ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Νίκος Κολιούκος θέλει τον Γιάννη Τσορτέκη σε κάθε ταινία του

Ο γνωστός ηθοποιός πρωταγωνιστεί στο βραβευμένο σκηνοθετικό ντεμπούτο του 27χρονου, τη μικρού μήκους ταινία Το Χάος που άφησε πίσω της, που ετοιμάζεται για τη διεθνή την πρεμιέρα στις Κάννες. Πριν ταξιδέψουν μαζί στην Κρουαζέτ, ήπιαμε έναν καφέ στα Εξάρχεια.

Ο Γιάννης Τσορτέκης έχει ζήσει για πολλά χρόνια στα Εξάρχεια. Τα έχει μέσα στην καρδιά του όπως μου είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξη που είχαμε κάνει. Ο Νίκος Κολιούκος μένει εδώ και περίπου ένα χρόνο και κάτι στην περιοχή. Όσο καιρό δηλαδή ζει στην Αθήνα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λιβαδειά και μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Είναι 27 χρονών και κάνει τώρα τα πρώτα του βήματα ως σκηνοθέτης στο σινεμά. 

Το ραντεβού μας λοιπόν στα Εξάρχεια ήταν κάπως καρμικό. Καρμική καταλαβαίνω ότι ήταν και η γνωριμία τους και ως εκ τούτου, η συνάντηση και η επαγγελματική τους συνεργασία, που εξελίχθηκε σε σχέση φιλίας και αμοιβαίας αγάπης και εκτίμησης. Δεν χρειάστηκε να μου το πουν – OK, μου το είπαν. Ήταν τα μάτια που χαμογελούσαν και τα χέρια που αγκάλιαζαν εκατέρωθεν, πολλές φορές κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας, που μιλούσαν από μόνα τους. 

Ο Νίκος Κολιούκος έφτιαξε (υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία) μία μικρού μήκους ταινία Το Χάος που άφησε πίσω της, στο πλαίσιο της διπλωματικής του εργασίας στο ΑΠΘ μαζί με τη συμφοιτήτριά του, τότε, Αλεξάνδρα Ρίμπα (διεύθυνση φωτογραφίας), στο πλαίσιο της πτυχιακής της εργασίας. Είναι δηλαδή η ταινία με την οποία αποφοίτησαν από τη σχολή τους και ταυτόχρονα, εκείνη με την οποία βγήκαν έξω στην αγορά και συστήθηκαν στο κοινό. 

Πρωταγωνιστές είναι ο Γιάννης Τσορτέκης και η Μαρίνα Σιώτου στους ρόλους του πατέρα και της κόρης. 

Τα γυρίσματα έγιναν τον Σεπτέμβριο του 2022 στη Θεσσαλονίκη και Ιερισσό της Χαλκιδικής και διήρκησαν 10 ημέρες. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, η ταινία έκανε την ελληνική της πρεμιέρα στο Σπουδαστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Δράμας, αποσπώντας τα Βραβεία Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας (για τη Σιώτου). 

Τώρα, ετοιμάζεται για ένα ακόμα μεγαλύτερο Φεστιβάλ και για μία ακόμα μεγαλύτερη διάκριση: θα πραγματοποιήσει τη διεθνή της πρεμιέρα στο Επίσημο Διαγωνιστικό Σπουδαστικό Τμήμα LΑ CINEF του 77ου Φεστιβάλ των Καννών, ανάμεσα σε 17 ακόμα επιλεγμένες ταινίες νέων υποσχόμενων δημιουργών από όλο τον κόσμο. Η προβολή της θα γίνει μεθαύριο, Τετάρτη 22 Μαΐου και η απονομή του βραβείου στον μεγάλο νικητή της κατηγορίας μία ημέρα μετά, στις 23 του μήνα. Να σημειωθεί ότι Το Χάος που Άφησε Πίσω της είναι μόλις η δεύτερη ελληνική ταινία στην ιστορία της LA CINEF, 23 χρόνια μετά Τα Μάτια που Τρώνε του Σύλλα Τζουμέρκα το 2001.

Τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο, ο Νίκος και ο Γιάννης είναι ήδη στις Κάννες – ίσως, να περπατούν σε κάποιο κόκκινο χαλί «ντυμένοι κονιόρδοι» και να κάνουν πλάκα «με την one in a lifetime εμπειρία» που ζουν μαζί για πρώτη φορά. Λίγο πριν ταξιδέψουν στην Κρουαζέτ, ήπιαμε έναν καφέ στα αγαπημένα τους Εξάρχεια. 

Νίκο, πώς ξεκίνησε η ιδέα για τη δημιουργία του Χάος που Άφησε Πίσω της;

Ν.Κ.: Από μία εικόνα που φαντάστηκα, ακούγοντας το (You’re The) Devil in Disguise του Elvis Presley. Γενικά, όταν γράφω ακούω μουσική, γιατί μου γεννά εικόνες, οι οποίες με τη σειρά τους γεννούν ιστορίες. Μου ήρθε στο μυαλό λοιπόν η εικόνα ενός άντρα και μίας γυναίκας να χορεύουν. Δεν ήταν όμως ερωτικοί σύντροφοι, αλλά κάτι άλλο. Ίσως, ένας πατέρας με την κόρη του. Αγκαλιασμένοι χόρευαν σαν να είχε συμβεί μεταξύ τους κάτι πολύ έντονο και βαρύ, που δεν μπορούσαν να το λύσουν με κάτι άλλο πέραν από τον χορό. Ένας χορός που έμοιαζε με συγγνώμη ή με αποχαιρετισμό. 

Αυτό ήταν το έναυσμα και μετά άρχισα να χτίζω τους χαρακτήρες, τη σχέση τους, όλοι τους την προϊστορία. 

Και έφτασες στην τελική ιστορία, που είναι ποια; 

Ν.Κ.: Στην ταινία παρακολουθούμε την Άννα, που ζει με τον πατέρα της, ο οποίος είναι η μόνη της οικογένεια και αντιμετωπίζει προβλήματα με το αλκοόλ. Θέλει να ταξιδέψει στο Παρίσι για να σπουδάσει εκεί μουσική. Του ανακοινώνει δύο μέρες πριν, ότι πρόκειται να φύγει και μετά από αυτό, ξεκινά η μεταξύ τους σύγκρουση. 

Είναι μία ιστορία για την αγάπη και την εξάρτηση, για το φως που υπάρχει μέσα στο σκοτάδι, για το πώς γίνεται κάποιον να τον αγαπάς πολύ και ταυτόχρονα, να σου είναι αναγκαίο να φύγεις μακριά του για να μπορέσεις να προχωρήσεις μπροστά.

Θα μπορούσε να είναι μία ιστορία δύο ερωτικών συντρόφων; 

Ν.Κ.: Ναι, θα μπορούσε, απλά πιστεύω ότι στη σχέση γονιού-παιδιού, πατέρα-κόρης είναι ακόμα πιο έντονη η σύνδεση. Εννοώ ότι στο μυαλό μου έναν ερωτικό σύντροφο μπορείς ίσως πιο εύκολα να τον αφήσεις πίσω απ’ ό,τι έναν γονιό, τουλάχιστον στην ηλικία της ηρωίδας μας, της Άννας, που είναι γύρω στα 25.

Αν και ακούγεται στενάχωρη σαν συνθήκη -τρέιλερ προκαλεί μία  έντονη συναισθηματική φόρτιση-, προανέφερες ότι έχει μέσα της φως.

Ν.Κ.: Έτσι, είναι γιατί αν το καλοσκεφτείς, η απόσταση που μπορεί να χρειαστεί να πάρεις από κάποιους ανθρώπους στη ζωή σου, δεν σημαίνει ντε και καλά ότι θα τους αποχωριστείς για πάντα. Γενικά, αντιλαμβάνομαι τους αποχαιρετισμούς σαν μία κατάσταση που προκαλεί πόνο και λύπη, αλλά ταυτόχρονα, και σαν ένα πάρτι. Μία στιγμή που δεν μπορείς να εγγυηθείς ότι θα είναι πράγματι η τελευταία, αλλά τη βιώνεις ως τέτοια με όλη την ένταση και την ευφορία της στιγμής. 

