ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Χρήστος Φερεντίνος θέλει απλά να είναι ο εαυτός του

Μπροστά και πίσω από τις κάμερες, ο παρουσιαστής θέλει να είναι ο εαυτός του και γι' αυτό τον λόγο όλοι νιώθουμε ότι τον ξέρουμε καλά. Ήρθε η ώρα όμως να τον γνωρίσουμε λίγο καλύτερα.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

Βρισκόμαστε στο καμαρίνι του Χρήστου Φερεντίνου, λίγο πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα για μερικά ακόμη επεισόδια του Μονομάχου, του τηλεπαιχνιδιού στο οποίο βλέπουμε φέτος τον παρουσιαστή, μέσα από τη συχνότητα του ΣΚΑΪ. Ο ίδιος είναι τρομερά χαλαρός, σαν να μην πρόκειται να βγει στο γυαλί σε λίγη ώρα και απαντάει με όρεξη και χιούμορ στις ερωτήσεις μου.

Σε κάποια στιγμή, η συζήτηση πάει στην τεχνητή νοημοσύνη και ως «σειράκιας» (όπως ο ίδιος χαρακτήρισε τον εαυτό του) που είναι, φέρνει το παράδειγμα του Breaking Bad, ως ένα τηλεοπτικό αριστούργημα που ποτέ δε θα μπορούσε να παραχθεί από τεχνητή νοημοσύνη.

Κι επειδή μερικές φορές το σύμπαν ευθυγραμμίζεται τέλεια, τη στιγμή που ολοκληρώνει τη φράση του, διώχνει μια μύγα που έχει εισβάλλει στον χώρο και μας έχει ταλαιπωρήσει όσο συζητάμε.

Για όποιον έχει δει το Breaking Bad, θα θυμάται φυσικά ότι ένα από τα πιο θρυλικά του επεισόδια ήταν το bottle episode “Fly”, καθ όλη τη διάρκεια του οποίου, ο Walter White κυνηγάει μια μύγα.

Κάπως έτσι σουρεαλιστικά κύλησε όλος ο διάλογος με τον Χρήστο Φερεντίνο. Με διαλείμματα για να μου δείξει μια απάντηση του ChatGPT, να πει ένα αστείο ή να κυνηγήσει τη μύγα-εισβολέα. Ένα διάλογος γεμάτος τηλεόραση, πλάκες, προβληματισμούς αλλά όπως κατάλαβες και τεχνητή νοημοσύνη. Όταν η κουβέντα τελείωσε, κατηφόρισε προς το στούντιο για να υποδεχτεί τους 100 μονομάχους, για άλλη μια μέρα στη δουλειά που αγαπάει να κάνει τα τελευταία 20 και βάλε χρόνια.

Στην τηλεόραση με το ζόρι

Πριν τον Μονομάχο και τα τηλεπαιχνίδια βέβαια, όντας ακόμη ραδιοφωνικός παραγωγός, ο Χρήστος Φερεντίνος βρέθηκε «με το ζόρι» στην τηλεόραση, όταν του πρότειναν από τον ΣΚΑΪ να αναλάβει τη δική του εκπομπή, το θρυλικό πια Άκου να Δεις. Έκτοτε, ταυτίστηκε κυρίως με τα τηλεπαιχνίδια, με την απογευματινή ζώνη να μοιάζει σαν το σπίτι του.

Έκανα ραδιόφωνο τότε στον ΣΚΑΪ και ενώ μου έλεγαν να κάνω και τηλεόραση συνεχώς το απέφευγα. Θεωρούσα ότι το ραδιόφωνο ήταν ο χώρος μου. Με το Άκου να Δεις βέβαια, έκανα κάτι που μου ταίριαζε, μπορούσα να αναπτυχτώ και αυτό ήταν που με έκανε να αγαπήσω και την τηλεόραση. Εκφράστηκα άνετα και ελεύθερα, ήμουν ο εαυτός μου, κάτι το οποίο δεν είναι τόσο εύκολο στην τηλεόραση.

