Photo by Steve Starr/CORBIS/Corbis via Getty Images/ Ideal Image
ΣΙΝΕΜΑ

Το 1993 ήταν η χρονιά που το Χόλιγουντ κατάλαβε ποιος είναι ο Steven Spielberg

Το 1993 ήταν μία μοναδική χρονιά για τον Steven Spielberg που δεν έχει ακόμη επαναληφθεί από κανέναν και καμία άλλη δημιουργό του σινεμά.

Τον Ιούνιο του 1993, ο Steven Spielberg κυκλοφόρησε τη σαρωτική μεταφορά του Jurassic Park του Michael Crichton. Στη συνέχεια επέστρεψε τον Δεκέμβριο με την αποθεωμένη Λίστα του Σίντλερ, ένα ασπρόμαυρο, τρίωρο έπος για το Ολοκαύτωμα. Το Jurassic Park ξεπέρασε το ίδιο το E.T. του Spielberg και έγινε η πιο εμπορικά επιτυχημένη ταινία όλων των εποχών παγκοσμίως – έναν τίτλο που κράτησε μέχρι να τον αρπάξει ο Τιτανικός το 1998 – ενώ η Λίστα του Σίντλερ χαιρετίστηκε αμέσως ως η καλλιτεχνική κορυφή του Spielberg, ένα instant classic που του χάρισε επιτέλους τα πρώτα του Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ταινίας. Ακόμη και η σχετικά χαμηλού προϋπολογισμού Λίστα του Σίντλερ ήταν επίσης blockbuster, με εισπράξεις άνω των 300 εκατομμυρίων δολαρίων. Είχε κανείς άλλος σκηνοθέτης χρονιά όπως ο Spielberg το 1993;

Είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς εκ των υστέρων, αλλά επί σχεδόν μία δεκαετία πριν από την κυκλοφορία του Jurassic Park, ο Spielberg βίωνε ένα είδος κάμψης — τουλάχιστον για τα δικά του στάνταρ. Το 1985 είχε κυκλοφορήσει το Color Purple, διασκευή του μυθιστορήματος της Alice Walker που πήγε καλά στο box office, αλλά δέχτηκε σκληρή κριτική για τον συναισθηματισμό του και για αυτό που ορισμένοι κριτικοί θεώρησαν χονδροειδή φυλετικά στερεότυπα.

Η ταινία ήταν η πιο ξεκάθαρη μέχρι τότε προσπάθεια του Spielberg να επιτύχει επιτέλους μια νίκη στα Όσκαρ, όπου το Color Purple έλαβε 11 υποψηφιότητες χωρίς να κερδίσει καμία, ενώ ο ίδιος ο Spielberg έμεινε χαρακτηριστικά εκτός υποψηφιοτήτων για την Καλύτερη Σκηνοθεσία.

Ακολούθησε το Empire of the Sun του 1987, άλλη μία απόπειρα πρεστίζ κινηματογράφου που άρεσε στους κριτικούς, αλλά απογοήτευσε εμπορικά. Το 1989 ήρθε η τεράστια επιτυχία του Indiana Jones and the Last Crusade, της τρίτης και —υποτίθεται— τελευταίας ταινίας της τριλογίας του Jones, αλλά την ίδια χρονιά το Always, ένα ρομαντικό φανταστικό δράμα, δεν κατάφερε να κερδίσει ούτε τους κριτικούς ούτε το κοινό. Το Hook του 1991 είναι σήμερα ένα αγαπημένο cult classic και υπήρξε αξιοσημείωτη εμπορική επιτυχία όταν κυκλοφόρησε, οι κριτικές όμως ήταν, ευγενικά μιλώντας, χλιαρές, ενώ ακόμη και η σημαντική εισπρακτική του πορεία δεν έφτασε τις προσδοκίες του στούντιο.

