Οδύσσεια: Με την τελευταία πράξη του, ο Christopher Nolan δικαιώνει το θαλασσοδαρμένο ταξίδι
Η Οδύσσεια είναι μόνο η πιο μεγαλειώδης ταινία του Nolan, αλλά και η πιο χαμηλόφωνη, παρά την κλίμακά της.
- 16 ΙΟΥΛ 2026
Έχω απολαύσει σχεδόν όλες τις ταινίες του Christopher Nolan. Έως και αγαπήσει τις περισσότερες από το Interstellar κι έπειτα – το Tenet ήταν κατά γενική ομολογία στραβοπάτημα αλλά όλοι και όλες οι δημιουργοί δικαιούνται τουλάχιστον ένα τέτοιο – γιατί σιγά-σιγά, ένας από τους πιο γεωμετρικούς σκηνοθέτες μας, αποστασιοποιημένος κατά τόπους, άρχισε να αποψύχεται και να μου επιτρέπει να συνδέομαι πιο ισχυρά, από συναισθηματικής άποψης, με τα πονήματά του. Από ολόκληρη τη φιλμογραφία του, η Οδύσσεια αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές.
Και θα ήταν πάντοτε ιδανικό υλικό για τον Nolan. Εμπεριέχει ήδη όλα όσα χαρακτηρίζουν τις πιο εμβληματικές ταινίες του: έναν πρωταγωνιστή απόλυτα προσηλωμένο σε έναν στόχο, που τον οδηγεί σε μια σειρά από απίθανες δοκιμασίες.
Από το Memento μέχρι τα Interstellar, Tenet και Oppenheimer, οι ήρωες του Nolan καλούνται να ολοκληρώσουν μια αποστολή που ξεπερνά τα όριά τους, τη στιγμή που το προσωπικό τίμημα της αποστολής αυτής γίνεται ολοένα και βαρύτερο. Ο Οδυσσέας έχει έναν μόνο σκοπό, να επιστρέψει στην Ιθάκη του. Για να το πετύχει όμως, πρέπει να καταφύγει σε μεταμφιέσεις, ψέματα, θυσίες και, κυρίως, να έρθει αντιμέτωπος με τον άνθρωπο που έχει γίνει μετά τον πόλεμο.
Στην πρωτότυπη μορφή της, η Οδύσσεια είναι ήδη δομημένη ως κινηματογραφικό παζλ. Η αφήγηση ξεκινά στην Ιθάκη, με τον Οδυσσέα απόντα, ενώ το ταξίδι του αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα από αναδρομές, αφηγήσεις τρίτων και την παράλληλη πορεία του Τηλέμαχου. Ο ίδιος ο Nolan έχει χαρακτηρίσει το ομηρικό έπος «την πρώτη μη γραμμική αφήγηση», συνδέοντάς το ευθέως με τη διαχρονική του εμμονή με τις κατακερματισμένες αφηγηματικές δομές κα με τον χρόνο ως δύναμη που διαμορφώνει την ανθρώπινη ταυτότητα.
Στη δική του Οδύσσεια, η ιστορία ξεκινάει από το νησί της Καλυψώς, με τον Οδυσσέα του Matt Damon να προσπαθεί να ενώσει τα κομμάτια του παρελθόντος του. Ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματα του Damon ως ηθοποιού είναι η αίσθηση αξιοπιστίας που αποπνέει στην οθόνη — ένα χαρακτηριστικό που πολλοί σκηνοθέτες έχουν αξιοποιήσει, είτε επιβεβαιώνοντας, είτε ανατρέποντάς το (ο ίδιος ο Nolan τον επέλεξε για τον ρόλο ενός επιστήμονα στο Interstellar που μοιάζει, αρχικά, σωτήρας, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί τελικά ο άνθρωπος που προδίδει ολόκληρη την αποστολή).
