.

 

“Νιώθαμε ότι λείπουν κάποιες ηθικές αξίες από τη σύγχρονη Ελλάδα, ότι ο Έλληνας είχε γίνει στα 90s ένας ‘γαμάω και δέρνω’, ένας νταβατζής. Επρόκειτο για έναν μιμητισμό ενός ευρωπαϊκού και αμερικάνικου τρόπου ζωής, έναν πιθηκισμό του δυτικού lifestyle και νιώσαμε ότι αυτό το πράγμα θέλει ένα restart”.

“Η στροφή ξεκίνησε όταν συνειδητοποιήσαμε ότι ο κόσμος παπαγαλίζει αυτά που λέμε και ότι καλό θα ήταν να μπορέσουμε να πούμε κάτι πιο διαχρονικό. Ήταν η εποχή που κατανοήσαμε ότι είναι αδιέξοδο να πολεμάς τους μπάτσους με σφεντόνες, μολότοφ και τέτοια. Τόσο αδιέξοδο που το κράτος το επιβραβεύει και θέλει να στρέφει τη νεολαία προς τα εκεί”.

“Όταν ζητήσαμε από το κοινό να στραφεί σε αξίες όπως η παιδεία στη διαχρονικότητά της και η αναζήτηση κάποιου πνευματισμού, μέσω στιχουργών, συγγραφέων και φιλοσόφων, τα media σταμάτησαν να μας στηρίζουν”.

“Έχουμε ξαναπεί ότι η αλλαγή στο ύφος μας έγινε πολύ απότομα. Το κοινό δεν κατάλαβε. Αν μετάνιωσα που βγάλαμε το ‘Έσσεται Ήμαρ’; Κατ’ αρχήν είναι ο καλύτερος δίσκος που έβγαλαν οι TXC. Παραγωγικά είναι πολύ καλύτερος απ’ τους άλλους. Στους δύο πρώτους δεν είχαμε δει ούτε στον ύπνο μας ότι μπορούμε να φτάσουμε σε τέτοιο νοηματικά επίπεδα. Επίσης, ο στίχος είναι πολύ πιο σωστά δουλεμένος τεχνικά. Ίσως μετανιώνω που το έκανα δυο χρόνια νωρίτερα απ’ όσο θα πρεπε, με την έννοια ότι από το μηδενιστικό και χαβαλετζίδικο ύφος που είχαμε ως TXC, έπρεπε πρώτα να περάσουμε κάποια ψήγματα φιλοσοφίας που είχαμε στα χέρια μας και αργότερα να δώσουμε τις πηγές αυτής της φιλοσοφίας. Ρίξαμε κατευθείαν τον κόσμο στις σπηλιές χωρίς να του έχουμε μάθει να κολυμπάει”.

 

“Με τον Αρτέμη είμαστε ακόμα φίλοι, βρισκόμαστε συχνά”.

“Μουσικά και από πλευράς εμπειριών ήταν πολύ πιο σημαντική η εποχή των Α/Ε, αλλά η παιδική αθωότητα των TXC δε συγκρίνεται. Είναι ηλικιακό νομίζω το θέμα”.

III. Τα αρχαία ελληνικά και η παλιά προπαγάνδα

“Απ’ όσα έχω μάθει έως τώρα ένα μόνο ξέρω, ότι τίποτα δεν ξέρω. Κι απ’ όσα έχω πάρει έως τώρα, ένα μόνο θέλω, όσο μεγαλώνω να μαθαίνω”, ‘Ξέρω’

Τον καιρό που οι TXC ήθελα να ‘τους δουν να τρέχουν’, ο Ευθύμης όντως κατέβαινε σε πορείες και όντως έπαιζε κυνηγητό με την αστυνομία. Η γλώσσα και το ύφος του Έσσεται Ήμαρ μπέρδεψε μεγάλο μέρος το κοινό του TXC και η απορία “πώς ένας αντιεξουσιαστής το γυρνάει  στα αρχαία ελληνικά και άρα την ακροδεξιά(;)” πήρε διαστάσεις αστικής επιδημίας.

