Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος
ΒΙΒΛΙΟ

Γιώργος Συμπάρδης: «Όπως πρέπει να φάω για να ζήσω, έτσι πρέπει και να γράψω»

Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας σε μια εκ βαθέων συνομιλία που διατρέχει όλη του τη ζωή με αφετηρία το τελευταίο του βιβλίο και προορισμό την πρώτη του ανάμνηση.

Αφορμή για τη συνάντηση με τον πολυβραβευμένο Γιώργο Συμπάρδη μια πολύ βροχερή, φθινοπωρινή μέρα αποτέλεσε το τελευταίο του βιβλίο, «Νύχτες με την Κάλλη» (εκδ. Μεταίχμιο), που κυκλοφόρησε λίγο μετά την έναρξη της φετινής άνοιξης, μια νουβέλα εμπνευσμένη από τις «Λευκές νύχτες» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, με τη δράση της να τοποθετείται στην άδεια, καλοκαιρινή Αθήνα, και συγκεκριμένα στα Πετράλωνα εν μέσω αυγουστιάτικου καύσωνα, και να έχει να κάνει με όσα λέγονται -αλλά και όσα δεν λέγονται, όπως άλλωστε και στα υπόλοιπα βιβλία του 81χρονου σήμερα συγγραφέα- στις τέσσερις νυχτερινές συναντήσεις του αφηγητή με μια αινιγματική γυναίκα που εμφανίζεται ξαφνικά και συνταράσσει τη ζωή του.

Εκτός αυτού όμως λίγοι μήνες απομένουν μέχρι τη συμπλήρωση 40 ετών από το ντεμπούτο του στην ελληνική πεζογραφία, κάτι που και ο ίδιος αναπόφευκτα έχει κατά νου, ίσως όμως όχι με τον τρόπο που θα περίμενε κάποιος από ένα συγγραφέα που συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους της γενιάς του.

Με αφετηρία αυτή την επικείμενη επέτειο φτάσαμε ως την αρχή της ζωής του, τότε που παίζοντας έπεσε στη φωτιά.

«Ξεκινώντας ένα βιβλίο ξέρω από την αρχή αν θα τελειώσω, ή, για να το πω αλλιώς, πόσα ψάρια θα πιάσω» 

Του χρόνου με το καλό θα συμπληρωθούν τέσσερις δεκαετίες από την έκδοση του «Μέντιουμ», του πρώτου σας βιβλίου. Σας απασχολεί με κάποιο τρόπο αυτή η επέτειος;

Πράγματι, ομολογώ ότι μου έχει περάσει από το μυαλό. Άραγε έκανα τίποτα; σκέφτομαι.

Έχετε όντως αυτή την αγωνία; Αν έχετε αφήσει μέχρι σήμερα το σημάδι σας στην ελληνική πεζογραφία;

Όχι ακριβώς αυτό, περισσότερο αν αξίζουν τα βιβλία που έχω γράψει. Το σημάδι που λέτε είναι κάτι άλλο, είναι μεγάλη κουβέντα.

Το ότι έχετε τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, το Βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη) και το Διεθνές Βραβείο Καβάφη, δεν λειτουργεί επιβεβαιωτικά;

Οι διακρίσεις κάτι σημαίνουν ασφαλώς. Αλλά δεν σημαίνουν πολλά πράγματα. Υπάρχουν σπουδαίοι συγγραφείς που δεν έχουν βραβευτεί ποτέ. Αρκεί το κραυγαλέο παράδειγμα του Καβάφη για να καταλάβει κανείς τι εννοώ. Ο Καβάφης είναι ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές παγκοσμίως. Δεν βραβεύτηκε με Νόμπελ, έτσι δεν είναι; Ούτε ο Φίλιπ Ροθ, ο οποίος μου αρέσει πολύ, πήρε το Νόμπελ. Παρεμπιπτόντως διάβασα πρόσφατα τη Χαν Γκανγκ που πήρε το βραβείο. Ομολογώ πως δεν μου τράβηξε καθόλου το ενδιαφέρον.