Είναι ο Everyman, αλλά είναι και ο Jason Bourne, και ο Οδυσσέας βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα σε αυτές τις δύο όψεις – του καθημερινού ανθρώπου και του υπερήρωα. Η Anne Hathaway ως Πηνελόπη είναι ίσως ο πιο συνολικά καλογραμμένος γυναικείος χαρακτήρας του Nolan, το ήμισυ ενός λαβ στόρι μεσηλίκων που αποχαιρετά διστακτικά τον γιο της Τηλέμαχο πριν ξεκινήσει για το δικό του ταξίδι ενηλικίωσης (ο Tom Holland έχει τον απαραίτητο συνδυασμό αθωότητας και ωριμότητας για έναν χαρακτήρα που πρέπει να μεταμορφωθεί από αγόρι σε άνδρα).
Η Καλυψώ της Charlize Theron, με τη δική της ατζέντα και συμπονετική συνάμα, είναι πιο ενδυματολογικά και σκηνογραφικά τακτοποιημένη απ’ ότι χρειάζεται, η απόφαση όμως να γίνει η αφετηρία της αφήγησης δεν είναι τεχνικά λανθασμένη.
Ο Nolan ωστόσο, πιάνοντας την ιστορία από εκεί και βρίσκοντας τους υπόλοιπους χαρακτήρες στα αντίστοιχα σημεία τους, μπαίνει στον πειρασμό να βάλει χαρακτήρες να υπερεξηγούν τις συνθήκες τους, τις σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους, συχνά με τρόπο μη οργανικό. Ευτυχώς, αυτό το σεναριακό άγχος να βρεθούμε όλοι στην ίδια σελίδα δεν διαρκεί για πολύ.
Επίσης στην έναρξη, αναφέρεται πως πρόκειται για μία εποχή που μοιάζει μαγική, όμως ο κόσμος της ταινίας δεν ορίζεται από τη μαγεία. Είναι ένας κόσμος απτός και καθηλωτικός, όπου το υπερφυσικό υπάρχει ως φυσική προέκταση της πραγματικότητας. Για να ενισχύσει την αίσθηση αυτού του γήινου, υλικού κόσμου, ο Nolan ζήτησε από τη μουσική του Ludwig Göransson να αποπνέει την αίσθηση της Εποχής του Χαλκού, αποφεύγοντας τις βροντερές, επιβλητικές ορχηστρικές συνθέσεις που συχνά συνοδεύουν τα ιστορικά έπη.
Οι απέριττες νότες της λύρας που ντύνουν την ταινία, ισορροπούν ανάμεσα σε ένα ατμοσφαιρικό ηχοτοπίο και μία πιο παραδοσιακή μουσική επένδυση, σε σημείο που συχνά δεν μπορεί κανείς να διακρίνει πού τελειώνει το πρώτο και πού αρχίζει η δεύτερη.
Το στοιχείο φαντασίας, πάντως, αγκαλιάζεται εδώ πολύ περισσότερο απ’ ότι έγινε ποτέ στη Dark Knight τριλογία, άλλοτε με μεγαλύτερη, άλλοτε με μικρότερη επιτυχία. Η απόδοση των Transformers Λαιστρυγόνων είναι το μελανότερο σημείο στη ροή των περιπετειών, ο μεγαλοπρεπής, DelTor-ικός όμως Κύκλωπας εντυπώνεται άμεσα και η καταραμένη σεκάνς των πνευμάτων του Κάτω Κόσμου επιβεβαιώνει όσους θέλουμε να δούμε ταινία τρόμου από τον Nolan.
Εκεί, ο Elliot Page ως Σίνων, ο χαρακτήρας της Αινειάδας που ειδοποίησε τους Τρώες για τον Δούρειο Ίππο, στέλνει ουσιαστικά τον Οδυσσέα στο πιο εσωτερικό του ταξίδι, πυροδοτώντας έναν ακόμη στόχο για τον ήρωα – να τιμήσει τα νεκρά πληρώματα που άφησε πίσω του. Δεν θα είναι η τελευταία φορά που ο Οδυσσέας θα κληθεί να αντιμετωπίσει τις αμαρτίες του ως εγκληματίας πολέμου, ενώ η υποπλοκή του Σίνωνα σε αντίστιξη με τον δόλιο Αντίνοο ενός ακαταμάχητου Robert Pattinson σε ρόλο villain, σχολιάζει ένα ακόμη έγκλημα – τη στρατολόγηση παιδιών.