 

“Ποτέ μες στη μουσική πορεία δεν ήμουν κάτι διαφορετικό από αυτό που τραγουδούσα. Αυτά που λέει στο ‘Να τους δω να τρέχουν’ δεν έχουν αλλάξει μέσα μου. Απλά κατάλαβα ότι είναι λίγο μάταιο αυτό το κυνηγητό με τους μπάτσους”.

 

“Μια προπαγάνδα που φάγαμε παλιότερα είναι το ότι να μελετάς την αρχαία ελληνική γραμματεία σε κάνει ακροδεξιό ή φασίστα. Αυτή είναι προπαγάνδα της χούντας και την έχουν φάει και οι ακροδεξιοί και οι ακροαριστεροί (αλλά ευτυχώς όχι όλοι). Μπορεί να υπάρχουν ακροδεξιοί που μελετάνε αρχαία, αλλά πιστεύω ότι είναι σταγόνα στον ωκεανό”.

“Πάντα ψηφίζω μικρά κόμματα του ίδιου πολιτικού χώρου, αλλά δεν θέλω να πω ποιου γιατί είναι σαν να δίνω διαπιστευτήρια. Ποτέ δεν θα ψήφιζα κόμματα εξουσίας, είτε ήταν δεξιά είτε αριστερά. Ψηφίζω πάντα μικρά κόμματα γιατί με ενδιαφέρει ο πλουραλισμός μέσα στη Βουλή. Είναι το πρώτο βήμα”.

“Το δεύτερο βήμα είναι η κατάργηση της αυτοδυναμίας ώστε οι κυβερνήσεις να παίρνουν όσο το δυνατό πιο κοινώς αποδεκτές αποφάσεις, και το τρίτο βήμα είναι η κατάργηση των κομμάτων. Ας υπάρχουν κόμματα ή οργανώσεις έξω από τη Βουλή. Δεν γίνεται οποιοσδήποτε ψηφίζει αυτοβούλως να αποπέμπεται από ένα κόμμα. Αυτό έπρεπε να απαγορεύεται δια ροπάλου. Αυτός ο οπαδισμός και αυτή η κοπαδοποίηση έπρεπε να φτάνει μέχρι το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων”.

“Πρέπει να καταργηθούν οι επαγγελματίες πολιτικοί”.

“Ο βουλευτής δεν πρέπει να εκτίει τετραετία. Η Βουλή θα πρέπει να αλλάζει κάθε χρόνο από καθημερινούς ανθρώπους όπως στην αρχαία Αθήνα. Με κλήρωση. Όπως με καλούν να υπηρετήσω στο στρατό, έτσι πρέπει να με καλέσουν για να κυβερνήσω αυτόν τον τόπο. Έτσι θα εξαφανιστεί ο επαγγελματίας πολιτικός που είναι η μεγάλη πληγή”.

“Ήδη ένα βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι ότι ο λαός έβαλε να δοκιμάσει κάποιους φρέσκους και έδιωξε επιτέλους αυτούς που ξέρουμε ότι λειτουργούν και νομοθετούν με γνώμονα το μεγάλο κεφάλαιο”.

 

“Με στεναχωρεί η οπτική ‘Αγαπάω την αρχαία Ελλάδα, άρα θα ψηφίσω Χρυσή Αυγή’. Είναι μπλέξιμο μεγάλο και προπαγάνδα που έχουν φάει όλοι. Έχω γνωρίσει αναρχικούς που παίζουν την αρχαία γραμματεία στα δάχτυλα. Αν θες να θεωρείς τον εαυτό σου διαβασμένο, όπως διαβάζεις τους μεγάλους αναθεωρητές της φιλοσοφίας μετά το Διαφωτισμό, πρέπει να πιάσεις και τους εδραιωτές της”.

