ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Το μάτι του Μάνου Βακούση γυαλίζει κι από κοντά

Ένας από τους πιο ευγενείς και 'τρελούς' Έλληνες ηθοποιούς, 'ο ταξιτζής απ' τους Αυθαίρετους', μιλάει στο ΟΝΕΜΑΝ για την άνεση να παίζει τον κακό και γιατί θα ήταν όντως ένας πανευτυχής ταξιτζής.

Η περίπτωση του ηθοποιού Μάνου Βακούση, ή αυτής της γλυκύτατα ‘σχιζοειδούς’ προσωπικότητας, είναι ακόμη πιο ιδιαίτερη από τους άπειρους ρόλους που έχει παίξει. Άλλος θα τον θυμάται από τη Λάμψη, άλλος από το Δεληγιάννειο Παρθεναγωγείο, άλλος από το σινεμά, άλλος από το θέατρο, άλλος από πολλά σημεία μαζί.

Εγώ θα τον θυμάμαι πάντα ως τον ταξιτζή Θεόφιλο που εμφανίστηκε για κάποια επεισόδια στους Αυθαίρετους κάνοντας αυτή τη σπουδαία σειρά ακόμη πιο κλειστοφοβική. Δηλαδή ακόμη πιο σπουδαία.

 

“Έζησα με μεγάλη συγκίνηση αυτόν τον ρόλο. Ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί ήταν σπουδαίοι. Τα πάντα είχαν ένα βαθύ ενδιαφέρον. Ο ρόλος που έπαιζα ήταν συναρπαστικός, ένας θρησκόληπτος ταξιτζής. Πίστεψα σε αυτόν τον Θεόφιλο. Οι μνήμες βοήθησαν. Η μάνα μου ήταν μες στις εκκλησίες. Ήθελα να δω την ψυχή του και μέσα απ’ αυτό έβγαινε και το κωμικό του ήρωα. Κάθε φορά που ένας πελάτης μιλούσε άσχημα, ο Θεόφιλος έλεγε ‘Μετανοείτε αμαρτωλοί, μη σας προκαλεί η σάρκα!’. Τα πίστευε ο γλυκός μου κι αυτό τον έκανε μοναδικό”. Εκτός από μοναδικός, ήταν και κάμποσο φοβιστικός, του λέω. Το δέχεται σαν να είπα το πιο αυτονόητο πράγμα στον κόσμο.

 

(Φωτογραφίες: Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson)

Είναι τέτοια η αποτύπωση της μορφής του στο μυαλό μου που ενώ του κάνω τις πρώτες ερωτήσεις, σκέφτομαι ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να τον φανταστώ με μαλλιά. Θα έπαιρνα όρκο ότι γεννήθηκε, πήγε σχολείο και τελείωσε το σχολείο φαλακρός. Έλα όμως που η φαλάκρα δεν είναι καν στα πρώτα στοιχεία του, που κλειδώνουν την προσοχή σου.

Στην αρχή είναι η φωνή του. Πρώτα από το τηλέφωνο, μετά από κοντά. Ψιλή, διαπεραστική, ικανή να φέρει ρόλους μπροστά στα μάτια σου. Μετά είναι τα μάτια του. Μετά το πρόσωπο. Ο Μανώλης (όπως ονοματίζει τον εαυτό του όταν αναφέρεται σ’ αυτόν) μπορεί να μεταμορφωθεί σε πέντε διαφορετικούς ανθρώπους στο ίδιο λεπτό, μιλώντας πάντα ως ένας.

Καθόμαστε στο καμαρίνι του στα έγκατα του Εθνικού Θεάτρου. Είναι ήσυχος και προσηνής. Πάρα πολύ ευγενικός και πρόθυμος. Νιώθεις ότι αν του ζητήσεις λίγο νερό, θα τρέξει μέχρι το φουαγιέ για να σε ευχαριστήσει. Κι ότι αν το φουαγιέ είναι κλειστό, θα βγει στην Αγίου Κωνσταντίνου για να ξεδιψάσεις. Ταυτόχρονα είναι και συμπαγής, δυναμικός.