Με γνώμονα το πώς εξελίχθηκα μέσα από το Άκου να Δεις, κινούμαι και στα τηλεπαιχνίδια, δεν έχω μια λογική διεκπεραιωτική. Ακούω τι έχει να μου πει ο παίκτης, τον σέβομαι, προσπαθώ να τον πειράξω, σκέφτομαι και τον τηλεθεατή ώστε να μην πλήξει, προσπαθώ να είμαι και μέσα στην εποχή, να έχω ενημέρωση. Αυτός είναι ένας συνδυασμός που συνεχώς κινείται και εξελίσσεται.

Η σχέση μου με τα τηλεπαιχνίδια ξεκίνησε το 2000 με τον Μονομάχο και μετά ήρθε μια σειρά αντίστοιχων προγραμμάτων. Το Fort Boyard που γυριζόταν στο εξωτερικό, το Deal, το Super Deal αλλά και κάποια άλλα παιχνίδια όπως η Λίστα και το Show me the Money. Υπήρξε μια παρένθεση με το πρωινό στον ΑΝΤ1 αλλά μετά ήρθε το Άκου τι Είπαν σε καθημερινή βάση και από τότε καθιερώθηκα σε αυτή την απογευματινή ζώνη, η οποία πήγε και πολύ καλά και εκ των πραγμάτων τότε δημιουργήθηκε μία νέα κατάσταση. Καμιά φορά τα πράγματα γίνονται από μόνα τους. Είναι κάτι που μου αρέσει και εμένα βέβαια, το κάνω με μεγάλη ευχαρίστηση.

Μιας και με ρωτάς αν θα δω το Deal με άλλο παρουσιαστή θα σου πω ότι θα είναι μια μαχαιριά για μένα. Εντάξει πλάκα κάνω φυσικά, με χιούμορ το λέω αλλά το αγαπάω πάρα πολύ, είναι σαν να χωρίζεις με μια σχέση σου για την οποία έχεις πολύ ωραία συναισθήματα και τη βλέπεις να προχωράει. Στη μορφή που βλέπαμε το Deal στην Ελλάδα άλλωστε, το είχαμε φτιάξει εμείς, όταν ήρθε στην Ελλάδα δεν ήταν έτσι, με τα τραγούδια και όλα αυτά. Ήταν ένα δικό μας κομμάτι, το αγγλικό Deal είναι τελείως άδειο για παράδειγμα.

Μετά από 7 χρόνια Deal στον ALPHA και 10 χρόνια γενικότερα, είναι περίεργη η αλλαγή. Είμαι όμως τόσο χαρούμενος και με το παιχνίδι του Μονομάχου και με τον τρόπο που με έχουν δεχτεί, που αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε μια πολύ ωραία φάση. Το είχα ξεκινήσει πριν χρόνια και τώρα το κάνουμε σε μια νέα έκδοση που έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον.

Ακόμα δεν έχω συνηθίσει τον εαυτό μου σε αυτό το ρόλο για να είμαι ειλικρινής. Όταν σκάει το σήμα του Μονομάχου, νομίζω ότι κάνω ένα ταξίδι στο χρόνο, γιατί από τον ΣΚΑΪ ξεκίνησα. Είναι ένα παιχνίδι που εξελίσσεται κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο, βγάζει πολλά σενάρια. Επειδή πάνω βρίσκονται 100 παίκτες κι είναι όλοι τους πολύ καλοί, όσο εύκολη ή δύσκολη κι αν φαίνεται μια ερώτηση σε εμάς, δεν ξέρουμε πώς θα είναι για εκείνους. Όλο αυτό δημιουργεί τρομερό ενδιαφέρον και αγωνία. Όταν φτάνει ο αγώνας σε ένας εναντίον ενός, που έχει φτάσει πολλές φορές, τότε θυμίζει ποδοσφαιρική αναμέτρηση σε πέναλτι.