“Έρχονταν πολλοί πριν τις εκλογές και μου έλεγαν ‘Τι γίνεται Ευθύμη, θα ψηφίσουμε Χρυσή Αυγή’; Προφανώς τους έλεγα όχι, εσύ τι λες δηλαδή; Τους ξέρουμε από το ’92, δε σημαίνει ότι επειδή αυτό το πράγμα ντύθηκε με ένα μανδύα πατριωτικό και αρχαιοελληνικό δεν καταλαβαίνεις τι κρύβεις από κάτω. Το πρόβλημα είναι ότι συγχέεται η εικόνα τους με αυτό που πραγματικά είναι”.

 

“Η Ελλάδα έχει να κάνει με την Αντιγόνη που αντιτάσσεται στην επιβολή της εξουσίας, με το Σωκράτη που πιστεύει στα λεγόμενα ακόμα και όταν ξέρει ότι θα πεθάνει εξαιτίας τους, με το Λεωνίδα που θα αντισταθεί στον ολοκληρωτισμό με ό,τι έχει μπροστά σε βέβαιο θάνατο”.

“Δεν έχουμε μόνο μισό εκατομμύριο φασίστες. Μπορεί ο άλλος να το παίζει αντιεξουσιαστής, αλλά να σε δέρνει και να σε καίει επειδή δεν υποστηρίζετε την ίδια ομάδα. Δε θέλω να χρησιμοποιώ τη λέξη φασισμός γιατί είναι μια πολιτική έκφανση μιας ανθρώπινης αδυναμίας, της αδυναμίας να συμβιώσεις με τον άλλο. Αυτό μπορεί να σου βγει στην πολιτική, στο δρόμο, στο γήπεδο. Το ότι όλοι αυτοί γύρισαν σε ένα ακροδεξιό κόμμα, δεν αλλάζει την κοινωνία σαν κοινωνία. Τους κάνει πιο επικίνδυνους, αλλά δεν σημαίνει ότι αυτή η ασθένεια της κοινωνίας θα γιατρευτεί αν εξαφανιστεί η Χ.Α.”.

IV. Η Εκδοχή Ε και ο Ευθύμης που επιστρέφει οργισμένος

“Και ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, εφτά, οχτώ, εννέα, δέκα χρόνια βρίσκομαι μπροστά, με τον πύρινο λόγο που τσακίζει οστά και ξανά προς τη δόξα τραβά. Δεν με μέλει αν με κυττάνε στραβά, αρκεί να λένε και να γράφουν τ’ όνομά μου σωστά. Είναι το κίνημα γεμάτο από δικά μου παιδιά. Ό,τι και να ‘σαι, να το ξέρεις καλά: Δεν μ’ αγγίζεις”, ‘Δε Μ’ Αγγίζεις’

Πρέπει να άκουσα πάνω από δεκαπέντε φορές την Εκδοχή Έψιλον, από την αρχή μέχρι το τέλος. Για μένα, η ‘Φυλακή’ και το ‘Έπος και Έργον’ είναι τα δύο μυδραλιοβόλα του δίσκου, αλλά με τον Ευθύμη συμφωνούμε κατά το ήμισυ. Του εξηγώ πως το πρώτο (και το δεύτερο) πράγμα που με κατακλύζει ακούγοντας τον δίσκο είναι η οργή του. Η φωναχτή δήλωση ‘είμαι εδώ και δεν θα μου γλιτώσει κανείς’. Το ραπάρισμα ότι ανοίγει πόλεμο. Με τους πάντες. Το ξεκαθάρισμα ότι δεν τον αγγίζει κανείς. Η αγριάδα.

 

“Αγριάδα, έ; (σ.σ. γελάει) Είναι αρκετά έτσι, αλλά όχι ακριβώς έτσι. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι εφόσον εξακολουθώ να το κάνω καλά, θα το κάνω κι ας λένε οι άλλοι ότι είμαι ξεπερασμένος ή οτιδήποτε. Δεν με ενδιαφέρει. Οργή υπήρχε ανέκαθεν στο ραπ μου και γενικά καλό είναι να έχεις κάποιο κίνητρο για να πεις αυτά που θες”.

