Cristina Gottardi / Unsplash
ΕΡΕΥΝΑ

Ο ανορθόδοξος τρόπος για να μάθεις μία ξένη γλώσσα, σύμφωνα με έρευνα

Μία όχι και τόσο δομημένη μέθοδος εκμάθησης ίσως είναι το κλειδί για να εξοικειωθείς με μία ξένη γλώσσα.

Αν θέλεις να μάθεις πραγματικά μια ξένη γλώσσα, ίσως θα πρέπει να αφήσεις στην άκρη την αποστήθιση λεξιλογίου και γραμματικών κανόνων και να επικεντρωθείς πρώτα στον τρόπο με τον οποίο ακούγεται η γλώσσα. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας επιστημονικής έρευνας για τους μηχανισμούς εκμάθησης ξένων γλωσσών.

Σύμφωνα με τη μελέτη, όπως αναφέρει η Guardian, οι άνθρωποι με ιδιαίτερη κλίση στην εκμάθηση γλωσσών φαίνεται να αντιλαμβάνονται τους άγνωστους ήχους μιας ξένης γλώσσας περισσότερο ως ηχητικά ερεθίσματα και λιγότερο ως λέξεις, αποφεύγοντας την αυτόματη αντιστοίχισή τους με τα ηχητικά μοτίβα της μητρικής τους γλώσσας.

Συνήθως, όταν μαθαίνουμε μια νέα γλώσσα, προσπαθούμε να αποκωδικοποιήσουμε τους ήχους της με βάση όσα ήδη γνωρίζουμε από τη μητρική μας. Όσο μεγαλύτερες είναι οι διαφορές στην προφορά και στα φωνητικά χαρακτηριστικά των δύο γλωσσών, τόσο δυσκολότερη μπορεί να αποδειχθεί η εκμάθηση της νέας. Ορισμένοι μαθητές όμως καταφέρνουν να κατακτήσουν ακόμη και τις πιο απαιτητικές προφορικές διακρίσεις με μεγαλύτερη ευκολία.

Για να διερευνήσουν τους λόγους, ερευνητές από το University College London (UCL) και το Πανεπιστήμιο Τοχόκου της Ιαπωνίας εξέτασαν την ακουστική ακρίβεια 67 Ιαπώνων που μάθαιναν αγγλικά. Οι ερευνητές αξιολόγησαν την ικανότητά τους να εντοπίζουν ανεπαίσθητες μεταβολές στο ύψος, τη διάρκεια και τον τόνο μη γλωσσικών ήχων. Παράλληλα, χρησιμοποίησαν λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), προκειμένου να καταγράψουν την εγκεφαλική δραστηριότητα των συμμετεχόντων όταν προσπαθούσαν να διακρίνουν αγγλικά φωνήεντα που δεν υπάρχουν στην ιαπωνική γλώσσα.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι διέθεταν υψηλότερη ακουστική ακρίβεια μάθαιναν την προφορά της νέας γλώσσας ταχύτερα και με μεγαλύτερη ακρίβεια. Επιπλέον, κατά την επεξεργασία των ξένων ήχων βασίζονταν λιγότερο στο αριστερό αισθητικοκινητικό σύστημα του εγκεφάλου, το οποίο συμμετέχει στην επεξεργασία της γλώσσας. Αντίθετα, τα πρότυπα εγκεφαλικής δραστηριότητάς τους έμοιαζαν περισσότερο με εκείνα που παρατηρούνται όταν ο εγκέφαλος επεξεργάζεται ήχους που δεν αποτελούν ομιλία. Με άλλα λόγια, όταν η αντίληψη των νέων ήχων επηρεάζεται λιγότερο από τα ήδη εδραιωμένα φωνητικά μοτίβα της μητρικής γλώσσας, γίνεται ευκολότερη η ακριβής αναγνώριση και αναπαραγωγή τους.