Η διαφορά με άλλους Μονομάχους, είναι ότι εδώ κερδίζουν κι οι πάνω, τα χρήματα που μαζεύει ένας παίκτης, αν τα χάσει τότε τα μοιράζονται οι πάνω. Γι’ αυτό και υπάρχουν και παίκτες που δεν θέλουν να φύγουν με τίποτα για κερδίζουν συνεχώς χρήματα. Εκτός από γνώση, καμιά φορά χρειάζεται κι ο κοινός νους για να βρεις μια απάντηση. Επειδή είμαστε κάποια επεισόδια μπροστά, μπορώ να πω ότι ο κόσμος έχει να περιμένει πολύ ωραία πράγματα. Και είναι ένα τηλεπαιχνίδι που δίνει κάθε μέρα λεφτά, και μάλιστα καλά ποσά, γι΄αυτό και έχουμε πολλές συμμετοχές. Δεν χάνεις το χρόνο σου, διασκεδάζεις, είναι διαδραστικό και κερδίζεις εύκολα χρήματα.

Το γύρισμα του επεισοδίου είναι σαν live, υπάρχει μια ιεροτελεστία, παύσεις, μουσικές, είναι σαν να είσαι σε ένα αμφιθέατρο, αλλά υπάρχουν και στιγμές που επικρατεί απόλυτη ησυχία, περιμένουν όλοι να δουν τι θα απαντήσει ο παίκτης. Το διαφημίζουν ως το πιο ανταγωνιστικό παιχνίδι γνώσεων στον κόσμο κι είναι πράγματι έτσι. Το να είσαι μόνος σου εναντίον 100 ανθρώπων μοιάζει λίγο με το όνειρο του σούπερ ήρωα που είχαμε μικροί, ότι μπορούμε να τους κερδίσουμε όλους.

Προς το παρόν δεν φαντάζομαι τον εαυτό μου εκτός τηλεόρασης. Δεν τρέφομαι όμως από αυτό, δεν θέλω να βλέπω τον εαυτό μου στο γυαλί, ποτέ δεν το είχα αυτό. Αυτό που έχω στο μυαλό μου τώρα είναι η μουσική εκπομπή που ετοιμάζουμε στον ΣΚΑΪ… Ε, ρε γλέντια!

Κρίνοντας τη σημερινή τηλεόραση

Αν με χαλάει κάτι δεν το βλέπω, δεν κάθομαι να ταλαιπωρηθώ και να ξενερώσω.

Δουλεύοντας περισσότερες από δύο δεκαετίες στην τηλεόραση, το πώς βλέπει και κρίνει ο ίδιος την ελληνική τηλεόραση του 2023, έχει σίγουρα τη δική του σημασία.

Αν με χαλάει κάτι δεν το βλέπω, δεν κάθομαι να ταλαιπωρηθώ και να ξενερώσω. Σίγουρα υπάρχουν πράγματα που με εκνευρίζουν σε κάποια προγράμματα, αλλά δεν θα κάτσω να πω συγκεκριμένα ονόματα και καταστάσεις γιατί οτιδήποτε βγαίνεις και λες και προκαλείς φέρνει αντίδραση και δεν θέλω να υπάρχω στο χώρο μέσα από αυτό. Αν πάντως με ενοχλεί κάτι πολύ θα βγω να το πω.

Η σύγχρονη τηλεόραση μας πετάει στα μούτρα πια ανθρώπους που υποτίθεται είναι ο εαυτός τους κι εμείς δεν θέλουμε να τους βλέπουμε και να ακούμε τις απόψεις τους. Όχι. Εγώ πάντα ήθελα να βγάζω προς τα έξω το καλό κομμάτι του εαυτού μου κι αυτό με βελτίωνε κιόλας. Υπάρχουν πολλοί τηλεθεατές που μπορεί να χαλαρώνουν με το ξεκατίνιασμα, τους κάνει να ξεχνιούνται. Δεν το παίζω ποιοτικός, μπορεί να το δω για να χαζέψω, να γελάσω, να το συζητήσω στο τηλέφωνο αλλά εμένα δεν μου κάνει, δεν μπορώ να μπω σε αυτή τη λογική.

Βλέπω πολλές ξένες σειρές από παλιά και είμαι πολύ σινεφίλ από μικρός. Στην ελληνική τηλεόραση βλέπω πιο πολύ ειδήσεις και αθλητικά. Παρακολουθώ πολύ ποδόσφαιρο, όχι μόνο Ολυμπιακό. Βλέπω και αγγλικό και γερμανικό ποδόσφαιρο και μου αρέσει και το μπάσκετ βέβαια αλλά λόγω Γιάννη Αντετοκούνμπο βλέπω περισσότερο ΝΒΑ πια, είμαι παιδί του Jordan εγώ. Τη χρονιά που πήρε το πρωτάθλημα ο Γιάννης ξυπνούσα στις 3 τα ξημερώματα για να δω.