Είναι όλα αυτά που μου λέει πως νιώθει ότι είναι πίσω απ’ το τιμόνι. Αν δεν ήταν ηθοποιός, θα ‘θελε να ‘ναι ταξιτζής. Του λέω ότι αυτή η τρέλα που είναι έτοιμη να αναλάβει σε κάθε δεύτερη κουβέντα του σε συνδυασμό με την αυθόρμητη χαρά του για το επάγγελμα του ταξιτζή, με κάνει να νιώθω ότι έχω απέναντί μου τον Θεόφιλο από τους Αυθαίρετους. Δεν λέει τίποτα για να μου αλλάξει γνώμη.

“Όταν οδηγώ συμβαίνει κάτι το φοβερό. Γίνομαι ήρεμος, συνειδητός, πολύ ευγενικός, κρατάω τη λωρίδα μου, δεν αλλάζω λωρίδα αν δεν ελέγξω, γίνομαι ένα παράξενο μαθηματικό, ευαίσθητο, τρυφερό και δυναμικό ον, ενώ στη ζωή μου το χάνω πολλές φορές. Είμαι ευγενικός, αλλά μόνος έχω υπάρξει και σχιζοειδής και πολύ εκρηκτικός. Έχω μαλώσει με τους δικούς μου. Αν πω ότι είμαι μόνο ευγενής, θα είναι ψέμα”.

Του θυμίζω ότι το μεγαλύτερο κομμάτι της δουλειάς ενός ταξιτζή είναι η επαφή με τον κόσμο. Θα πρέπει πολλές φορές να μιλήσει χωρίς να έχει καμία όρεξη.

“Μα μου αρέσει αυτή η ιστορία του να μιλάω και να παίζω με τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι λες ψέματα όταν παίζεις, ενώ δεν λες. Παίζεις. Όταν το ψέμα είναι καλοπροαίρετο με την έννοια του παιχνιδιού, δεν λες ψέματα σε κανέναν, δεν τον βλάπτεις. Ο ταξιτζής έρχεται σε επαφή με τον κόσμο. Είμαι πολύ μοναχικός άνθρωπος, θέλω να έχω το χώρο μου, την εστία μου, αλλά μου αρέσει να μιλάω και με κόσμο”. Δεν μου κάνει εντύπωση.

Είναι πολύ χαρούμενος που είμαστε εδώ κι αυτό δεν είναι καμία ασκητική καλών δημοσίων σχέσεων. Σ’ αυτό το συμπέρασμα οδηγεί η ευκολία με την οποία μιλάει για τα παιδικά του χρόνια, τα οποία ήταν τα πάντα εκτός από εύκολα.

 

Οι γονείς του γεννήθηκαν  και έζησαν στη Σαντορίνη μέχρι το σεισμό του ’56 που τους ανάγκασε να ξεπουλήσουν την περιουσία του για λίγα τετραγωνικά στην Αθήνα. Είναι το έκτο παιδί της οικογένειας. “Οι γονείς και οι θείοι έχουν πεθάνει. Το ίδιο και τρία από τα αδέρφια μου. Είχα πολύ ιδιαίτερη σχέση με τη μητέρα μου. Ο πατέρας μου, οικοδόμος στο επάγγελμα, είχε τη δική του ζωή και άλλη γυναίκα. Έχω πάρει κι απ’ τους δύο. Απ’ τον πατέρα έχω πάρει την αλητεία και από τη μάνα μου, την ορθόδοξη καλοσύνη. Αυτός είναι ένας συνδυασμός σύγχυσης”.

Η μητέρα του είχε κάνει 19 εκτρώσεις. Ο ίδιος ήταν το τελευταίο της παιδί, “για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες της”. Από πολύ μικρός άρχισε να δουλεύει, από τα 7 του πήρε το χρίσμα του προστάτη της.

