ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Τάσος Τέλλογλου επιμένει να μπαίνει στα παπούτσια των άλλων

Ο Τάσος Τέλλογλου μιλά για τη δημοσιογραφία ως μια επίμονη προσπάθεια να μπεις «στα παπούτσια του άλλου» — είτε αυτός είναι εργάτης σε οικοδομή, οργανωμένος οπαδός ή κατηγορούμενος σε σκάνδαλο διαφθοράς.

Ο Τάσος Τέλλογλου εδώ και 40 χρόνια κάνει δημοσιογραφία στο πεζοδρόμιο. Αναζητά τα γεγονότα και μιλάει με όλους.

Στο νέο του βιβλίο Πατριδογνωσία: Ιστορίες ενός εμμονικού, περιγράφει μια δημοσιογραφική διαδρομή τεσσάρων δεκαετιών που βασίζεται στην εμμονή, την αμφιβολία και τη διαρκή ανάγκη να ακούσεις ακόμη και εκείνους που η κοινωνία θεωρεί «κακούς».

Τον συναντήσαμε στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης και επιχειρήσαμε να καταλάβουμε γιατί είναι εμμονικός, τι ομάδα είναι και αν τελικά είναι πιο δύσκολο να μάθεις κάτι ή να πείσεις το κοινό ότι είναι σημαντικό.

Το βιβλίο λειτουργεί ταυτόχρονα ως αναδρομή στη μεταπολιτευτική Ελλάδα και ως σχόλιο πάνω στα όρια της αλήθειας, της ηθικής και της ερευνητικής δημοσιογραφίας σήμερα.

Τάσος Τέλλογλου - Πατριδογνωσία
PUBLIC

Τάσος Τέλλογλου - Πατριδογνωσία

Ο Τάσος Τέλλογλου, γνωστός για τα ερευνητικά του ρεπορτάζ στην τηλεόραση και στον Τύπο, μας μεταφέρει στα παρασκήνια των αναζητήσεών του μέσα από ένα βιβλίο πολυεπίπεδο, όπου το προσωπικό στοιχείο συναντά το πολιτικό και η έρευνα διασταυρώνεται με τη μνήμη.
17,70 15,98
ΑΓΟΡΑΣΕ ΤΟ

Τι μάθατε δουλεύοντας στα εργοστάσια των βορείων προαστίων και στην οικοδομή που δεν σας το έμαθε το πανεπιστήμιο και δημοσιογραφία;

Ήταν μια εποχή που υπήρχε ένας ρομαντισμός σε σχέση με την εργατική τάξη. Η πραγματικότητα ήταν αρκετά πιο πεζή. Θυμάμαι το πρώτο εργοστάσιο που δούλευα λεγόταν Μπαρκό. Ήταν μεταξύ Μεταμόρφωσης και Νέας Ιωνίας και έφτιαχνε αυτές τις νιτσεράδες για τον στρατό. Η δουλειά μου ήταν πολύ βαρετή. Εγώ τότε ήμουν Κνίτης. Ήταν πολύ δύσκολο να επηρεάσεις τους εργάτες έχοντας μια ζωή που ήταν φανερό ότι ερχόταν απ’ έξω.

Στην οικοδομή τα πράγματα ήταν λίγο πιο δύσκολα. Εκεί έλεγες κάποια πράγματα στο κολατσιό, ήταν πιο συγκροτημένη η συνείδηση των εργατών, αλλά η ένταση της δουλειάς ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ήσουνα τόσο κουρασμένος που πραγματικά αυτό που ήθελες να κάνεις ήταν να αναπληρώσεις την εργατική σου δύναμη το βράδυ, για να πας στην άλλη μέρα να κάνεις το ίδιο.

Στη δουλειά σας άφησε κάτι; 

Φυσικά μου άφησε γιατί έβλεπα ότι είναι διαφορετικό πράγμα να μιλάς για την για την εργατική τάξη και διαφορετικό πράγμα είναι να είσαι μέσα στην εργατική τάξη. Πολλά από τα πράγματα ήταν φοβερά μπανάλ και τρομερά βαρετά. Γιατί αυτή η επανάληψη κάθε μέρα της ίδιας πραγματικότητας σε εξαντλεί, δηλαδή τους αφαιρεί δύναμη.