Υπάρχει το βιωματικό στοιχείο στην ιστορία που έγραψες;

Ν.Κ.: Θα ήταν ψέμα να πω «όχι». Ο αποχαιρετισμός από έναν άνθρωπο που αγαπάμε είναι κάτι το οποίο λίγο-πολύ όλοι το έχουμε βιώσει ή θα το βιώσουμε. Το έχω βιώσει κι εγώ με όλη την ένταση, την απόγνωση, με το φως και με το σκοτάδι να συνυπάρχουν.

Γιατί βάπτισες την ταινία Το Χάος που Άφησε Πίσω της; 

Ν.Κ.: Ήθελα ο τίτλος να δίνει μία υπόσχεση, που δεν ξέρεις όμως αν θα τηρηθεί απαραίτητα – καθ’ όλη τη διάρκεια δηλαδή διακυβεύεται αν θα φύγει ή δεν θα φύγει η Άννα. Υπάρχει όμως ένα δεδομένο: ξεκινάει ο θεατής από μία αφετηρία ότι η Άννα μάλλον στο τέλος θα φύγει, γιατί αυτή την εντύπωση του δίνει ο τίτλος. Ήθελα αυτό να είναι κάπως λυμένο ώστε να απασχολείται με το τι θα συμβεί στο μέλλον, αλλά με το τι συμβαίνει τώρα μεταξύ των δύο ηρώων μπροστά στα μάτια του.

Γιάννη, θα μπεις στην κουβέντα; 

Γ.Τσ: (γελάει) Αυτό περιμένω τόση ώρα. 

Ν.Κ.: Ξέρεις, είναι η πρώτη φορά που δίνουμε μαζί συνέντευξη. Όσες έχω δώσει μέχρι στιγμής είναι είτε μόνος μου, είτε με άλλους συντελεστές της ταινίας.

Πώς προέκυψε λοιπόν η συνεργασία με τον Νίκο; 

Γ.Τσ.: Ήμουν σε γύρισμα για την ταινία που κάναμε τότε με τον Αντώνη Τσώνη, μία ελληνοαυστραλή παραγωγή, το Brando With A Glass Eye, όταν χτύπησε το κινητό μου. “Καλησπέρα, με λένε Νίκο. Ετοιμάζω τη σπουδαστική μου ταινία και ήθελα να σας στείλω με email να διαβάσετε ένα σενάριο να μου πείτε αν σας ενδιαφέρει να παίξετε τον έναν από τους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους”, μου είπε. Μία που μου έστειλε την ιστορία, μία που τη διάβασα αμέσως και ενθουσιάστηκα. Επειδή μου άρεσε πολύ με έπιασε μία αγωνία, σαν αυτή του πρωτάρη, μην καθυστερήσω να του απαντήσω και θεωρήσει ότι δεν θέλω να το κάνω και πάρει άλλον για τον ρόλο. Νίκο, αυτό δεν στο είχα πει ποτέ. 

Ν.Κ.: Ρε συ, Γιάννη. Εγώ πάλι Χριστίνα, ήμουν έτοιμος για απόρριψη. Δεν πέρασε πολύ ώρα και με πήρε πίσω τηλέφωνο. Μου είπε ότι διάβασε το σενάριο και ότι θέλει να τα πούμε από κοντά. “Θέλετε αύριο; Μεθαύριο;”, του είπα. “Αύριο; Τώρα! Πες μου, σε πόση ώρα μπορείς;”. Ε, καταλαβαίνεις, τρελάθηκα από τη χαρά μου.

Γ.Τσ.: Ήπιαμε ένα καφέ και όλα μπήκαν στον δρόμο τους διαισθητικά και ενστικτωδώς. 

Ν.Κ.: Με τον Γιάννη συγκινήθηκα, γιατί ήταν ο μόνος -είχα στείλει το σενάριο και σε άλλους ηθοποιούς και σε καθηγητές μου από τη σχολή-, που είδε εξαρχής στον ρόλο του πατέρα της Άννας, του Δημήτρη, κάτι καλό. Τον συμπάθησε, τον αγάπησε, χωρίς να δικαιολογεί φυσικά τη συμπεριφορά του. 