 

Αυτά δεν είναι και τόσο δραματικά. Πιο δραματικό είναι το “μέχρι τα 15 ήμουν πολύ ευγενής με τους ανθρώπους παρά τις δυσκολίες και τους ψυχικούς βιασμούς της οικογένειας. Τα αδέρφια μου έτρωγαν ξύλο για να σκληραγωγηθούν και να πηγαίνουν στην οικοδομή.  Ήταν ένας οδυνηρός κόσμος για ένα μικρό παιδί. Μετά κατάλαβα ότι πρέπει να επιβιώσω. Έγινα επιθετικός σε ό,τι με πείραζε. Αν τολμούσε κάποιος να με πειράξει, γινόμουν επικίνδυνος”.

Το απόφθεγμα “αν η καλοσύνη δεν έχει εσωτερική δύναμη, χάθηκες” δεν είναι δραματικό. Είναι μια χαρά ανάσα για τη συνέχεια.

“Το στοιχείο του ψυχικού βιασμού που έζησα μικρός με έκανε να θεωρήσω ότι δεν υπάρχει κανένας κακός άνθρωπος στους ρόλους μου. Έχω παίξει χιλιάδες βιαστές, και πολλά είδη άσωστων ανθρώπων. Πάντα τους έβρισκα δικαιολογίες γιατί για μένα ο ηθοποιός δεν είναι ένα πλάσμα που οφείλει να ηθικολογήσει για τον ήρωά του. Ψάχνει πιο βαθιά να βρει γιατί έγινε βιαστής. Έτσι, τους αθωώνω κατά βάθος”.

Βρισκόμαστε στο Εθνικό μισή ώρα πριν το όρντινο για τη σημερινή του πρόβα για τον Ριχάρδο τον Γ’ που θα ανέβει σε μερικές εβδομάδες. Εκεί, θα υποδυθεί τον Γκέιτσμπι, έναν άνθρωπο του βασιλιά που σκοτώνει κρυφά όποιον του ζητηθεί από την Αυτού Μεγαλειότητα, ενώ διατηρεί στην κοινωνία το προφίλ του καλοκάγαθου που εμπιστεύονται οι πάντες.  Αυτό είναι μια σύγκρουση. Άλλη μια σύγκρουση-βούτυρο στο ψωμί του.

 

Τίποτα στην αύρα του Μάνου Βακούση δεν προδίδει ότι είναι κακόβουλος. Αλλά με τους ρόλους του είναι αλλιώς. Είναι σχεδόν μόνο αλλιώς. Λέω σχεδόν, γιατί μια μνημειώδης περίπτωση που έπαιξε τον καλό ήταν το 1992 για χάρη του Νίκου Κούνδουρου. Ο Μάνος έκανε τον Byron στο κινηματογραφικό ‘Byron: Η Μπαλάντα για έναν Δαίμονα’. Αυτός ο ρόλος τον επαναπροσδιόρισε και νίκησε τους προεφηβικούς του φόβους. Αλλά όχι για πολύ.

 

Μου αφηγείται μια τραυματική εμπειρία που έζησε στα 8, όταν η μητέρα του χρειαζόταν άμεση διακομιδή στο νοσοκομείο κι εκείνος, ο 8χρονος εκείνος, προσπαθούσε μάταια να σταματήσει ένα αυτοκίνητο για να τους βοηθήσει. “Αυτή η σκηνή πανικού και φόβου δεν μου έχει φύγει. Τι σημαίνει αυτό; Εξακολουθώ να είμαι ένας έφηβος που παλεύει με τα φαντάσματα και την ομορφιά του. Δυστυχώς, δεν έχω καταφέρει να είμαι αυτό που αξίζω, δηλαδή ένας άνθρωπος που δεν φοβάται”.