Στον αντίποδα, οι συμμετέχοντες με χαμηλότερη ακουστική ακρίβεια βασίζονταν περισσότερο στο αριστερό αισθητικοκινητικό δίκτυο, αξιοποιώντας τα πρότυπα προφοράς της μητρικής τους γλώσσας για να επεξεργαστούν ήχους που τους ήταν άγνωστοι. Τα ευρήματα επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για το κατά πόσο οι δυσκολίες στην εκμάθηση ξένων γλωσσών οφείλονται σε έμφυτες ικανότητες ή, σε μεγαλύτερο βαθμό, στις ευκαιρίες εξάσκησης και στις μεθόδους διδασκαλίας.

Ο καθηγητής Kazuya Saito-van Poeteren, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και καθηγητής εκπαίδευσης στη δεύτερη γλώσσα στο Ινστιτούτο Εκπαίδευσης του UCL, απορρίπτει την άποψη ότι οι Βρετανοί έχουν εκ φύσεως μικρότερη ικανότητα στην εκμάθηση γλωσσών.

«Δεν πιστεύω ότι οι Βρετανοί είναι βιολογικά λιγότερο ικανοί στις γλώσσες. Το πρόβλημα πιθανότατα έγκειται στο ότι πολλοί άνθρωποι έχουν πολύ περιορισμένη ουσιαστική επαφή με μια ξένη γλώσσα, σε συνδυασμό με διδακτικές μεθόδους που δεν καλλιεργούν κατ’ ανάγκην τις ακουστικές δεξιότητες οι οποίες θα τους επέτρεπαν να αξιοποιήσουν στο έπακρο αυτή την περιορισμένη έκθεση», σημειώνει. Όπως εξηγεί, όταν κάποιος ακούει και χρησιμοποιεί μια ξένη γλώσσα μόνο για λίγες ώρες την εβδομάδα, η ικανότητα να αντιλαμβάνεται με ακρίβεια τους ήχους μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο.

Οι μαθητές με υψηλή ακουστική ακρίβεια μπορούν να αξιοποιούν αποτελεσματικά ακόμη και την περιορισμένη επαφή με τη γλώσσα, ενώ όσοι δυσκολεύονται περισσότερο ενδέχεται να χρειάζονται πολύ μεγαλύτερη έκθεση προτού οι άγνωστοι ήχοι εδραιωθούν στην αντίληψή τους. Όπως προκύπτει από τη νέα αυτή μελέτη, η εξοικείωση με τους ήχους, η προσεκτική ακρόαση και η εξάσκηση στη διάκριση των φωνητικών διαφορών μπορεί να είναι τα κλειδιά για την κατάκτηση μιας ξένης γλώσσας.

Τα ευρήματα υποδηλώνουν επίσης ότι τα σχολεία θα πρέπει να εστιάζουν πολύ περισσότερο στους ήχους παρά απλώς στη γραμματική και το λεξιλόγιο κατά τη διδασκαλία των σύγχρονων γλωσσών, πρόσθεσε.

«Η εκπαίδευση στις ξένες γλώσσες θα πρέπει να ξεπεράσει μια προσέγγιση που βασίζεται στην “περισσότερη εξάσκηση” και να στραφεί προς μια προσέγγιση που αναπτύσσει την ακουστική αντίληψη των μαθητών για την εκμάθηση γλωσσών, σύμφωνα με τα ακουστικά χαρακτηριστικά τους», ανέφερε.

Απαντώντας στα ευρήματα, ο καθηγητής Padraic Monaghan, καθηγητής γνωστικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ, δήλωσε: «Η παραδοσιακή εκμάθηση γλωσσών βασίζεται στη δομημένη εξάσκηση, αλλά ο εγκέφαλός μας είναι φυσικά προσαρμοσμένος να αποκτά γλώσσες μέσω της έκθεσης. Η μελέτη αυτή επιβεβαιώνει πόσο ζωτικής σημασίας είναι η ακρόαση για τη μάθηση, αν και οι μαθητές διαφέρουν ως προς την ευαισθησία τους στους ήχους, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια της ακρόασης νέων γλωσσικών ήχων».

Aκολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.