Άρα πώς διαχειρίζεστε αυτή την αγωνία; Ή πρόκειται για ένα ερώτημα που για εσάς ως συγγραφέα -ίσως δε και για όλους τους συγγραφείς- δεν απαντάται ποτέ οριστικά;

Θα ήθελες να είναι καλά τα βιβλία σου. Θα ήθελες να διαβάζονται και στο μέλλον, όταν πια θα έχεις φύγει απ’ αυτή τη ζωή. Αλλά δεν μπορείς να παραβλέψεις την κατάσταση που επικρατεί. Ο κύκλος των ανθρώπων που πραγματικά ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία είναι μικρός.

Είναι λοιπόν η ποσότητα και η ποιότητα των δυνητικών αναγνωστών σας κάτι που σας απασχολεί ενώ γράφετε;

Εγώ θέλω τον αναγνώστη συνδημιουργό. Θέλω τον αναγνώστη που του δίνω ορισμένα πράγματα και καταλαβαίνει περισσότερα από αυτά. Αυτός είναι ο αναγνώστης στον οποίο απευθύνομαι ουσιαστικά. Θεωρώ ότι αυτοί είναι οι άνθρωποι που με διαβάζουν. Είναι αναγνώστες που δεν θέλουν να τους τα δίνεις όλα στο χέρι. Αυτή είναι και η λογοτεχνία που αρέσει σ’ εμένα, από τους σύγχρονους συγγραφείς δηλαδή. Θυμάμαι και κάτι που έλεγε ο Φλομπέρ: Θέλω ο αναγνώστης του βιβλίου να μη βρίσκει τον συγγραφέα διαβάζοντας. Να απουσιάζει ο συγγραφέας. Να μη δίνει όλες τις λύσεις, όλες τις απαντήσεις. Στην πραγματικότητα ο αναγνώστης ενός βιβλίου είναι αυτός που πρέπει να προσπαθήσει να βρει απαντήσεις στα όποια ερωτήματα. Άρα θέλω έναν αναγνώστη όπως είμαι εγώ. Σαν να λέμε εγώ είμαι και ο συγγραφέας και ο αναγνώστης των βιβλίων μου.

Μιλήσατε περί απουσίας του συγγραφέα από το βιβλίο του. Δεν θα θέλατε ένας έμπειρος αναγνώστης να μπορεί, χωρίς να δει το ονοματεπώνυμο σας στο εξώφυλλο, να καταλάβει αν το βιβλίο που διαβάζει είναι δικό σας;

Ναι, αυτό και το θέλω και συμβαίνει, υπάρχει δηλαδή ένας διακριτός τρόπος γραφής. Έτσι μου λένε τουλάχιστον.

«Εγώ ζω με τους ήρωες των βιβλίων μου, πολλές φορές μου είναι πιο οικείοι από πραγματικούς ανθρώπους. Δεν μετανιώνω γι’ αυτό καθόλου»

Το πρώτο σας βιβλίο κυκλοφόρησε όταν σαρανταρίσατε.

Για την ακρίβεια ήμουν 42. Αλλά το βιβλίο είχε γραφτεί νωρίτερα. Περίμενε τρία χρόνια στο συρτάρι μου χωρίς καν να επιδιώξω να το εκδώσω.

Σε κάθε περίπτωση υπήρξατε «late bloomer» ως πεζογράφος.

Ας πούμε ναι, αν και πριν από το «Μέντιουμ» είχα γράψει άλλο ένα βιβλίο το οποίο κατέστρεψα. Πέραν αυτού όμως υπήρξα δικηγόρος. Οι δικηγόροι, όπως ξέρετε, ασχολούνται με τη γλώσσα. Έχω δει εξαιρετικές αφηγήσεις μέσα σε δικόγραφα. Ακόμα και το τυπικό δικόγραφο έχει ένα κομμάτι που λέγεται Ιστορικόν. Τι είναι αυτό; Μια αφήγηση είναι. Κάτι έχει συμβεί και το περιγράφεις. Το βιβλίο που κατέστρεψα δεν το διάβασε κανείς άλλος πέρα από μένα. Τα δικόγραφά μου τα διάβασαν με προσοχή αυτοί που έπρεπε να τα αντικρούσουν.

Τα 40 χρόνια που γράφετε βιβλία έχουν υπάρξει φορές που να σας έλειψε η κανονικότητα της ζωής του δικηγόρου;

Το γράψιμο μου είναι απαραίτητο. Κάθε φορά που τελειώνω ένα βιβλίο αισθάνομαι ένα τεράστιο κενό, δεν ξέρω τι να κάνω με τον εαυτό μου. Όπως πρέπει να φάω ή να πιω για να ζήσω, έτσι πρέπει και να γράψω. Δεν μπορώ αλλιώς.