Είχα πάει σε έναν οστεοπαθητικό μετά από πάρα πολλά χρόνια, γιατί είχα πρόβλημα μεταξύ 6ου και 7ου σπονδύλου. Εγώ στην οικοδομή δούλεψα μόλις ένα χρόνο. ΜΟυ λέει η γιατρός: έκανες κάτι πολύ βαρύ πριν 20 χρόνια».

Θα πάω στο 1998. Μαύρο Κουτί. Είχατε μπει μέσα στη Θύρα 4 στο ΠΑΟΚ – Ολυμπιακός. 

Εγώ ήμουν Ολυμπιακός, αλλά έγινα ΠΑΟΚ στο 0-4 στο Καραϊσκάκη.

Ο ΠΑΟΚ έπαιζε πολύ πιο μοντέρνο ποδόσφαιρο. Εμείς, η γενιά του 70, ήμασταν όλοι φαν του Άγιαξ, του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου. Ο ΠΑΟΚ ήταν η μόνη ελληνική ομάδα που το ποδόσφαιρο που έπαιζε ήταν κοντά σε αυτό το ποδόσφαιρο. Εντάξει βέβαια, με τις ελληνικές ιδιομορφίες. Ο Φουντουκίδης δεν γινόταν ποτέ εξτρέμ!

Στη Θύρα 4 πώς μπήκατε;

Πήγα πρώτα στους Μακεδόνες, όπου ήταν εκείνος ο τυμπανιστής. Ένας τυμπανιστής γνωστός, διάσημος στη Θεσσαλονίκη. Πήγα στο σύνδεσμο μέσα και με συμπάθησε αυτός.

Η δουλειά πάντα στο ρεπορτάζ το δικό μας στηριζόταν σε αυτό που λέγαμε ότι βγαίνεις έξω και κάνεις σκάουτινγκ. Δεν γίνεται τίποτα τυχαία. Δεν πας σε εκείνη και λες γεια σας, ήρθα παιδιά, βάλτε μέσα. Δεν γίνονται αυτά. Αυτά γίνονται μόνο στα μυθιστορήματα.

Λοιπόν, πήγα την προηγούμενη μέρα, συστήθηκα. Κάναμε μια συζήτηση για τον ΠΑΟΚ. Τους είπα πως έγινα ΠΑΟΚ. Τους είπα γιατί θέλουμε να πάμε σε αυτόν τον αγώνα. Τους είπα και λίγο πατρικά ότι ελπίζω να συμπεριφερθείτε αύριο κόσμια. Από το ένα αυτί μπήκε, στο άλλο βγήκε.


Μετά πήγα μαζί τους στη Θύρα 4 όπου δεν μας πείραξε κανείς. Ήταν όλα καλά και κάποια στιγμή στο δεύτερο ημίχρονο αλλάξαμε θέσεις και πήγα στην εξέδρα των επισήμων.

Όταν δόθηκε λοιπόν το πέναλτι, θυμάμαι έναν γιατρό στο Διαβαλκανικό στο ΑΧΕΠΑ, όπου έπαιρνε ολόκληρο τον πάγκο και τον πέταγε στους προπονητές. Δηλαδή όταν έβλεπες ότι πλέον οι επίσημοι που ήταν ας πούμε οι πιο επώνυμοι άνθρωποι της Θεσσαλονίκης, συμπεριφέρονταν με αυτόν τον τρόπο, ήξερες ότι το γήπεδο θα καταστραφεί.

Επίσης αυτό που με έχει σοκάρει πάρα πολύ τότε και στις δύο πλευρές ήταν ήδη από τότε, από το 1998, πόσα ναρκωτικά υπήρχαν μέσα στο γήπεδο. Στην επιστροφή του πούλμαν του Ολυμπιακού, αφού πέσανε οι γλάστρες, οι πέτρες κλπ, βγήκαν τα πούλμαν και στη Λάρισα τους πιάσανε, τους κάνανε αυτόφωρο. Ήταν τίγκα το λεωφορείο.

Θα μείνω στο Μαύρο Κουτί και στο 1998. Ο Κώστας Κουκουμάκας μου είπε ότι η εκπομπή για τα λαθραία καύσιμα – στην οποία αναφέρστε στο βιβλίο σας – ήταν κάτι που τον έκανε να αποφασίσει να ακολουθήσει τη δημοσιογραφία.