Γ.Τσ.: Κατάλαβα ότι είχα να κάνω με έναν βαθύ χαρακτήρα με προβλήματα και προβληματικές καταστάσεις λόγω της συμπεριφοράς του – με έναν πολύ πονεμένο άνθρωπο. Είμαι μαθημένος και ασκημένος να μην απορρίπτω και να μην στιγματίζω περσόνες, που αν δεν σταθείς στο σύμπτωμά τους και να αφουγκραστείς από πού προέρχεται, δεν θα προχωρήσεις πουθενά αλλού. Θα μείνεις στο σύμπτωμα το οποίο θα το εγκρίνεις ή θα το απορρίψεις κατά το δοκούν της στιγμής σου και δεν έχει κανένα νόημα όλο αυτό. 

Ως σύμπτωμα εννοούμε από τη μία, τον εθισμό του στο αλκοόλ και από την άλλη, ότι στέκεται εμπόδιο στο να φύγει η κόρη του. 

Ν.Κ.: Ακριβώς. Είναι ένα σύνολο πραγμάτων που τον κάνουν να μην βλέπει νηφάλια τα πράγματα. Ο Δημήτρης γίνεται χειριστικός επειδή έχει ανάγκη από αγάπη. Ενώ θέλει το καλό της Άννας, αντιδρά εγωιστικά γιατί εκείνη τη στιγμή είναι αδύναμος να διαχειριστεί τον εαυτό του και βιώνει το να φύγει η κόρη του για να σπουδάσει στο εξωτερικό σαν προσωπική εγκατάλειψη, κάτι που δεν ισχύει. Θέλω να πω οι γονείς μπορεί να γίνουν χειριστικοί με καλή πρόθεση.

Γ.Τσ.: Μα και η χειρότερη κατάσταση από την καλύτερη πρόθεση θα ξεκινήσει. Ξεκινάει από την αγωνία των γονιών και στην ταινία, έχουμε έναν μπαμπά που αγωνία. Ακόμα και αυτός ο αδιανόητος βόθρος, που λέγεται Χαράλαμπος στο Maestro του Χριστόφορου Παπακαλιάτη από αγαθή πρόθεση απέναντι στις δικές του ηθικές αξίες κάνει ό,τι κάνει για τον γιο του. Προς Θεού, μην παρεξηγηθώ, δεν αγαθοποιώ τον συγκεκριμένο ήρωα. Είναι ένας εξαιρετικά βίαιος άνθρωπος. Ένας πατέρας-σατράπης, που το μόνο κοινό που έχει με τον Δημήτρη στην ταινία του Νίκου είναι η ιδιότητα του πατέρα. Βασικά, ο Δημήτρης δεν είναι πατέρας, είναι μπαμπάς.

Γιάννη, έχεις δύο παιδιά: μία κόρη -που παρεμπιπτόντως έπαιξε στην ταινία (σ.σ. η Αιμιλία Τσορτέκη υποδύεται την Άννα σε παιδική ηλικία) και ένα γιο. Πώς διαχειρίζεσαι αυτή την αγωνία;

Γ.Τσ.: Επειδή έχω ένα αγόρι και ένα κορίτσι, να σου πω ότι είναι πολύ διαφορετική η αγωνία μου για το αγόρι και πολύ διαφορετική για το κορίτσι. Αυτό που είναι όμως κοινό είναι ότι ο γονιός πρέπει να εμπιστεύεται τον τρόμο του, το πώς μπορεί να αφήσει το παιδί να κάνει το πρώτο βήμα μακριά από εκείνον κι αυτό πρέπει να γίνει σε πολύ μικρή ηλικία για να αποκτήσει αυτοπεποίθηση, αντιδραστικότητα και παρρησία το παιδί. Έχοντας ταυτόχρονα τη συνείδηση της αναφοράς ότι είναι ο γονιός πάντα πίσω παρόν. Μετά, το παιδί φεύγει ήσυχο και είναι και ο γονιός ήσυχος. 