“Το ‘Δε Μ’Αγγίζεις’ έχει ένα πολύ μεγάλο κοινωνικό μήνυμα μέσα σε τέσσερις στίχους. Μπορεί στο μεγαλύτερο μέρος του να είναι ένας αυτάρεσκος στιχουργικός αυνανισμός, αλλά για να φτάσεις να πεις ‘δε μ’ αγγίζεις’, έχεις περάσει από το ‘Πολλοί θα πουν ότι καβάλησα καλάμι, μα όποιος το πει, το νόημα το χάνει, είναι πόνημα ζωής που έχω φτάσει, γυάλα ηρεμίας έχω φτιάξει, γι’ αυτό δε μ’ αγγίζεις’. Στην ουσία αυτό που λέω είναι ότι δεν σ’ αφήνω να μ’ αγγίξεις”.

“Θέλω την κόντρα μέσα στο ραπ, γιατί το ραπ που ξέρω και αγαπάω δεν ταιριάζει με το ραπ που κυκλοφορεί τριγύρω. Θεωρώ κάποιους πολύ υποτονικούς, μαστουρωμένους, μεμψίμοιρους, εγωιστές ή σταρχιδιστές και κάποιους άλλους πολύ πολιτικά προσηλωμένους και φερέφωνα ιδεολογιών. Υπάρχουν και οι καλοί φυσικά. Καλός είναι αυτός που ξέρει τις δυνάμεις του, έχει ψάξει μέσα του και δεν έχει αμετροέπεια. Ούτε γκανγκστεριλίκια από άτομα που δεν έχουν 5 ευρώ να πάρουν μια μπύρα απ’ το περίπτερο, ούτε χαϊλίκια τύπου χλιδή και γκόμενες από ανθρώπους σε ξέρω και με ξέρεις και είμαστε μες στα ίδια σκατά”.

“Έχω φτύσει αίμα για να λέω ότι θα δειχτώ. Όταν τα μισά τραγούδια λένε πόσο γαμάτος είμαι, προσπαθώ στα άλλα μισά να το υποστηρίξω αυτό”.

“Το low-bap είναι ένας δρόμος που δεν διάλεξα ούτε στο παρελθόν ούτε τώρα. Δεν μου ταιριάζει. Είναι σημαντικό κομμάτι της ελληνικής χιπ χοπ σκηνής. Ακόμα κι αν παλιότερα έχω δείξει ότι δεν το σέβομαι είναι μια ομάδα που παίζει στην ίδια κατηγορία. Σέβομαι τη δύναμη και την επιρροή που μπορεί να έχει στον κόσμο”.

“Είμαι σίγουρος ότι υπάρχει μια ανώτερη δύναμη που κινεί όλο το σύμπαν. Το γεγονός ότι έχω επιλέξει την ορθοδοξία είναι από ευκολία. Ένας χριστιανός που δεν εκκλησιάζεται και δεν κοινωνάει δεν μπορεί να δηλώσει ορθόδοξος”.

 

“Αν έκανα πιο πρόχειρα τη δουλειά ως μουσικός, μπορεί να έβγαζα κάποιο μεροκάματο. Επειδή θέλω τον καλό μου τον ηχολήπτη ή τους καλούς οργανοπαίχτες (που θέλω να παίρνουν ένα μεροκάματο όταν ασχολούνται με τη μουσική μου), δεν γίνεται να ζήσω από τη μουσική. Για κάνα δυο χρόνια στην αρχή, μπορούσα να έχω ένα μηνιάτικο μόνο απ’ αυτή”.

“Εδώ και 13 χρόνια δουλεύω ως περιβαλλοντολόγος μηχανικός και συνεργάζομαι με ένα τεχνικό γραφείο. Περιστασιακά, από τα 15 μέχρι σήμερα έχω δουλέψει στην οικοδομή ως μπογιατζής. Όταν προκύπτει μεροκάματο, πηγαίνω ακόμη”.

“Τα 40 είναι η καλύτερη ηλικία από πολλές απόψεις, ειδικά για κάποιον που δεν έχει παιδιά όπως εγώ. Τη σκέψη του θανάτου την έχω δουλέψει τόσο στο μυαλό μου, που είναι πια καλοδεχούμενος. Σε σχέση με τα δεινά που περνάμε καθημερινά αποκλείεται να είναι χειρότερος”.