Όταν η ζωή αντιγράφει τις φάρσες

Ήταν αρχές Σεπτεμβρίου, όταν παγωμένοι παρακολουθούσαμε τα βίντεο με τη δολοφονία του Αντώνη Καρυώτη στο λιμάνι του Πειραιά, όταν το πλήρωμα του πλοίου τον απώθησε στη θάλασσα, με αποτέλεσμα ο 36χρονος να πνιγεί. Μοιραία, αρκετοί από εμάς θυμηθήκαμε μια από τις πιο χαρακτηριστικές φάρσες που είχε στήσει ο Χρήστος Φερεντίνος μέσα από την εκπομπή Μπαμ, στον Βασίλη Παϊτέρη. Δεν θα μπορούσα να μην τον ρωτήσω λοιπόν πώς αισθάνθηκε.

Ήταν ένα σοκ. Όταν κάναμε τότε τα γυρίσματα, χρειάστηκαν φυσικά πολλές πρόβες με ναυαγοσώστες και δύτες και μια ολόκληρη διαδικασία: να κόψει ταχύτητα το πλοίο, να έρθει το φουσκωτό, την είχαμε δουλέψει πάρα πολύ για να είναι όλοι ασφαλείς. Και πάλι βέβαια είχα ένα άγχος και μια ανησυχία, ευτυχώς εξελίχθηκε άψογα. Όταν είδα λοιπόν το περιστατικό, ήταν σοκαριστικό.

Σε κάθε φάρσα, είχαμε την ίδια αγωνία, πώς θα αντιδράσει το «θύμα», το είχα περάσει κι εγώ άλλωστε, γιατί οι συντελεστές είχαν κάνει και σε μένα μια φάρσα και είδα πώς είναι να βρίσκεσαι στην άλλη πλευρά. Ο τρόπος λοιπόν που αντέδρασε τότε ο Βασίλης Παϊτέρης ήταν εκπληκτικός, ο αντίθετος από αυτόν που είδαμε με θλιβερό τρόπο στην πραγματικότητα.

Η φάρσα είχε ένα τελείως διαφορετικό συμπέρασμα και ηθικό δίδαγμα με αυτό που είδαμε στους δέκτες μας από το λιμάνι του Πειραιά. Η αντίδραση του Βασίλη Παϊτέρη είχε σαν βάση τον αλτρουισμό, ενώ αυτό που είδαμε τώρα είχε τον κυνισμό, αυτό που βλέπουμε συχνά στην εποχή μας, ότι δεν «πάει να πνίγεται, άστον να πνιγεί». Αυτό μου έμεινε εν κατακλείδι, ότι μια τέτοια συμπεριφορά, έναν άνθρωπο που προσπαθεί να βοηθήσει, δεν τον συναντάς εύκολα 20 χρόνια μετά, ισχύει κάτι άλλο.

Θυμάμαι μια φάρσα που είχαμε κάνει στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη που μετά την κάναμε και στους αδερφούς Κατσάμπα με έναν οδηγό που δεν βλέπει, σπάνε τα γυαλιά του και κάνει μια διαδρομή στα τυφλά. Τον Ιάσονα τον εκτιμώ και τον συμπαθώ πάρα πολύ, δεν είπε τίποτα, ήταν ευγενέστατος, αλλά εκνευρίστηκε και έφυγε με τα πόδια από τον Λαιμό της Βουλιαγμένης και τον κυνηγούσα εγώ από πίσω. Στο τέλος όλα καλά, τα βρήκαμε, αλλά τη φάρσα δεν την παίξαμε. Ήταν λάθος που του την κάναμε, δεν ήταν τύπος για φάρσα ο Ιάσονας, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι για φάρσες. Η ίδια φάρσα στους αδερφούς Κατσάμπα είχε μεγάλη επιτυχία.