Τα λαθραία καύσιμα, όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, συνδέονται με την ιστορία του πατέρα μου. Όταν ήρθα στο τελευταίο ταξίδι μαζί του στη Θεσσαλονίκη και πήγα στη ΔΕΗ, εμφανίστηκε αυτός ο κρατικός αξιωματούχος που περιγράφω στο βιβλίο και μου είπε την ιστορία για τα λαθραία καύσιμα. Η πρώτη αντίδραση, με τον φίλο μου τον Φίλιο Στάγκο ήταν μήπως είναι τρελός. Του λέω, άσε τα χαρτιά, θα τα δούμε και θα σου πούμε σε ένα δίμηνο. Σε 40 μέρες τα είχαμε διαβάσει και όντως από το τσεκάρισμα που είχαμε κάνει ήταν αλήθεια αυτά που έλεγε.

Ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη και εγκατασταθήκαμε σε ένα ξενοδοχείο στην Εγνατία. Ξεκινήσαμε από τους φορτηγατζήδες. Βρήκαμε τους πρώτους τρεις. Ο ένας μας είπε ότι θα μιλήσει, αλλά δεν ήθελε να δείξουμε το πρόσωπό του. Η συμφωνία ήταν πως ό, τι προκύψει από την άποψη των δικαστηρίων θα με έχει πάντα μάρτυρα.
Αυτό ήταν. Για δέκα χρόνια πηγαίναμε σε δίκες γι’ αυτήν την υπόθεση.

Σας άφησε κάτι; Θέλω να πω – δεν ξέρω αν το θεωρείτε – αλλά ήταν από τις μεγάλες αποκαλύψεις της εκπομπής.

Τώρα που τα βλέπω καταλαβαίνω ότι είχαμε άγνοια κινδύνου. Δηλαδή κάναμε πράγματα τρελά.
 
Άνοιγε ρωγμές όμως, σε επίπεδο του πώς κάνουμε ρεπορτάζ.

Δεν ξέρω αν κάποια πράγματα θα τα έκανα έτσι σήμερα. Οπωσδήποτε όμως νομίζω ότι ξεκαθάρισε αυτό το πράγμα, αν και υπήρχαν και κομμάτια του ρεπορτάζ τα οποία δεν μπορέσαμε να φτάσουμε.

Φτάσαμε μέχρι ένα σημείο. Μέχρι εκεί που μπορούσαμε να φτάσουμε.  Αυτή την αλήθεια που λέμε κάθε φορά στο ρεπορτάζ είναι η αλήθεια που μπορούμε να βρούμε.  Πολλές φορές μετά την τελεία ανακαλύπτουμε πράγματα που θα θέλαμε να τα έχουμε ανακαλύψει πιο πριν.
 
Ίσως η δημοσίευση βοηθά σε αυτό.

Βοηθάει το γεγονός ότι δεν αλλάζουμε μόνο εμείς μετά από ένα ρεπορτάζ που κάνουμε. Αλλάζουν και αυτοί που μας έχουν μιλήσει.

Πώς φτάνουμε να μην αντικαθιστούμε τους εισαγγελείς με τον τρόπο που κάνουμε τη δουλειά μας;

Εμείς δεν είμαστε εισαγγελείς. Δηλαδή για εμάς και ο ένοχος είναι πηγή. Από τη στιγμή που γίνεται πηγή μας – είναι μια βαριά κουβέντα – αλλά απέναντι στην πληροφορία, είμαστε ηθικά ουδέτεροι.

Με είχε φωνάξει ένας Θεσσαλονικιός εισαγγελέας που τον εκτιμώ πάρα πολύ και μου λέει πες μου τι έγινε και δεν θα σε ρωτήσω για το ποιος σου έδωσε την πληροφορία στο δικαστήριο.  Και μετά στο δικαστήριο δεν έκανε τίποτα άλλο. Με ρώταγε συνέχεια αυτό. Στο μεταξύ, αυτός που μου έδωσε την πληροφορία καθόταν από πίσω μου.  Ήταν η δίκη για τη Siemens.