Jurassic Park Με τον νεαρό Joseph Mazzello στα γυρίσματα του Jurassic Park, 1993 (Photo by Murray Close/Getty Images) / Photo by Murray Close/Getty Images
Με τον νεαρό Joseph Mazzello στα γυρίσματα του Jurassic Park, 1993 (Photo by Murray Close/Getty Images)

Να τι έγραφε η η Diane K. Shah στους Los Angeles Times το 1993, σε ένα άρθρο για τον σκηνοθέτη που δημοσιεύτηκε ακριβώς όταν είχε κυκλοφορήσει η Λίστα του Σίντλερ:

«Στην πραγματικότητα, οι πολλές πλευρές του Steven Spielberg δεν ταίριαξαν ποτέ απόλυτα μεταξύ τους, τουλάχιστον στα μάτια των λεγεώνων του Χόλιγουντ που τον παρατηρούν στο μικροσκόπιο εδώ και πάνω από 25 χρόνια. Σκηνοθέτησε ένα επεισόδιο του Night Gallery όταν ήταν μόλις 20 ετών και έπειτα ξεχύθηκε μπροστά με μια παρέλαση αξιαγάπητων ή τρομακτικών πλασμάτων σε ταινίες που εντυπωσίαζαν με την τεχνική τους δεξιοτεχνία.

Αυτό τον έκανε wunderkind — παιδί-θαύμα — και τον κράτησε σε αυτή τη θέση πολύ καιρό αφότου έπαψε να είναι τέτοιο. Κάτι που δοκίμασε την υπομονή του Χόλιγουντ. Το ότι το παιδί-θαύμα είχε το άγγιγμα του Μίδα και σύντομα έγινε ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στο Χόλιγουντ δεν τον έκανε πιο συμπαθή.

Και όταν οι απόπειρές του σε πιο εκλεπτυσμένες ιστορίες με “αληθινούς ανθρώπους”, όπως το Color Purple και το Empire of the Sun, δεν κατάφεραν να συγκινήσουν πολλούς κριτικούς ή μέλη της Ακαδημίας Κινηματογράφου, βρέθηκε σε μια θέση “ούτε το ένα ούτε το άλλο”. Δεν ήταν ούτε ένας σκηνοθέτης που απλώς γύριζε παραμυθένιες ιστορίες, ούτε ένας άνθρωπος που δημιουργούσε υψηλή τέχνη.

Αντίθετα, ήταν ένας πολυμορφικός δημιουργός, που είχε κρατήσει για τον εαυτό του ένα εξαιρετικά περίεργο status. Ήταν ένας Μεγάλος Σκηνοθέτης με αστερίσκο δίπλα στον τίτλο — ένας Μεγάλος Σκηνοθέτης σε ένα είδος που δεν θεωρούνταν βασικό δραματικό γεγονός. Κι αυτό, επίσης, φαινόταν να ενοχλεί».


Η γνωστή απογοήτευση του Spielberg για την έλλειψη αναγνώρισης από την Ακαδημία —που ξεκινούσε από την αποτυχία του να λάβει υποψηφιότητα Καλύτερης Σκηνοθεσίας για τα Σαγόνια του Καρχαρία το 1975— ενίσχυε ακόμη περισσότερο αυτή την εντύπωση. «Με πέταξε έξω ο Fellini», είχε καταγραφεί να παραπονιέται ο σκηνοθέτης όταν ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες εκείνης της χρονιάς. Ο Alfred Hitchcock φέρεται να αρνήθηκε να συναντήσει τον Spielberg μετά την τεράστια επιτυχία του, αποκαλώντας περιφρονητικά τον θαυμαστή του «το αγόρι που έκανε την ταινία με το ψάρι».

Και σε αρκετά προχωρημένο στάδιο στην καριέρα του, ακόμη και οι υπερασπιστές του συνέχιζαν να τον παιδικοποιούν. Στην ενθουσιώδη κριτική της για το E.T., η Pauline Kael περιέγραψε τη σκηνοθεσία του Spielberg ως «σαν ένα παιδί-σοπράνο που τραγουδά με χαρά» — ένας περίεργος χαρακτηρισμός για έναν τότε 35χρονο βετεράνο της βιομηχανίας.