Φέρνει στην κουβέντα τον μεγάλο σύγχρονο στοχαστή Δημήτρη Λιαντίνη. “Ο Λιαντίνης πρέπει να μελετηθεί από τα νέα παιδιά. Δεν αυτοκτόνησε, έκανε επιλογή ευθανασίας. Πρόκειται για μια μεγάλη μορφή. Μιλάει για την οροθοδοξία, τον ελληνισμό, σου φωτίζει πράματα, σου λέει ότι πρέπει να υπάρχεις τώρα για να έχουν σημασία όλα  τα μεγάλα που συνέβησαν στο παρελθόν”.

Σε μια μικρή παρένθεση που θα ανοίξω προς το τέλος της κουβέντας για το αν έχει σκεφτεί τη μέρα που δεν θα έχει πια όρεξη ή δύναμη, ή ό,τι χρειάζεται τέλος πάντων, για να υποστηρίζει έναν ρόλο, ο Μάνος μού μιλάει για την ιερότητα της ευθανασίας.

 

Έ; Τι διάολο συμβαίνει εδώ; Τι συζητάμε; Αυτός ο άνθρωπος έχει την ευχέρεια και το ταλέντο να σε μεταφέρει από μια ευχάριστη πρόζα σε μια κωμικά μακάβρια κουβέντα πριν καταλάβεις από πού σου ήρθε. Για μια στιγμή, λίγο πριν πιάσουμε την ευθανασία, μου εξηγούσε τη διαφορά μεταξύ συνειδητά και ασυνείδητα κακών.

 “Ο Ριχάρδος ο Γ’ ήταν συνειδητά κακός. Και ο Χίτλερ. Και ο Στάλιν. Ήταν παιδιά που αρνήθηκαν να δεχτούν τον εαυτό τους που μεγαλώνει, παιδιά που δεν αγάπησαν το φυσικό τοπίο, τον αιθέρα, τη βροχή”. Κάνει μια μικρή παύση και σηκώνεται από την καρέκλα του. “Ο θεός μας είναι η εισπνοή και η εκπνοή. Το θείο πράγμα που λέγεται αιθέρας. Αν δεν μπορεί ο άνθρωπος να το αφουγκραστεί, δεν μπορεί να πάει πουθενά. Η ανάσα είναι η ιστορία της θρησκείας”. Σε απόλυτη σιγή, παίζει μπροστά μου το παιχνίδι της εισπνοής και της εκπνοής, το παιχνίδι της ζωής.

Μόνο η θρησκεία έλειπε από το παζλ του ήρωα που έπαιξε στους Αυθαίρετους. Αναλύσαμε την τρέλα και το φοβιστικό της υπόστασής του, αναλύσαμε το ταξί και τη μοναχικότητα και το μόνο που αφήσαμε είναι η θρησκεία. Αυτό που πιστεύει για τη θρησκεία.

“Η θρησκεία και ο πολιτισμός εξαρτώνται πάντα απ’ τον τόπο που γεννιέσαι. Δεν πιστεύω ότι έχουμε το δικαίωμα να εισβάλουμε με δογματισμό σε κάποιον που πιστεύει. Πηγαίνω σε όλους τους ναούς, γιατί μ’ αρέσουν οι ναοί ως πορεία εξέλιξης της ανθρώπινης τραγωδίας. Έχω πάει σε τζαμιά, σε βουδιστικούς ναούς, έχω προσευχηθεί στο Θιβέτ. Όπως λέει και ο Λιαντίνης, δεν μπορείς να μισήσεις, πρέπει να γνωρίσεις. Ό,τι έχει υπάρξει πριν, είναι μνήμη. Η Ακρόπολη είναι μνήμη, ο παππούς μου είναι μνήμη και αυτή τη μνήμη σέβομαι. Τη θρησκεία τη σέβομαι ως πορεία γνώσης ή τραγωδίας του ανθρώπου. Εγώ πιστεύω μόνο στα φυσικά φαινόμενα”.