Ο δικηγόρος ενός από τους κατηγορούμενους μας είπε ότι ο ένας υπουργός είχε πάρει 10 εκατομμύρια. Αυτό που δε μας είπε είναι ότι ένα στέλεχος της Siemens είχε πάρει 10 εκατομμύρια και έδωσε στον υπουργό μόνο τα 500.000.

Θα μου πείτε την ιστορία με τον Φλαμούρ και τον Γιάνναρη;

Θυμάμαι ότι ο Άγγελος ο Πετρόπουλος, ο οποίος ήταν ο τζούνιορ των Φακέλων, και έγινε μετά διευθυντής μου, μου είχε πει ότι πρέπει να κάνουμε αυτή την ιστορία. Δεν ήξερα τι ήταν ακόμα ανείπωτο, αλλά είχα μεγάλη εμπειρία από αλβανικές υποθέσεις.

Κάτσαμε πολύ καιρό στο Σχολάρι. Μας είπαν την υπόθεση με τον με το αφεντικό του Φλαμούρ. Αυτό που κάναμε, και δεν είχε γίνει μέχρι τότε, ήταν να πάμε να βρούμε την γυναίκα, που ήταν η πέτρα του σκανδάλου.


Γενικά, παρ’ όλο που δουλεύαμε στην τηλεόραση, χρησιμοποιούσαμε πολύ πρακτικές που εγώ είχα μάθει από τις εφημερίδες. Δεν με ενδιαφέρει αν θα εμφανιστείς. Με ενδιαφέρει να μου πεις τι έγινε.

Ο Γιάνναρης ήρθε μετά όταν γύριζε την ταινία του «Όμηρος». Καθίσαμε αρκετή ώρα, μιλήσαμε για αυτό το πράγμα. Τον είχε εξιτάρει το γεγονός ότι κακοποιήθηκε ο Φλαμούρ μέσα στη φυλακή.

Αυτό που συγκλόνισε εμένα ήταν ότι ο αδελφός του Φλαμούρ δεν είχε καμία τύψη για αυτό που είχε γίνει. Ήταν τελείως αμέτοχος. Ήταν σαν να αφορά έναν ξένο, έναν τρίτο, ενώ όλη η Αλβανία ήταν συγκινημένη, έγραφε λαϊκά τραγούδια υπέρ του. Για μένα αυτό ήταν το πιο συγκλονιστικό, και το γεγονός ότι η αστυνομία τότε δεν είχε κανέναν τρόπο να διαπραγματευτεί μαζί του.

Αυτή είναι η πατριδογνωσία της εποχής.

Ναι, αυτό είναι πολύ ωραίο που λέτε. Γιατί η πατριδογνωσία δεν είναι μια έννοια, μια φωτογραφία που βγάζεις και τελειώνει. Είναι μια έννοια μεταβαλλόμενη μέσα στο χρόνο. Αλλάζει. Μετά, ας πούμε, η αστυνομία απέκτησε διαπραγματευτές. Αν δείτε τώρα την ταινία που κυκλοφορεί, Η τελευταία κλήση, που αφορά την υπόθεση του Σορίν Ματέι, εκεί τα πράγματα ήταν λίγο καλύτερα.

Έχοντας δουλέψει τόσα χρόνια με το οργανωμένο έγκλημα, τι διαφορά βλέπετε ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα; Είναι διαφορετικές κλίμακες του ίδιου φαινομένου, ή παράγεται ένας διαφορετικός τύπος εξουσίας μέσα στο έγκλημα. 

Ανθρωπολογικά η Θεσσαλονίκη είναι διαφορετική. Καταρχήν είναι η πρωτεύουσα των προσφύγων. Είναι πιο φτωχή. Δηλαδή, όλες οι νόμιμες δουλειές υποαμείβονται – φαντάζομαι και οι παράνομες.

Αλλά η Θεσσαλονίκη επειδή είχε αυτή την εγγύτητα στα σύνορα, κάποια πράγματα είχαν μυθικές διαστάσεις, τουλάχιστον στην αρχή της πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού, και πιο συγκεκριμένα τα τσιγάρα, τα καύσιμα και τα αυτοκίνητα.