Έχει κάποιο κόστος όλο αυτό σε επίπεδο καθημερινότητας και ανθρωπίνων σχέσεων;

Όχι, αλίμονο, δεν έχω πάψει να βλέπω ανθρώπους, δεν έχω πάψει να βγαίνω, να συγχρωτίζομαι, να πηγαίνω σε ταβέρνες. Φροντίζω να γράφω από νωρίς το πρωί. Κινούμαι ανάμεσα στην πολυθρόνα και το γραφείο, ίσως ξαπλώσω κάποια στιγμή λίγο στο κρεβάτι αλλά γρήγορα θα σηκωθώ ξανά για να συνεχίσω το γράψιμο. Η αλήθεια είναι ότι όταν έχω μπει βαθιά σε ένα βιβλίο και με κυνηγάει η ίδια η ιστορία αντί να την κυνηγάω εγώ, δουλεύω πολλές ώρες. Οι δημιουργικότερες, τότε που συνήθως κρατάω αυτό που έχω γράψει, είναι με το φως της ημέρας. Παλιά έγραφα και μετά τα μεσάνυχτα. Όχι πια. Αν και κάποιες φορές μπορεί να πέσω για ύπνο και να θυμηθώ κάτι, μια λέξη, μια εικόνα. Τότε ναι, θα σηκωθώ να το σημειώσω. Επομένως ζω με την ιστορία αυτή -εννοώ το γράψιμο- μόνιμα.

Και από αυτή τη «συμβίωση» με το γράψιμο γέννιουνται ξαφνικά και απρόσμενα οι ιδέες; Ή δουλεύετε στοχοπροσηλωμένα προς αυτή την κατεύθυνση, κάπως δηλαδή σαν να καθοδηγείτε τον εαυτό σας ώστε να γεννήσει μια νέα ιδέα και μετά να την επεξεργαστεί;

Ιδέες υπάρχουν, δεν τις προλαβαίνω. Δηλαδή 29 Δεκεμβρίου τέλειωσα τις «Νύχτες με την Κάλλη», 2 Ιανουαρίου άρχισα ένα καινούργιο μυθιστόρημα. Η ιδέα του μυθιστορήματος που γράφω τώρα -να δούμε αν ο Θεός θα μου δώσει χρόνια να το τελειώσω- υπήρχε καιρό στο μυαλό μου, δεν είναι κάτι που ανακάλυψα ανάμεσα στις 29 Δεκεμβρίου και στις 2 Ιανουαρίου. Όπως και οι «Νύχτες» υπήρχαν και μάλιστα είχα γράψει τις 20 πρώτες σελίδες αλλά σταμάτησα να το γράφω γιατί ξεκίνησα την «Πλατεία Κλαυθμώνος» (Μεταίχμιο 2023). Συμβαίνουν αυτά. Δηλαδή η κάθε ιστορία υπάρχει μέσα μου. Και πολλές φορές με το να υπάρχει μέσα μου και να τη σκέφτομαι για καιρό, βρίσκω προεκτάσεις που δεν φανταζόμουν στην αρχή.

Εφόσον υπάρχουν ήδη τόσες ιδέες μέσα σας, πώς καταλαβαίνετε ότι η τάδε και όχι η δείνα είναι προτιμότερο να διερευνηθεί; Και όταν ξεκινάτε να καταπιάνεστε με την όποια ιδέα, ξέρετε από την αρχή ότι αργά ή γρήγορα θα καταλήξετε με ένα βιβλίο στα χέρια σας;

Για να αρχίσω μια ιστορία σημαίνει ότι ξέρω και πώς θα τελειώσει. Δεν ανοίγομαι στο πέλαγος με βάρκα την ελπίδα. Ξέρω εξαρχής την ουσία του τέλους. Κι ας μην ξέρω ακόμη τις λέξεις.