Ήταν εύκολο να καρικατουροποιηθεί ο Spielberg ως ένα παιδί-θαύμα που μετατράπηκε σε χρυσή χήνα, ο απόλυτος άνθρωπος των στούντιο σε μια δεκαετία κατά την οποία τα στούντιο προσπαθούσαν να ανακτήσουν τον έλεγχο της βιομηχανίας από τους auteurs του Νέου Χόλιγουντ της δεκαετίας του ’70. Όταν οι απόπειρες του σκηνοθέτη για σοβαρό έργο δεν εντυπωσίασαν στα Όσκαρ και, στην περίπτωση του Empire ούτε στο box office, οι επικριτές του φάνηκαν να δικαιώνονται: ίσως το χαρισματικό παιδί έπρεπε απλώς να μείνει στα παιδικά πράγματα.

Και μετά ήρθε το Jurassic Park.

Ο Spielberg στα γυρίσματα του Jurassic Park Με Sam Neill και Laura Dern στα γυρίσματα του Jurassic Park (Photo by Murray Close/Getty Images) / (Photo by Murray Close/Getty Images)
Με Sam Neill και Laura Dern στα γυρίσματα του Jurassic Park (Photo by Murray Close/Getty Images)

Ο Spielberg σε πλήρες popcorn mode, αλλά με ένα νέο ψηφιακό οπλοστάσιο. Η ταινία ήταν ένας άθλος παραγωγής: animatronics σε φυσικό μέγεθος από τον Stan Winston, μαζί με πρωτοποριακά CGI από την Industrial Light & Magic. Ο Spielberg γύρισε την ταινία σαν horror movie μεταμφιεσμένο σε περιπέτεια.

Η ταινία καταβρόχθισε το παγκόσμιο box office. Απέφερε πάνω από 900 εκατομμύρια δολάρια στην αρχική της κυκλοφορία και τελικά ξεπέρασε το φράγμα του ενός δισεκατομμυρίου μέσα από επανεκδόσεις. Έσπασε ρεκόρ σχεδόν σε κάθε αγορά, έγινε αυτοκρατορία merchandising και πυροδότησε μια παγκόσμια δεινοσαυρομανία. Με το Jurassic Park, ο Spielberg επέστρεψε μεγαλύτερος από ποτέ, αλλά η ταινία ήταν κάτι περισσότερο από δυνατές συγκινήσεις.

Ο Spielberg χρησιμοποίησε το CGI ως επέκταση του κινηματογραφικού δέους, ισορροπώντας τα cutting-edge οπτικά εφέ με τα πρακτικά εφέ, συνδυάζοντας αβίαστα επιστημονική φαντασία, κωμωδία, περιπέτεια, σασπένς και μερικές κλασικές horror στιγμές. Θα έπρεπε να είναι σχεδόν αδύνατο για B-movie creature features να είναι τόσο καλές όσο το Jurassic Park και τα Σαγόνια του Καρχαρία. Ο Spielberg το πέτυχε δύο φορές.

Την εποχή της κυκλοφορίας του Jurassic Park, πολλές κριτικές ήταν ανάμεικτες, επαινώντας τα πρωτοποριακά ψηφιακά εφέ της ταινίας, αλλά θρηνώντας τις τονικές της ασυνέπειες και την έλλειψη βάθους στους χαρακτήρες. «Τους βλέπουμε νωρίς και συχνά, και πράγματι είναι ένας θρίαμβος της τέχνης των ειδικών εφέ», έγραψε ο θρυλικός κριτικός κινηματογράφου Roger Ebert για τους δεινόσαυρους, «αλλά από την ταινία λείπουν άλλες ποιότητες που χρειάζεται ακόμη περισσότερο, όπως μια αίσθηση δέους και θαυμασμού», ενώ «οι ανθρώπινοι χαρακτήρες είναι ένα μπουλούκι από μισοσχηματισμένες, πρόχειρα σκιαγραφημένες προσωπικότητες». Παρ’ όλα αυτά, ο Ebert έδωσε απρόθυμα στην ταινία τρία αστέρια: «Θέλετε σπουδαίους δεινόσαυρους; Τους έχετε».