Είχαμε μια ομάδα που τις δουλεύαμε σαν ιδέες, συμμετείχα κι εγώ. Από πιτσιρικάς έκανα συνέχεια φάρσες, και τώρα δηλαδή πριν λίγες ημέρες έκανα μια πλάκα σε έναν φίλο μου υποψήφιο δημοτικό σύμβουλο. Με κάλεσε σε ένα μαγαζί στη Χαλκίδα για φαγητό, πήγαμε με την παρέα μου και επειδή ήξερα ότι όλοι στην ταβέρνα ήταν ψηφοφόροι του, βάλαμε τον καταστηματάρχη να του πει ο Φερεντίνος δεν θέλει να πληρώσει γιατί του φαίνονται πολύ ακριβά και να δώσει εκείνος τα λεφτά αλλιώς θα γίνει χαμός. Ήρθε σε δύσκολη θέση γιατί από τη μία δεν ήθελε να πληρώσει, από την άλλη πλευρά δεν ήθελε να γίνει ρεζίλι στους ψηφοφόρους του. Νομίζω ότι βγήκε πάντως, όλα καλά.

Πατέρας σε μια κοινωνία αποκτήνωσης

Πατέρας δύο 20χρονων αγοριών πλέον, σε μια κοινωνία που μοιάζει πιο άγρια από ποτέ, το βάρος του πώς θα προστατεύσεις και θα εκπαιδεύσεις τα παιδιά σου δείχνει πιο ασήκωτο από ποτέ.

Αυτό που συζητάμε με τα παιδιά μου είναι πως πρέπει να ενημερώνονται πολύπλευρα και να μην είναι εύκολοι ως προς τα fake news που κυκλοφορούν, γιατί στο ίντερνετ είναι εύκολο να παρασυρθείς από αυτά που γράφονται. Το ωραίο είναι ότι μπορούμε να συζητάμε για το οτιδήποτε. Τους ενδιαφέρει και τους δύο η επικαιρότητα, ο καθένας τη φιλτράρει με διαφορετικό τρόπο, αλλά υπάρχει λογική και εμπιστοσύνη. Είμαι πολύ χαρούμενος γιατί μπορώ να νιώθω εμπιστοσύνη με τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τα πράγματα.

Προσπαθώ οι συμβουλές μου να μην είναι απλά αυτές ενός πατέρα που θέλει να τους προφυλάξει γιατί αυτό που συμβαίνει γύρω μας είναι ανεξέλεγκτο. Είναι αυτή ενός ανθρώπου που έχει δει πολλά και προσπαθεί να τους πονηρέψει σε κάποια πράγματα. Προσπαθώ να τους κάνω λίγο πιο καχύποπτους αν θέλεις.

Είναι τελείως διαφορετική γενιά από τη δικιά μου. Σε εκείνη την ηλικία θυμάμαι να ψάχνομαι πάρα πολύ. Κι εκείνοι ψάχνονται, αλλά με περισσότερη ασφάλεια και ηρεμία, σε ένα πιο προστατευμένο περιβάλλον. Εγώ τότε είχα περάσει στη Νομική, ήθελα ταυτόχρονα να δουλεύω, δεν με ικανοποιούσε αυτό που έκανα, ήμουν σε ένα διαρκές ψάξιμο. Δεν ήθελα να μεγαλώσω, ήθελα να παραμείνω σε αυτή την αφασία που ήμουν και να ζήσω όσο πιο πολύ γινόταν εκείνη την περίοδο. Χωρίς κινητά, χωρίς ίντερνετ τότε, άλλη εντελώς εποχή. Είχε κι αυτό τη μαγεία του. Τα παιδιά μου δεν είναι πια τόσο πολύ με τα κινητά τους στο χέρι, την έχουν περάσει αυτή τη φάση, τώρα είναι πιο κουλ, ανακαλύπτουν κι άλλα πράγματα.

Πολιτική και τεχνητή νοημοσύνη

Όπως έχεις ήδη καταλάβει, ο Χρήστος Φερεντίνος ασχολείται πολύ με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και τον κόσμο. Τα ψάχνει, ενημερώνεται και για όσα δεν καταλαβαίνει, ρωτάει το ChatGPT.