«Δεν πιστεύω ότι ο συγγραφέας ψυχοθεραπεύεται γράφοντας. Αυτό που κάνει είναι να βάζει σε λέξεις ορισμένες πληγές του, ορισμένα βιώματά του ενδεχομένως, να τους δίνει γραπτή μορφή»

Ο Ίαν Ράνκιν σε μια πρόσφατη συνέντευξη λίγο πολύ δήλωσε ότι έχει μετανιώσει που ξόδεψε τόσο μεγάλο μέρος της ζωής του στη λογοτεχνία, ότι ήταν ωσεί παρών σε πολλές σημαντικές στιγμές της ζωής του ακριβώς γιατί το μυαλό του ήταν διαρκώς χαμένο μέσα στο όποιο έργο μυθοπλασίας επεξεργαζόταν την εκάστοτε περίοδο. Εσείς, όντας δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερος του, πώς τα ακούτε όλα αυτά;

Εγώ ζω με τους ήρωες των βιβλίων μου, πολλές φορές μου είναι πιο οικείοι από πραγματικούς ανθρώπους, αλλά δεν μετανιώνω γι’ αυτό, καθόλου. Μα πείτε μου κάτι; Δεν είναι τόσο υπαρκτή στο μυαλό μας η Αντιγόνη ή ο Άμλετ όσο είναι και τα πραγματικά πρόσωπα που κυκλοφορούν εκεί έξω; Αν το καλοσκεφτείτε, είναι για κάποιους τόσο υπαρκτά, ενδεχομένως και σημαντικά, πρόσωπα όσο και οι πραγματικοί άνθρωποι. Γιατί λοιπόν να μην είναι για μένα υπαρκτά τα πλάσματα που φτιάχνω στα βιβλία μου; Και πώς να μην είναι υπαρκτά αφού ξοδεύω τόσο πολύ χρόνο για να δω πως αντιδρούν, τι λένε, τι κάνουν, που πάνε; Ξαναλέω ότι με τίποτα δεν μετανιώνω γι’ αυτό.

Είχα κάποτε ένα εξοχικό στον Πόρο. Επειδή ήταν στην πλαγιά ενός βουνού, έπρεπε να χτίζω διαρκώς τοιχία, να εκβραχίζω με την αξίνα, τέτοια πράγματα. Γενικά ξόδεψα πάρα πολύ χρόνο για να το συντηρήσω, ώσπου τελικά το πούλησα μέσα στην κρίση. Ναι, γι’ αυτό μετανιώνω, πήγε τόσος χρόνος χαμένος εξαιτίας αυτού του σπιτιού, θα μπορούσα να είχα γράψει τουλάχιστον άλλο ένα βιβλίο.

Και πάλι ολιγογράφο θα σας θεωρούσαν.

Κάποιοι συγγραφείς γράφουν πολλά βιβλία, άλλοι λιγότερα. Ο Φλομπέρ έγραψε μόλις έξι. Στα δικά μας ο Άρης Αλεξάνδρου πέρα από τα δοκίμια και μερικά ποιήματα, έγραψε μόλις ένα μυθιστόρημα. Ο σπουδαίος Δημήτρης Χατζής μας έδωσε μόλις δύο συλλογές διηγημάτων και δύο μυθιστορήματα. Εξαρτάται πόσο χρόνο δίνεις για να γράψεις ένα βιβλίο. Δεν είσαι ολιγογράφος αν χρειάζεσαι πέντε χρόνια για να γράψεις ένα μυθιστόρημα ενώ ο άλλος το γράφει μέσα σε μια καθισιά, στο καράβι από τον Πειραιά μέχρι την Κρήτη.

Ποια στιγμή της συγγραφής απολαμβάνετε περισσότερο; Όταν συνειδητοποιείτε ότι την ιδέα με την οποία έχετε καταπιαστεί όντως θα καταφέρετε τη φέρετε σε πέρας; Ή όταν πια η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί;

Όπως σας είπα, ξεκινώντας ένα βιβλίο ξέρω από την αρχή αν θα τελειώσω, ή, για να το πω αλλιώς, πόσα ψάρια θα πιάσω. Αλλά θα σας πω και κάτι ακόμα: Οι μέρες μου είναι μονές και ζυγές, που λέει ο λόγος. Στις μονές αισθάνομαι πολύ καλά και στις ζυγές αισθάνομαι άθλια. Στις μονές λέω να, κάτι έχω καταφέρει, αυτή η πρόταση εδώ μπροστά μου είναι καλή. Στις ζυγές είμαι στα τάρταρα της δυστυχίας γιατί πιστεύω πως ό,τι έχω γράψει είναι άθλιο, για πέταμα. Συνήθως όμως τα διαστήματα δυστυχίας κρατάνε περισσότερο.