Είχα έναν φρουρό στην Αλβανία, τον Καίσαρα, ο οποίος είχε έρθει με μία κλεμμένη Φεράρι στο Νέο Ψυχικό. Καθίσαμε το 1997 σε μία καφετέρια του Νέου Ψυχικού και μου λέει: «αφεντικό, πώς θα γίνει να με βάλεις στα προογράμματα;».  Του λέω ποια είναι αυτά; «Αυτά τα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που βγάζουν όλοι οι Έλληνες λεφτά».

Στην υπόθεση των Τεμπών τι έχετε καταλάβει;

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάτι μεγάλο που δεν ξέρουμε. Υπάρχουν πολλά μικρά. Όπως τι έγινε αυτά τα 13 λεπτά μέχρι το τρακάρισμα, πού είναι οι επικοινωνίες εκείνης της νύχτας;  Δίνουμε μεγάλη σημασία στις συμβάσεις και στα φορτία και δε δίνουμε στο βασικό λόγο, στη ροή της κυκλοφορίας. Ο σταθμάρχης εκείνο το βράδυ, λόγω της βλάβης στο Παλαιοφάρσαλο, είχε να διαχειριστεί τα διπλάσια τρένα.

Υπάρχει ένα ατύχημα το 1972 στα Ορφανά. Ίδιο ατύχημα σε μονή γραμμή. Εκεί ένας από τους σταθμάρχες το παίρνει χαμπάρι ότι το έστειλε σε μονή γραμμή και παίρνει το αμάξι και το κυνηγάει από πίσω.  Από αυτήν την άποψη, τότε,  ήταν καλύτερα τα πράγματα, γιατί αυτός τουλάχιστον το κατάλαβε. Ο σιδηρόδρομος φτιάχτηκε για να διακινεί στρατιώτες και πυρομαχικά, σαν τμήμα της στρατιωτικής μηχανής. Από ένα σημείο και μετά όμως, κατάντησε καφενείο.

Γράφετε, για το πέρασμα σας από το ΚΚΕ, ότι όσο και να λες ότι προσπαθείς, εκείνο που μετράει είναι το αποτέλεσμα. Τι σας άφησε τελικά το ΚΚΕ ως σχολείο που κρατάτε μέχρι σήμερα μέσα στη δουλειά σας;

Ήμουν πολύ νέος τότε, αλλά ήταν η πρώτη ομάδα ανθρώπων στην οποία μπήκα και μετρούσε με το αποτέλεσμα αυτό που έκανες. Το ΚΚΕ μου άφησε μια πειθαρχία στο να οργανώνω τους στόχους της ημέρας. Αλλά σε σχέση με τους στόχους του ήταν πολύ προβληματική. Επίσης στο ΚΚΕ υπήρχε ένα μεγάλο πρόβλημα. Όταν βρεις κάτι το οποίο ανατρέπει την προηγούμενη υπόθεσή σου, δεν μπορούσες να αλλάξεις την υπόθεσή σου.

Το «εμμονικός», που βρίσκεται και στον υπότιτλο του βιβλίου, έχει κάποια σχέση με την πειθαρχία στο κόμμα;

Όχι. Το εμμονικός έχει σχέση περισσότερο με το ότι πρέπει να δώσεις μια οριστική απάντηση σε ένα ερώτημα που έχεις.  Είναι όπως ο σκύλος που δαγκώνει τη λαμαρίνα και δεν την αφήνει μέχρι να την πάρει.

Γιατί πολλές φορές στην έρευνα μας λένε – ας πούμε τώρα για τις υποκλοπές – «είστε εμμονικοί» ή «έχει κουράσει αυτή η έρευνα». Εμάς να δεις πώς μας έχει κουράσει. Αλλά αν δεν επιμείνεις, τότε δεν μπορείς να φτάσεις στην απάντηση. Οι χρόνοι στην ερευνητική δημοσιογραφία είναι διαφορετικοί.

Σήμερα, τι πιστεύετε ότι είναι πιο δυσκολο: να ανακαλύψετε κάτι ή να πείσετε την κοινωνία ότι έχει σημασία;

Το πρώτο. Το δεύτερο δεν είναι υποχρεωτικά δική μου δουλειά. Όταν ο Woodwar και ο Bernstein έκαναν την αποκάλυψη για το σκάνδαλο Watergate, ο Nixon μετά πήρε 61%. Κανέναν ρόλο δεν έπαιξε στις εκλογές.  Το πόσοι ασχολούνται με ένα θέμα δε σημαίνει τίποτα για το ίδιο το θέμα. Μπορεί το ίδιο το θέμα να πάρει όγκο, όπως κινείται πάνω στο δρόμο, και να αποκτήσει διαφορετική πορεία.