Δηλαδή αυτό που θέλω να πω είναι ότι πρέπει να αφήσει ο γονιός το παιδί όταν είναι ακόμα στα σπάργανα να κάνει το βήμα, να πέσει και να ξανασηκωθεί. Αυτή η πτώση του παιδιού κάτω είναι η συντριβή του γονιού ότι το παιδί έφυγε. Αν αυτό ο γονιός δεν το ζήσει σε αυτή την πρώιμη ηλικία, όσο περνάει ο χρόνος θα γίνεται όλο και πιο αφόρητα δύσκολος αυτός ο απογαλακτισμός του γονιού από το παιδί, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται. 

Σε κάθε άλλη περίπτωση, μιλάμε για τραυματικά δεσίματα και εξαρτήσεις οι οποίες είναι καθαρά τραυματισμοί από εκείνη την περίοδο που το παιδί θα έπρεπε να είχε μία ελευθερία. Προς αυτή την κατεύθυνση προσπαθώ κι εγώ να κινούμε, γιατί δεν υπάρχει μπούσουλας. Πρέπει να ακούν και οι γονείς τα παιδιά, όχι μόνο τα παιδιά τους γονείς.

Ν.Κ.: Αυτά αγαπώ στον Γιάννη Τσορτέκη. Είναι ένας καλλιτέχνης που διαβάζει κάτω από τις λέξεις. Ήταν ο μόνος που δεν βρήκε τον Δημήτρη έναν αρνητικό χαρακτήρα. Που κατάλαβε από την πρώτη ανάγνωση ότι έχουμε να κάνουμε με μία ταινία που κρύβει άπλετο φως μέσα της.

Γ.Τσ.: Μία ταινία που μιλά για την αγάπη, θα συμπληρώσω. 

Η λειψή αγάπη που μπορεί να βίωσε ο Δημήτρης, όπως και κάθε άνθρωπος ως παιδί, τη στιγμή που έχει την ανάγκη να την προσφέρει απλόχερα, τον γονατίζει αυτή η έλλειψη. Δεν ξέρει με ποιον τρόπο να πει στην κόρη του, που είναι το πλέον μη δόκιμο πρόσωπο, ότι έχει ανάγκη από αγάπη. Ακόμα όμως και να του τη δώσει δεν θα μπορέσει ποτέ να καλύψει το κενό που είχε δημιουργηθεί μέσα του από τους δικούς του γονείς. 

Η ταινία μας είναι αυτή η αγωνία της απεριόριστης αγάπης που και ο ένας και ο άλλος έχουν ανάγκη και θέλουν να την επικοινωνήσουν μεταξύ τους -κι εκείνη πρέπει να φύγει και να κάνει τη ζωή της και εκείνος, να μείνει πίσω και να κάνει τη δική του-, αλλά είναι τα πλέον μη δόκιμα άτομα για να την προσφέρουν.

Πώς ήταν τα γυρίσματα; Καταλαβαίνω ότι υπήρξε ένα ωραίο μπλέξιμο φοιτητών, ανθρώπων με απειρία δηλαδή που προετοιμάζονται για να βγουν στην αγορά, με επαγγελματίες καλλιτέχνες.

Γ.Τσ.: Συνεργάστηκα με φοιτητές από το πρώτο εξάμηνο μέχρι το τελευταίο που ήταν ο Νίκος και η Αλεξάνδρα και η εμπειρία ήταν συγκλονιστική. Έβλεπα την άγνοια της τεχνογνωσίας, αλλά έβλεπα αυτή την ψυχή που είχαν όλοι τους κι την επικοινωνία που έχτιζαν μέσα στην ομάδα και δεν έχω λόγια. 

Ν.Κ.: Το γύρισμα ήταν ένας ζωντανός οργανισμός. Όλα ήταν υπό συζήτηση και μπορεί να έμοιαζε τις περισσότερες φορές σαν να μην ξέραμε τι κάναμε, αλλά θέλαμε να μπαίνουμε αυτοσχεδιαστικά στα πράγματα. 