Παρακολουθώ πολύ τα πολιτικά και τις εξελίξεις. Αυτό που βλέπω είναι ότι έχουμε ωριμάσει κάπως σαν κοινωνία, έχουμε φύγει από τη λογική της πολιτικής αντιπαράθεσης. Έχει κουραστεί ο κόσμος με όλα αυτά που γίνονται, το είδαμε και στις τελευταίες εκλογές. Πάρα πολλοί άνθρωποι που δεν μιλούσαν, κάτι έδειξαν, κάτι είπαν με την ψήφο τους. Ίσως όχι αυτό που τους αρέσει, αλλά είπαν τι δεν τους αρέσει, τι τους έχει ενοχλήσει, τι τους έχει κάνει να σταματήσουν να ονειρεύονται.

Δεν θα με ενδιέφερε να ασχοληθώ με την πολιτική ενεργά, παρ’ότι είχα κάποιες προτάσεις. Άποψή μου είναι ότι η πολιτική δεν έχει ανάγκη από ανθρώπους που είναι απλά celebrity αλλά που πραγματικά έχουν να πουν κάτι, όταν βρεθούν στην κατάλληλη θέση.

Αποχή πάντα υπήρχε. Στις αυτοδιοικητικές ήταν μεγαλύτερη αλλά μου φαίνεται λογικό, πάντα συνέβαινε αυτό. Το ανησυχητικό δεν είναι μόνο αυτό που ζούμε στην Ελλάδα αλλά αυτό που ζούμε γενικότερα. Μετά την Ουκρανία, έχουμε την ένταση στη Μέση Ανατολή να έχει φτάσει σε ασύλληπτο σημείο. Από πιτσιρικάς θυμάμαι να παρακολουθώ αυτό το θέμα, τα προβλήματα της περιοχής.

Μεγαλώνοντας βλέπεις ότι δεν υπάρχει άσπρο-μαύρο, δεν υπάρχει καλός-κακός, είναι πάρα πολύ σύνθετο. Επειδή πειραματίζομαι που και που, ρώτησα το ChatGPT ποιος έχει δίκιο και μόνο που δεν κάηκε η τεχνητή νοημοσύνη, έβγαλε καπνούς το μηχάνημα. Είναι τόσο πολύπλοκο το θέμα. Η ανθρώπινη νοημοσύνη όμως δεν μπορεί να μη σαλτάρει με τις βαρβαρότητες που έχουμε δει και βλέπουμε. Τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις σφαγές παιδιών και αμάχων. Δεν πιστεύαμε ότι θα δούμε τέτοια πράγματα μπροστά στα μάτια μας, σε ζωντανή μετάδοση.

Όσο για την τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να απλοποιεί και να επιταχύνει κάποια πράγματα, αλλά δεν πιστεύω ότι μπορεί να βρει πολύ έξυπνα σενάρια και πράγματα που βλέπουμε στον χώρο της τέχνης. Ένα σενάριο σαν το Breaking Bad δεν μπορεί να βγει από τεχνητή νοημοσύνη. Μόνο η ανθρώπινη νοημοσύνη μπορεί να δημιουργήσει ανατροπές.

Στο σημείο εκείνο, ζούμε μία τέτοια ανατροπή, με τον Χρήστο Φερεντίνο να κυνηγάει μια μύγα, σαν άλλος Walter White στο “Fly”.

Τρέμεις να πεις ακόμη και ότι σκοτώνεις μύγες σήμερα. Όλα παρεξηγούνται. Από την άλλη δε γίνεται να ζήσουμε και χωρίς κάποια όρια γιατί υπάρχουν άνθρωποι που έχουν καταπιεστεί πάρα πολύ διαχρονικά. Τις αποκαλύψεις του Metoo τις παρακολούθησα, ήταν πολύ δυσάρεστα γεγονότα.

Παρ’ ότι η συζήτηση βάρυνε, μόλις έκλεισε το μαγνητόφωνο, ο Χρήστος Φερεντίνος φόρεσε και πάλι το χαμόγελό του και κατευθύνθηκε προς το στούντιο για τα πολύωρα γυρίσματα. Τόσο στο καμαρίνι, όσο και μπροστά στις κάμερες, θα ήταν ο εαυτός του, δύο διαφορετικές εκδοχές του, και αυτό είναι σίγουρα ένα σπάνιο ταλέντο.