<img height="1" width="1" style="display:none" src="https://www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Το ‘John Wick: Chapter 2’ είναι μια περιπέτεια-έκθεμα σε μουσείο

Ο Keanu Reeves πρωταγωνιστεί στο σίκουελ της επιτυχίας-έκπληξη, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το φιλμ του 2014.

Στην πρώτη σκηνή της ταινίας, που έχει σημασία τόσο επειδή είναι πρώτη όσο και επειδή η κάμερα βγαίνει από το δρόμο της για να μας δείξει αυτό που μας δείχνει, βλέπουμε τον Buster Keaton, σε μια βουβή ασπρόμαυρη ταινία που προβάλλεται ψηλά, πάνω από τους νυχτερινούς δρόμους της πόλης, στον εξωτερικό τοίχο ενός ψηλού κτιρίου.

Η κάμερα χαμηλώνει απότομα και μας ρίχνει κατευθείαν στο μέσον μιας καταδίωξης, συνεχίζοντας τη δράση από όπου την άφησε το πρώτο φιλμ- όχι τόσο σαν πλοκή, αλλά περισσότερο ως αισθητική. “Θέλαμε να ξέρετε πως το διασκεδάζουμε,” εξηγεί ο σκηνοθέτης Chad Stahelski αναφερόμενος στο περίεργο αυτό cameo του Buster Keaton ως εισαγωγική νότα στη δράση. “Και πως τα κλέψαμε όλα αυτά από τους ανθρώπους του βωβού κινηματογράφου.”

Τι μπορεί να συνδέει μια στιβαρή neon περιπέτεια με τον Keanu Reeves το 2017 με το σινεμά ενός θλιμμένου κωμικού τη δεκαετία του 1920; Οι στοιχειώδεις κινηματογραφικοί κώδικες στην καρδιά των πραγμάτων παραμένουν αναλλοίωτοι, έναν αιώνα αργότερα, και διαπερνούν τα τοιχώματα ανάμεσα στα είδη. 100 χρόνια σινεμά μετά, αυτό που θέλουμε ακόμα είναι να μπορούμε να δούμε σώματα να κινούνται με εκφραστικότητα και χάρη και πειθώ, μέσα σε όμορφα δομημένα κάδρα, ταινίες που (όπως έγραφα πρόσφατα με αφορμή το μαγικό ‘Moonlight’) παραμένουν εξίσου όμορφες και καθηλωτικές αν τους χαμηλώσεις τη φωνή.

Και το ‘John Wick’, από την πρώτη κιόλας ταινία, αυτό ήταν. Το σκηνοθετικό δίδυμο του ορίτζιναλ, από το οποίο στο σίκουελ επιστρέφει μόνο ο Stahelski, αφήνει τον Keanu να γλυστρά μες στα χρώματα και τις σκιές παραδίδοντας γροθιές, σφαίρες και, αχμ, μολυβιές, σαν κινηματογραφικός ήρωας παλαιάς κοπής αλλά μοντέρνων ρυθμών. Στα ‘John Wick’ είναι σαν στην οθόνη να βλέπεις ακινητοποιημένα σώματα σε διαρκή κίνηση.

Ο John Wick του πάντα κουλ και απολαυστικού Keanu, δεν εκδικείται για τον σκύλο του αυτή τη φορά, αλλά πληρώνει χρέη, πληρώνει υποταγή σε μια ασφυκτική, τακτοποιημένη κοινωνία κανόνων, που κρύβει την αιματηρή άναρχη πραγματικότητα των θαμώνων της. Στο ξενοδοχείο Continental μια μάχη σώμα με σώμα που διαρκεί για ένα πεντάλεπτο και σου έχει κόψει την ανάσα (ο Keanu εναντίον του Common, η καλύτερη μάχη της ταινίας, με τα αγκομαχητά να αντικαθιστούν τα ηχητικά εφέ και τη μουσική και τα τσαλακωμένα σώματα να γίνονται το απόλυτο ειδικό εφέ) καταλήγει σε ένα πολιτισμένο ποτάκι στο μπαρ. O Ian McShane και ο σπουδαίος του συνδυασμός Πρεστίζ Φρυδιού και Στιβαρής Φωνής Exposition επιστρέφει ως διευθυντής του Ξενοδοχείου, ενώ κι ο Lance Reddick επιστρέφει ως concierge, καθώς ο σεναριογράφος Derek Kolstad συνεχίζει να εμπλουτίζει με εντυπωσιακό τρόπο τον κόσμο και τη μυθολογία του σύμπαντος που δημιούργησε με το πρώτο φιλμ.