Γ.Τσ.: Θα διαφωνήσω. Πότε δεν υπήρχε το ότι δεν ξέραμε τι κάνουμε. Ήταν εξαιρετικά προετοιμασμένοι οι πάντες, ασχέτως που δεν είχαν εμπειρία. 

Ν.Κ.: Είχα πει και στον Γιάννη πρώτη φορά το κάνουμε. Θέλουμε κατανόηση. 

Γ.Τσ.: Κι εγώ πρώτη φορά έπαιξα τον ρόλο που έπαιξα. Δεν σε καταλαβαίνω.

Είχε άγχος ο Νίκος και η ομάδα. Πολύ λογικό μου ακούγεται.

Ν.Κ.: Η απειρία μας φάνηκε πολύ στον χρόνο των γυρισμάτων. Υπήρχε μη αντίληψη του χρόνου. (γελάει)

Γ.Τσ.: (γελάει) Ναι, κάναμε απεριόριστες ώρες γύρισμα, γιατί κάναμε μεγάλες χρονικά παύσεις για να συζητήσουμε. Κι αυτό ήταν τόσο  όμορφο, γοητευτικό και τόσο αποτελεσματικό την ίδια στιγμή.

Κι όταν Νίκο έπρεπε να πεις στον Γιάννη, πάμε ξανά την τάδε σκηνή; 

Ν.Κ.: Είχα τέτοιο άγχος, ειδικά τις πρώτες μέρες, κι ενώ εκείνος ήταν σε φάση “Ναι, πες μου, θέλω να το κάνω σωστά”. Ήταν τόσο ανοιχτός, που δεν το πίστευα. 

Γ.Τσ.: Αυτό που θαυμάζω στον Νίκο είναι ότι παρά τον φόβο του πρωτάρη και παρά το γεγονός ότι είχε απέναντι του επαγγελματίες και όλο αυτό θα μπορούσε να τον ακυρώσει ως καλλιτέχνη και ως άνθρωπο, εκείνος εμπιστευόταν συνεχώς το ενστικτό του και εγώ με τη σειρά μου, τον εμπιστευόμουν ακριβώς γι’ αυτό.

Για να το κλείσω, από τον Νίκο πήρα αγάπη, στοργή και φροντίδα πάνω στη δουλειά. Το ίδιο και από τον καθένα ξεχωριστά προς όλους τους υπόλοιπους. 

Και τώρα, Κάννες. Πώς προέκυψε το να διαγωνίζεστε για βραβείο στο μεγαλύτερο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Ευρώπης; 

Ν.Κ.: Είχα στείλει την ταινία σε διάφορα φεστιβάλ, είπα δεν στέλνω και στις Κάννες και μου απάντησαν τελικά θετικά. Η επικεφαλής της κατηγορίας του σπουδαστικού στο μεταξύ είναι Ελληνίδα και μου είπε ότι περίμενε 20 και βάλε χρόνια για να μπει στη λίστα μία ελληνική ταινία μικρού μήκους. Ενθουσιάστηκε. 

Γ.Τσ.: Εγώ ενθουσιάζομαι με αυτό που συμβαίνει στον Νίκο και σε αυτά τα παιδιά. Το σκέφτηκα έτσι, το σκέφτηκα αλλιώς και ξέρεις κάτι ρε ‘συ; Είναι μία μοναδική εμπειρία να πάμε στις Κάννες -εγώ από τα βουνά έρχομαι, ποια κόκκινα χαλιά και να ντυθούμε κονιόρδοι με κοστούμια-, κανείς δεν μας χάρισε τίποτα. Ο Νίκος το κέρδισε πανάξια αυτό το εισιτήριο. Για εκείνον πηγαίνω στις Κάννες. Μας ήθελε δίπλα του, θα είμαστε δίπλα του. 

Ν.Κ.: Τι να πω για τον Γιάννη Τσορτέκη. 

Γ.Τσ.: Για μένα τίποτα. Για εσάς να πεις που τα κάνατε όλα μόνοι σας.