 

“Άλλαξα κάνα δυο κομμάτια στο δίσκο μετά το θάνατό του. Το ‘Έπος και Έργον’ δεν έχει να κάνει με το θάνατο, αλλά με τη ζωή του Παύλου. Με το θάνατό του έχουν να κάνουν τα ‘Για τη Γενιά μου’ και ’40′”.

 

“Για μένα οι καλύτερες στιγμές του δίσκου είναι το ‘Χαλάζι’, το ‘Για τη Γενιά μου’ και το ‘Έπος και Έργον’. Σ’ αυτό το δίσκο με τέσσερα χρόνια δουλειάς, δεν βρίσκω λάθη”.

“Όλες οι αποφάσεις στη ζωή μου περιστρέφονται γύρω από το αν θα μπορώ να είμαι μάχιμος και ικανός να γράφω στίχους και να ραπάρω. Ο εγκέφαλος δουλεύει και αναζητά συνέχεια. Κατά καιρούς, βάζει μια ιδέα κάτω. Όταν μαζευτούν αυτές οι ιδέες, βγάζει ένα άλμπουμ. Δεν βλέπω καν το επόμενο άλμπουμ. Έχω 2-3 κομμάτια στα σκαριά, αλλά δεν το βλέπω καν”.

“Ποτέ δεν είμαι ευχαριστημένος. Κάθε μέρα είναι αιτία να δώσεις μια καινούργια μάχη. Η πέτρα, άμα δεν κυλάει, θα χορταριάσει. Μου περνάει από το μυαλό το αν και κατά πόσο θα μπορούσα να τα έχω κάνει όλα καλύτερα. Αν για κάτι μετανιώνω είναι η φόρα με την οποία ρίχναμε κόσμο στα οδοφράγματα όταν ήμασταν 18, αλλά και πάλι δεν μπορώ να μετανιώσω που δεν είχα στα 18 τη γνώση που έχω τώρα”.

“Το Έψιλον είναι ένα παρατσούκλι που έχω από το ’97. Είχα ένα φίλο που με φώναζε Θύμιο και του έλεγα ΕΥ-θύμης. Σε κάποια φάση όταν με φώναζε Θύμιο, του έλεγα σκέτο Ε, αλλά επειδή το σκέτο Ε δεν ακουγόταν καλά, άρχισε να με φωνάζει Έψιλον. Πραγματικά με πείραζε που έλειπε το ‘ευ’ απ’ το όνομά μου. Ήθελα να με φωνάζουν Ευθύμη γιατί αυτό το ‘ευ’ ήθελα να εκπροσωπώ. Ευθύμης, πάντα ευθύς και πάντα εύθυμος”.

~~~

Όταν έκλεισα το recorder, ο Ευθύμης μού είπε ότι το πρωί έκανε μια μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τη λειτουργία ενός λατομείου σχιστολιθικών πλακών. Ότι ο μεγάλος του έρωτας είναι το σνόουμπορντ και ότι τελικά είναι πολύ καλύτερος σνοουμπορντάς απ’ ό,τι bmxάς. Μετά, σηκώθηκε για κάνα πεντάλεπτο και επέστρεψε με δύο σφηνάκια ρούμι. “Λοιπόν, άκου πώς πάει η τεχνική. Βρέχεις τα χείλη σου με το ρούμι και μετά…”.

Καθώς γυρνούσα σπίτι με τα πόδια, ημι-ζαλισμένος από τις μπύρες και τις εικόνες της ζωής του Ευθύμη, έπιασα στη δεξιά τσέπη του παντελονιού την κασέτα του ‘Η Πόλις Εάλω’.

H ‘Εκδοχή Έψιλον’ κυκλοφορεί από την Chicken Run Records.

Η συνέντευξη αναδημοσιεύεται ενόψει της αυριανής συναυλίας του Ευθύμη, ‘Ευθύμης Live in Athens‘, στο Methodia Art Multispace.