(Φυσικά θα σημειώσουμε και την παρουσία της Ruby Rose ως πρωτοπαλίκαρο του κακού της ταινίας, η οποία μέσα σε ένα μήνα έχει εμφανιστεί στα πιο πρόσφατα σίκουελ των ‘John Wick’, ‘XxX’ και ‘Resident Evil’ και άρα κερδίζοντας ήδη το 2017 χωρίς να χρειάζεται να συμβούν οι υπόλοιποι 10μιση μήνες.)

Ο Wick ξεκινά από τις σκοτεινές, βρώμικες μαφιόζικες αποθήκες του πρώτου φιλμ, ξεπαστρεύοντας τον μικρό στρατό του Peter Stormare στην πρώτη σεκάνς. Η σκηνή δράσης εκεί, πάνω από τη μικρή λίμνη νερού είναι ένα πρώτο highlight της ταινίας, αλλά η ταινία δε μένει ποτέ στάσιμη σε αυτό το γνώριμο επίπεδο. Από τα λασπόνερα ως την μουσειακή κορύφωση, η διαδρομή του Wick συμπεριλαμβάνει τον Laurence Fishburne ως βασιλιά του δρόμου παιγμένο σε χαλαρό camp, ενώ τον Keanu στη Ρώμη υποδέχεται ο ίδιος ο Franco Nero αυτοπροσώπως.

Σε αυτό το σίκουελ, όσο πιο κοντά στη ‘Grande Bellezza’ του Sorrentino θα μπορούσε να έχει βρεθεί ποτέ μια περιπέτεια με τον Keanu Reeves, o John Wick ταξιδεύει στη Ρώμη για να ξεπληρώσει ένα παλιό χρέος αίματος και γίνεται σκιά κάτω από αγάλματα γιγάντων, σε κήπους με απομεινάρια της Ιστορίας, στα έγκατα ενός σπουδαίου αρχαίου πολιτισμού. Το context πάντα έχει σημασία, ειδικά όταν μιλάμε για έναν ήρωα που προσπαθεί ματαίως να ξεφύγει από το παρελθόν του αλλά το βρίσκει αδύνατον. Η διαδρομή που ενώνει τον Buster Keaton με τον Keanu Reeves δεν είναι ανόμοια με εκείνη που ενώνει το ζωντανό μουσείο της νυχτερινής Ρώμης με το ασαφές μουσείο μοντέρνας τέχνης στη Νέα Υόρκη όπου εκτυλίσσεται η σεκάνς κορύφωσης του φιλμ.

(Και όπου ο Wick και οι εχθροί του έρχονται αντιμέτωποι.... ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ. *δραματικό γκονγκ*)

Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας δε μπορεί παρά να προσέξει κανείς τον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι ήρωες-σώματα-εκθέματα δεν έχουν παρά ελάχιστη αλληλεπίδραση με τον υπόλοιπο κόσμο γύρω τους. Ο Wick πυροβολά με ακρίβεια ανάμεσα στον κόσμο που χορεύει, ενώ ένας φόνος στην πλατφόρμα του μετρό δεν έχει ως αποτέλεσμα ούτε έναν πανικόβλητο επιβάτη να τρέχει μακριά. Την ώρα μιας μάχης μες στο βαγόνι, οι λιγοστοί επιβάτες απλώς μετακινούνται διακριτικά σε διπλανά καθίσματα. Οι βουβοί κινηματογραφικοί ήρωες της ταινίας βρίσκονται παντού: σε προβολές σε τοίχους, σε μουσεία, στους δρόμους. Κι εμείς, θεατές μπροστά σε μια ακόμα τέλεια ομορφιά.

*Το ‘John Wick: Chapter 2’ προβάλλεται στις αίθουσες από την Spentzos Film.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ

Η κριτική μας για το πρώτο ‘John Wick’
Πόσα θύματα μετράει ο John Wick;
Τα ‘Fast Five’: 11 άψογες franchise ταινίες των 2000s
Το ρομπότ και το κορίτσι: O Michael Bay ως το ‘Transformers’
TAGS
REVIEWS
ADVERTISING
  • top stories
  • BEST OF NETWORK

ΣΙΝΕΜΑ