Εκεί θα πήγαινα τώρα την κουβέντα. Φαντάζομαι ότι Το Χάος που άφησε πίσω της είναι μία αυτοχρηματοδοτούμενη ταινία. 

Ν.Κ.: Ακριβώς και δυστυχώς. Τα έξοδα πληρώθηκαν από μένα, την Αλεξάνδρα και τους γονείς μας. Επίσης, ο Γιάννης και οι επαγγελματίες ηθοποιοί δεν πληρώθηκαν, δούλεψαν αφιλοκερδώς. Μόνο τα αεροπορικά τους εισιτήρια καλύψαμε. Οι σπουδαστικές ταινίες στην Ελλάδα δεν χρηματοδοτούνται και δεν μπορούν από κάπου να πάρουν χορηγία χρηματοδότηση. Το ΑΠΘ μας έδωσε μόνο κάποιον εξοπλισμό, που ωστόσο ήταν ελλιπής. 

Η συμμετοχή μας λοιπόν σε φεστιβάλ και οι διακρίσεις είναι οι διαπιστεύσεις που παίρνουμε τώρα σαν δημιουργοί για να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη κάποιων ανθρώπων να χρηματοδοτήσουν τις ταινίες μας, ώστε οι επόμενες δουλειές να γίνονται με αξιοπρεπείς όρους για όλους τους εμπλεκόμενους. Για να πληρώνονται οι άνθρωποι και να πληρώνονται σωστά. 

Γ.Τσ.: Νίκο, περιμένω να μου κάνεις την επόμενη πρόταση.

Ν.Κ.: Μακάρι, Γιάννη να παίξεις όχι μόνο στην επόμενη, αλλά και στη μεθεπόμενη και ούτω καθεξής.

Γ.Τσ.: Είμαι πολύ έτοιμος γι’ αυτό. 

***

Ο Νίκος Κολιούκος έχει δύο μικρούς μήκους ταινίες στα σκαριά: Το Θηρίο Που Περπατά Σαν Άνθρωπος (Open Borders), μια ταινία ενηλικίωσης για μία φυλή παιδιών που ζει στο δάσος, σε ένα δυστοπικό μέλλον όπου ο κόσμος μας έχει καταστραφεί και Amnesia (Homemade Films), ένα queer love story στη Θεσσαλονίκη των 80s. 

Ο Γιάννης Τσορτέκης θα περιοδεύσει το καλοκαίρι με τις Ικέτιδες σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη, σε συμπαραγωγή των Θεάτρου Τέχνης και του Νέου Κόσμου. Παράλληλα, θα συμμετέχει στην περφόρμανς What We Owe Democracy/Τι οφείλουμε στη Δημοκρατία, σε σκηνοθεσία Νίκου Διαμαντή και σε συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών με το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

***

Το Χάος που άφησε πίσω της

Ηθοποιοί: Μαρίνα Σιώτου, Γιάννης Τσορτέκης, Ελένη Καραγιώργη, Δανάη Σκιάδη, Μαρία Φιλίνη, Βασίλης Κανάκης, Αιμιλία Τσορτέκη.

Σενάριο, Σκηνοθεσία: Νίκος Κολιούκος

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Αλεξάνδρα Ρίμπα

Μοντάζ: Γιώργος Ζαφείρης

Πρωτότυπη Μουσική Σύνθεση / Sound Design: Πελαγία Χατζηνικήτα

Σκηνογραφία: Έλενα Κουτσού

Ενδυματολογία: Κωνσταντίνα Μαρδίκη

Costumer: Νέλλη Γόντικα

Μακιγιάζ: Βούλα Χουρτσίδου

Ηχοληψία: Μαρία Πασβάντη, Αγγελική Σαΐντ

Μίξη Ήχου: Κώστας Φυλακτίδης, Tone Studio

Color Correction: Δημήτρης Μανουσιάκης, Frenel Post Lab

Α’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Σίλβα Τσουμάνα

Line Producer: Στέφανος Ευαγγελόπουλος

Παραγωγή: Νίκος Κολιούκος, Αλεξάνδρα Ρίμπα, Πελαγία Χατζηνικήτα