Και πώς ξεπερνάτε τον ζόφο που περιγράφετε;

Ξεπερνιέται απλά όταν έρθει η «μονή» μέρα ξανά, για να το πω σχηματικά. Προσπαθώ να το ξεπεράσω γράφοντας και ξαναγράφοντας αυτό που με κάνει δυστυχισμένο, αυτό που -για να χρησιμοποιήσω πιο προσγειωμένα λόγια- δεν με ικανοποιεί. Το γράφω μέχρι τελικά να ικανοποιηθώ. Μόνο τότε αποκαθίσταται η ισορροπία. Μπορεί να μου πάρει μέρες για να το καταφέρω. Αν δεν τελειώσω μια παράγραφο με τρόπο που να με ικανοποιεί, δεν πάω στην επόμενη. Αυτός είναι ο τρόπος μου: δεν γράφω με τη μία ένα βιβλίο για να το δουλέψω ξανά μετά από την αρχή. Το δουλεύω παράγραφο παράγραφο. Γι’ αυτό και όταν τελειώσω ένα βιβλίο, συνήθως δεν αλλάζω τίποτα. Για μένα ένα βιβλίο γράφεται, δεν ξαναγράφεται.

Ως αναγνώστης επιστρέφετε στα βιβλία σας;

Τώρα πια όχι.

Τα αγαπάτε όλα εξίσου;

Όχι όλα, όπως τα δεν αγαπάνε εξίσου και οι αναγνώστες. Εγώ λοιπόν, αφού επιμένετε, θα σας πω ότι αγαπώ ιδιαίτερα τα βιβλία «Ο άχρηστος Δημήτρης», «Αδέλφια» και «Νύχτες με την Κάλλη».

Λειτουργούν κατά κάποιο τρόπο τα βιβλία σας και ως ακτινογραφίες του ποιος υπήρξατε και τι σας απασχολούσε όσο καιρό τα γράφατε;

Πρώτα απ’ όλα εγώ δεν πιστεύω ότι ο συγγραφέας ψυχοθεραπεύεται γράφοντας. Αυτό που κάνει ο συγγραφέας είναι να βάζει σε λέξεις ορισμένες πληγές του, ορισμένα βιώματά του ενδεχομένως, να τους δίνει γραπτή μορφή.

Άρα προσπαθείτε κι εσείς γράφοντας να καταλάβετε καλύτερα τον εαυτό σας.

Τον ξέρω καλά τον εαυτό μου.

Η προ εικοσαετίας εκδοχή του είναι ίδια με τη σημερινή;

Έχω ακούσει πολλούς να λένε ότι αλλάζουμε πολύ μεγαλώνοντας. Εγώ πιστεύω ότι ο εαυτός μου είναι πάνω κάτω ο ίδιος. Έχω τα ίδια ελαττώματα. Έχω και κάποιες μικροβελτιώσεις.

Σας απασχολεί η γνώμη που έχουν οι άλλοι για εσάς; Είτε πρόκειται για τυχαίους αναγνώστες είτε για το σινάφι σας.

Του σιναφιού όχι τον έπαινο αλλά την κατάφαση σίγουρα την επιθυμείς. Αλλά πολλές φορές η κατάφαση ορισμένων αναγνωστών μου έδωσε πολύ μεγαλύτερη χαρά. Γιατί κατάλαβαν, εκτίμησαν κι αγάπησαν αυτό που ήθελα να πω, έτσι ακριβώς όπως το είπα. Δεν είναι καθημερινό φαινόμενο. Δεν συναντάς συχνά τέτοιους αναγνώστες. Όποτε τυχαίνει, είναι μεγάλη η ικανοποίηση.

Μου θυμίζετε κάτι που μου είπε πρόσφατα η Ελισάβετ Κοτζιά: «Εκείνοι που διαβάζουν τη λογοτεχνία σαν λογοτεχνία -και όχι απλά για να τους πάρει ο ύπνος το βράδυ- δεν είναι πολυάριθμοι. Το διαπιστώνουμε αυτό από το ότι έχουμε πολύ καλούς συγγραφείς σαν τον Δημήτρη Νόλλα και τον Γιώργο Συμπάρδη, όπως ήταν ο Θανάσης Βαλτινός, οι οποίοι κάνουν πολύ υψηλή λογοτεχνία, έχουν όμως μικρό αναγνωστικό κοινό. Νομίζω δηλαδή ότι μπορούν να μετρηθούν εκείνοι που διαβάζουν με λογοτεχνικά κριτήρια ένα βιβλίο και είναι σε θέση να το αξιολογήσουν με αυτά».