Γι’ αυτά τα εγκλήματα ενδιαφέρεται περισσότερο από όλα ο Nolan, το πώς η Αμερική και ο Δυτικός Κόσμος τα διαπράττουν και μετά ανασκευάζουν την αφήγησή τους σε ηρωική εκδοχή για τα τραγούδια τους.
Ο Οδυσσέας θέλει να γυρίσει σπίτι του, ναι, είναι όμως κι ένας άνδρας που ζητά εκδίκηση για τις συνέπειες της δικής του ύβρεως, και πρέπει να πάρει απόφαση πως η εποχή του τελειώνει (πάνω σε αυτό, ενώ η Οδύσσεια θα ήταν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να απαθανατιστεί η πολύχρωμη καλλιτεχνική έκφραση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην οθόνη, η σκοτεινή, στεγνότερη απόδοση του Nolan ταιριάζει άψογα με τις εσωτερικές αντηχήσεις της ταινίας και την έκπτωση ενός πολιτισμού).
Η Οδύσσεια δεν είναι μόνο η πιο μεγαλειώδης ταινία του Nolan – και όπως όλες οι top-tier ταινίες του θα λειτουργήσει ακόμα καλύτερα στη δεύτερη θέαση, όταν θα γνωρίζουμε πια τους ρυθμούς και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της – αλλά και η πιο χαμηλόφωνη παρά την κλίμακά της, που ξεπερνά οτιδήποτε έχει κάνει μέχρι σήμερα ο δημιουργός. Είναι ίσως και η πιο μελαγχολική, συνεχίζοντας το υπαρξιακό και πολιτισμικό αίσθημα απελπισίας που διαπερνούσε το Oppenheimer. Και η Ιθάκη δεν είναι απλώς ο τελικός προορισμός του ταξιδιού, είναι ο τόπος της επιστροφής, της ταυτότητας και της ελπίδας πως ο πόλεμος δεν θα αποτελέσει το τελευταίο κεφάλαιο στη ζωή του Οδυσσέα.
Αυτό το τελευταίο κεφάλαιο βέβαια είναι μία ανεξίτηλη κορύφωση που ανταμείβει όλο το ταξίδι μας ως εκεί, λες και ο Nolan έκανε την Οδύσσεια για να μπορέσει να γυρίσει το τέλος της. Και όπως σε όλες σχεδόν τις ταινίες του, είναι φινάλε που σε κάνει να επανερμηνεύσεις σχεδόν όλα όσα έχεις δει μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Τα ερωτήματα που θέτει η Οδύσσεια και μεταφέρει ο Nolan διεισδύουν στις πιο σκοτεινές πτυχές των ανθρώπινων σχέσεων. Πόσο πραγματικά ελέγχουμε τη μοίρα μας; Τι σημαίνει να είσαι καλός ηγέτης, καλός άνθρωπος ή καλός σύζυγος; Ποια είναι τα όρια της εκδίκησης; Από τι αποτελείται ένας γάμος και πώς μπορεί να επιβιώσει από τον αποχωρισμό, τις διαφορετικές εμπειρίες και το πέρασμα του χρόνου; Πώς οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τους ξένους που φτάνουν στις ακτές μας; Πώς μπορεί ένας στρατιώτης, επιστρέφοντας από τη φρίκη του πολέμου, να επανενταχθεί σε μία ειρηνική κοινωνία και πώς θα αντιμετωπίσει το αίμα στα χέρια του;
Κανένα από αυτά τα ερωτήματα δεν είναι αφηρημένο, οι άνθρωποι συνεχίζουν να τα αντιμετωπίζουν καθημερινά, και όποια κι αν είναι τελικά η θέση που θα βρει η Οδύσσεια του Christopher Nolan στην ιστορία του σινεμά — είτε αποδειχθεί ένας αδιαμφισβήτητος θρίαμβος, είτε μία ταινία που θα διχάσει — το φιλμ του σεβάστηκε τόσο το αρχικό έργο, που θα μιλάει πάντοτε στο παρόν.
Βαθμολογία: 82/100
Η Οδύσσεια κυκλοφορεί από 16 Ιουλίου από την Tanweer.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.