Η Λίστα του Σίντλερ ήρθε έξι μήνες αργότερα, ίσως στην πιο θριαμβευτική αλλαγή κατεύθυνσης που είχε ποτέ μέσα σε μία χρονιά σκηνοθέτης του Χόλιγουντ. Είναι ακόμη ο πιο εμπορικά επιτυχημένος σκηνοθέτης όλων των εποχών και ισοβαθμεί με τον William Wyler για τη σκηνοθεσία των περισσότερων ταινιών υποψήφιων για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας (με 13).

Ο ένας δρόμος οδηγούσε στη δόξα του box office, ο άλλος στην καλλιτεχνική νομιμοποίηση. Ο Spielberg πήρε και τους δύο.

Κάνοντας κριτική στη Λίστα του Σίντλερ στο New York Magazine, ο David Denby έγραψε με ενθουσιασμό ότι ήταν σαν ο Spielberg «να κατάλαβε για πρώτη φορά γιατί ο Θεός του έδωσε τόσο εξαιρετικές δεξιότητες». Ο Stanley Kauffmann του New Republic χαρακτήρισε την ταινία «μια ευπρόσδεκτη έκπληξη από έναν σκηνοθέτη που μας έχει δώσει πολύ αγορίστικο esprit, πολλή ευρηματικότητα, αλλά λίγη σοβαρότητα» και συνέχισε σημειώνοντας:

«Αυτό ίσως είναι η αρχή μιας νέας περιόδου στην τεράστια καριέρα του Spielberg — Μέρος Δεύτερο: Ο Άντρας». Ο Kenneth Turan των Los Angeles Times επαίνεσε την ταινία επειδή δημιούργησε «όσο ανεξίτηλη εικόνα του Ολοκαυτώματος επιτρέπει μια ταινία μυθοπλασίας».

Ο Spielberg επέμεινε να γυρίσει τη Λίστα του Σίντλερ σε ασπρόμαυρο, όχι ως καλλιτεχνική επίδειξη, αλλά ως ηθική στάση. Ήθελε η ταινία να μοιάζει με ντοκιμαντέρ. Το περίφημο κόκκινο παλτό, μία από τις ελάχιστες χρήσεις χρώματος στην ταινία, έγινε σύμβολο αθωότητας και απώλειας. Η παραγωγή ήταν λιτή, γυρισμένη σε μεγάλο βαθμό σε πραγματικές τοποθεσίες στην Κρακοβία, με τη συμμετοχή πραγματικών επιζώντων του Ολοκαυτώματος. Ο σκηνοθέτης αρνήθηκε να πάρει αμοιβή για την ταινία και αργότερα ίδρυσε το Shoah Foundation με τα έσοδά του.

Η ταινία χαρακτηρίστηκε αμέσως ως αριστούργημα και κέρδισε 7 Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερης Σκηνοθεσίας. Έγινε υποχρεωτική θέαση σε σχολεία, μουσεία και προγράμματα εκπαίδευσης για το Ολοκαύτωμα.

Ο Spielberg με τον Andrzej Wajda Με τον Πολωνό σκηνοθέτη Andrzej Wajda, σε ένα από τα ταξίδια του στην Πολωνία για τις ανάγκες της Λίστας του Σίντλερ (Photo by Wojtek Laski/Getty Images) / Photo by Wojtek Laski/Getty Images
Με τον Πολωνό σκηνοθέτη Andrzej Wajda, σε ένα από τα ταξίδια του στην Πολωνία για τις ανάγκες της Λίστας του Σίντλερ (Photo by Wojtek Laski/Getty Images)

Ο χρόνος, φυσικά —όπως συμβαίνει με τα περισσότερα πράγματα— έχει αφαιρέσει τα ροζ γυαλιά γύρω από την ταινία. Συχνά ασκείται κριτική ότι η ταινία είναι «ακατάλληλα όμορφη» – στοιχεία όπως το διάσημο «κορίτσι με το κόκκινο παλτό» που προαναφέρθηκε και η αυστηρή φωτογραφία του Kamiński θεωρούνται από τους επικριτές της ως στυλιζαρισμένη εκμετάλλευση πραγματικού ανθρώπινου πόνου. Μία αισθητικοποίηση του τραύματος. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η εστίαση σε μια αφήγηση όπου περίπου 1.200 άνθρωποι σώζονται προσφέρει μια feel-good λύση που δυνητικά ευτελίζει την κλίμακα των έξι εκατομμυρίων δολοφονημένων.