Εκτός από τα ταξίδια και τα φυσικά φαινόμενα, αγάπησε και την ορειβασία. Τον ελεύθερο χρόνο του ανέβαινε τον Όλυμπο ή τον Ταΰγετο. “Το βουνό με γαληνεύει, είναι ηδονικό το τοπίο. Είναι φοβερό να βλέπεις τις χελώνες, τα δέντρα. Αυτά είναι τα αδέρφια μας. Πού είναι η αγάπη γι’ αυτά τα θεία πλάσματα;”.

Σε λίγους μήνες, ο Μάνος θα παίξει την παραμάνα στο ‘Ρωμαίος και Ιουλιέτα’. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα υποδυθεί τη γυναίκα. Το είχε κάνει και στο πλευρό του Γιώργου Κιμούλη παίζοντας την τροφό της Μήδειας. “Ήταν απίστευτη εμπειρία. Συναρπαστική. Είχα πετάξει το σώμα μου από πάνω μου. Τελικά είμαστε ψυχισμοί”.

 

Τα βλέπεις; Ξεκινήσαμε από έναν ρόλο και καταλήξαμε στην αγάπη (που φυσικά κρίνει τα πάντα).

Δεν είχα κανέναν σκοπό να μιλήσουμε για πολιτικά, αλλά ταυτόχρονα ξέρω (και ξέρει) ότι δεν γίνεται και αλλιώς. Ο Μάνος ελπίζει ότι ο Τσίπρας όντως θα κάνει πράγματα (“είναι λάθος που είμαστε στο μνημόνιο, αλλά νιώθω ότι θα κάνει κάτι και θα μειώσει τα γαμημένα μηδενικά του χρέους”), ότι είχε μεγάλη συμπάθεια στη Ζωή και ότι βρίσκεται σε σύγχυση αναφορικά με το αν έκανε καλά που έφυγε από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο ίδιος δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα, αλλά με διαβεβαιώνει ότι δεν θα ξαναψήφιζε κανέναν απ’ όσους μας έφτασαν ως εδώ.

Και μετά η κουβέντα πετάει προς τον Βαρουφάκη.

“Δεν ξέρω και τι ρόλο παίζει κι αυτός ο οικονομολόγος. Άλλος φοβερός τύπος. Αυτός ο άνθρωπος δείχνει να μην έχει αυτολύπηση, δείχνει να έχει σταθερό θέλω χωρίς εγωισμούς. Αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον. Τώρα, το γιατί δεν είναι ούτε με τους μεν ούτε με τους δε, δεν το ξέρω. Αν έπρεπε να τον παίξω, θα χρειαζόμουν πολλή δουλειά. Θα επικεντρωνόμουν στο πώς συγκεντρώνεται. Σ’ αυτό το απίστευτο αρσενικό του που δε μυρίζει πουθενά αρσενικίλα. Είναι ένας γοητευτικός άνθρωπος που μοιάζει να ξέρει κάτι βαθύ για τον εαυτό του. Γι’ αυτό έχει και πολύ ωραία σχέση με τη γυναίκα του. Όλοι οι πολύ ισχυροί άντρες έχουν μια ισχυρή γυναίκα δίπλα τους”.

Σε έναν ανεμοστρόβιλο από ρόλους και εαυτούς που έπαιξε ή που δεν έπαιξε ακόμα, ο Μάνος Βακούσης στηρίζεται στην πλάτη της καρέκλας και θυμάται:

“Έχω υπάρξει τόσο αλήτης που έχω δείξει πολλά πρόσωπα στους ανθρώπους. Έχω παίξει τον αριστοκράτη, παρότι πάμφτωχο παιδάκι από το Μπραχάμι που -προς τιμήν μου- μεγάλωσα με τσιγγανάκια και γυφτάκια, με τη βρύση και τον καμπινέ έξω από το σπίτι. Αυτό το αγόρι όμως πάντα ονειρευόταν. Μήπως αυτό είναι το μυστικό για κάποιον άνθρωπο”;