Αυτό λοιπόν, όταν το ανακαλύπτεις στο δικαστήριο, είσαι στριμωγμένος και πρέπει να πεις παιδιά, σόρι, έκανα λάθος. Γενικά δεν στοιχίζει τίποτα να πεις έκανα λάθος. Στοιχίζει κάποια πράγματα στην αξιοπιστία σου, αλλά όπως όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη, έτσι και εμείς μπορούμε να κάνουμε λάθη, γιατί μπορεί τη συγκεκριμένη στιγμή να μην ξέρουμε κάτι.

Αυτό απαντά και στο γιατί είστε από τους λίγους που επίμονα συνεχίζετε να μιλάτε με τους «κακούς» της κάθε ιστορίας;

Καταρχήν εγώ δεν συμφωνώ με την έννοια «κακούς». Έχω δει «κακούς» που τους έχω καταλάβει πάρα πολύ. Δηλαδή θυμάμαι ένα στέλεχος της Siemens ήταν σε κατ’ οίκον κράτηση στην Πάρο.

Επειδή εγώ συνδέομαι με το νησί, του λέω μια χαρά περνάς ζωή και κότα. Όχι, μου λέει, είμαι δυστυχισμένος εδώ. Και μου το ‘πε τόσο ανθρώπινα που τον κατάλαβα εκείνη την ώρα και του λέω, και γιατί δεν φεύγεις; Μου λέει, πως θα φύγω;

Αυτός ήταν Γερμανός. Δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι θα φύγει. Του λέω, θα πας στην Πάτρα, θα μπεις το φέρι μποτ, δεν θα σε ελέγξει κανείς, και θα πας στην Ιταλία.  Μετά από τρεις μέρες με παίρνει τηλέφωνο, μου λέει είμαι στον αυτοκινητόδρομο της Μπολόνια.

Δεν γινόμαστε χυδαίοι ούτε για έναν καλό σκοπό. Προσπαθούμε να καταλαβαίνουμε πάντα ότι έχουμε έναν άνθρωπο απέναντί μας και προσπαθούμε να μπούμε στα παπούτσια του.

Την εμμονή σας την ερμηνεύεται ως ανάγκη να μάθετε κάτι ή να μπείτε στον κόσμο των άλλων;

Και τα δυο γιατί αν δε μπεις στον κόσμο των άλλων δεν μαθαίνεις. Για να μάθεις πρέπει να αποδείξεις στον άλλο ότι είσαι σε θέση να τον ακούσεις και να σεβαστείς τα περιθώρια που σου δίνει και τον τρόπο που θέλει να σε βάλει ο άλλος μέσα στον κόσμο του.

Ένας άνθρωπος που περιμένει να δικαστεί, θα σου μιλήσει μέχρι κάποιο σημείο, θα σου πει σεβάσου το γεγονός ότι παίζεται η ελευθερία μου. Εκεί μετριέται η ικανότητα σου να μπαίνεις στα παπούτσια τους και να ακούς.  Οι κατηγορούμενοι είναι πηγές μου. Γι’ αυτούς το πρώτο ζήτημα είναι να μη μπουν φυλακή.  Αυτό, πρέπει να το σεβαστώ.

Πως μπαίνετε στη θέση τους χωρίς να δημιουργείτε αισθήματα συμπάθειας για αυτούς;

Είναι nothing personal. Επαγγελματίες είμαστε.  Προσπαθώ να μπω στα παπούτσια του. Όταν έγραφα για τη Siemens σκεφτόμουν συνέχεια τον πατέρα μου που δούλευε στη Philips.  Τα στελέχη των επιχειρήσεων στο τέλος του φθινοπώρου μετράνε τις πωλήσεις. Αναλόγως αντιμετωπίζουν συνέπειες. Δεν έχουν και την πιο εύκολη ζωή του κόσμου.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.