Επίσης, πολλοί συμφωνούν ότι ο τελικός μονόλογος του Σίντλερ —όπου καταρρέει επειδή εύχεται να είχε σώσει περισσότερους— μυθοπλαστικοποιεί και επικεντρώνει την αφήγηση στη λύτρωση ενός Γερμανού σωτήρα αντί στην αυτενέργεια των θυμάτων. Αυτά είναι μόνο μερικά από τα επιχειρήματα εναντίον της ταινίας, με τα οποία σε τεράστιο βαθμό συμφωνώ.

Παρόλα αυτά, η Λίστα του Σίντλερ είναι μια ταινία για την τερατωδία, στην οποία τα τέρατα είναι άνθρωποι — άρα όχι πραγματικά τέρατα. Είναι όμως και ένας στοχασμός πάνω στην επιμονή και την ηθική, καθώς και πάνω στη μόνιμη δυνατότητα των ατελών ανθρώπων για λύτρωση. Η στροφή της τελευταίας πράξης προς έναν πιο συμβατικά σπιλμπεργκικό ανθρωπισμό και μια αίσθηση ελπίδας έχει εδώ και καιρό δεχτεί κριτική, αλλά ο Spielberg μάλλον δεν ήταν ικανός να τελειώσει την ταινία του με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Έχει αφιερώσει πάνω από 50 χρόνια αδιάκοπης ενέργειας και ακλόνητης πίστης στο ότι εμείς οι άνθρωποι αξίζουμε τον κόπο.

Η κυρίαρχη κριτική ιδέα, όμως, ότι με τη Λίστα του Σίντλερ ο Spielberg έκανε επιτέλους μια σπουδαία ταινία αντάξια του ταλέντου του, έχει γεράσει χειρότερα και από το Jurassic Park και από τη Λίστα του Σίντλερ. Και λέει περισσότερα για τις κυρίαρχες κοινοτοπίες της κινηματογραφικής κριτικής στα τέλη του 20ού αιώνα παρά για τη φιλμογραφία του Spielberg μέχρι εκείνο το σημείο.

Η ιδέα ότι οι προηγούμενες ταινίες του, όπως το Raiders of the Lost Ark, το E.T., τα Σαγόνια του Καρχαρία, οι Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου —ταινίες που εξακολουθούν να διαμορφώνουν γενιές— δεν ήταν σοβαρές ταινίες, απλώς προδίδει την ανάγκη των ανθρώπων να διευρύνουν τις δικές τους προκαταλήψεις για το τι είδους ταινίες αξίζουν να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Η αντίληψη ότι ο Spielberg ήταν κάποιος χαρισματικός τεχνίτης, ανίκανος για ποικιλία, δεν ήταν ποτέ πραγματικά αληθινή.

Είχε ήδη κάνει δύο διαφορετικές ταινίες μέσα στην ίδια χρονιά και θα το έκανε πολλάκις ξανά αργότερα: Indiana Jones and the Last Crusade/Always το 1989, The Lost World: Jurassic Park/Amistad το 1997, Minority Report/Catch Me If You Can το 2002, War of the Worlds/Munich το 2005, The Adventures of Tintin/War Horse το 2011.

Και ο λόγος που αξίζει να αναφέρουμε πόσο μεγάλες υπήρξαν οι ταινίες του μέσα στον τελευταίο μισό αιώνα είναι για να αναρωτηθούμε μήπως θεωρήσαμε το όραμά του δεδομένο, ακριβώς επειδή ζει μέσα μας.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.