Χαίρομαι και την ευχαριστώ που το λέει αυτό. Πράγματι έτσι είναι. Τώρα ίσως θέλετε να μάθετε αν με πιάνει το γαμώτο που δεν με διαβάζουν δεκάδες χιλιάδες. Θα το ήθελα πολύ. Τι εννοώ; Το πρώτο μου βιβλίο το έγραψα για να το διαβάσουν τρεις-τέσσερις φίλοι. Μετά άρχισα να γράφω βιβλία που ήθελα να διαβαστούν από πολλούς. Θεωρώ ότι γράφω βατά βιβλία, άσχετα με το βάθος που υπάρχει πίσω από τις λέξεις. Θεωρώ ότι τα βιβλία μου μπορούν να διαβαστούν από τον οποιονδήποτε αναγνώστη. Όπως μπορούν να διαβαστούν τα διηγήματα του Δημήτρη Χατζή ή του Γιώργου Ιωάννου. Και στο σχολείο, γιατί όχι;

«Δεν είσαι ολιγογράφος αν χρειάζεσαι πέντε χρόνια για να γράψεις ένα μυθιστόρημα ενώ ο άλλος το γράφει μέσα σε μια καθισιά, στο καράβι από τον Πειραιά μέχρι την Κρήτη»

Προφανώς πρόκειται για σύμπτωση χωρίς δεύτερο ή τρίτο επίπεδο, αφού όμως την εντόπισα, θα την επισημάνω. Στο «Μέντιουμ» μια νέα γυναίκα από τη Βοιωτία έρχεται στην Αθήνα στο μέσο του καλοκαιριού. Στις «Νύχτες με την Κάλλη» ο χωροχρόνος είναι και πάλι η καλοκαιρινή Αθήνα με την πλοκή να ξετυλίγεται γύρω από μια γυναίκα.

Πρόκειται όντως περί σύμπτωσης. Ειδικά οι «Νύχτες με την Κάλλη» απαιτούσαν να τοποθετηθεί η δράση τον Αύγουστο σε μια αραιοκατοικημένη συνοικία της πόλης που αργοσέρνεται.

Θα είναι υπερβολικός όποιος σκεφτεί ότι αφού ο Γιώργος Συμπάρδης μένει στα Πετράλωνα, όπου διαδραματίζεται και το βιβλίο, εν προκειμένω έγραψε αυτοβιογραφικά;

Μπορεί να το σκεφτεί αλλά δεν είναι αλήθεια. Φίλοι που διαβάζουν πολλά βιβλία έρχονται στο σπίτι μου και μου λένε ότι αυτό είναι το διαμέρισμα του βιβλίου, αφού έχω κι εγώ μετατρέψει τη δεύτερη κρεβατοκάμαρα σε γραφείο ή έχω air condition μόνο στο ένα δωμάτιο. Ναι, τους λέω, αλλά εδώ είναι ο 7ος, όχι ο 5ος όροφος. Επίσης είναι οροδιαμέρισμα, δεν υπάρχει δίπλα η γειτόνισσα. Απαντώ κι εγώ έτσι ελαφρά όπως μου το θέτουν. Είναι αναπόφευκτα κάποια στοιχεία αυτοβιογραφίας μέσα στο βιβλίο. Αλλά δεν έχω θυμάρι στο παρτέρι του μπαλκονιού, έχω ευώνυμα.

Για το μέλλον της λογοτεχνίας σε σχέση με την καλπάζουσα τεχνητή νοημοσύνη είστε αισιόδοξος;

Ένας φίλος έβαλε μια τέτοια εφαρμογή να γράψει κάτι στο δικό μου στιλ. Το διάβασα και πράγματι τα εξωτερικά στοιχεία -κάποιες περιγραφές- μοιάζουν με τα δικά μου. Αλλά μέχρι εκεί.

Τρομάξατε διαπιστώνοντάς το;

Όχι, γιατί είναι εύκολο να κοπιάρει η ΤΝ εξωτερικά στοιχεία, αλλά δεν μπορεί να καταγράψει ή να αναδείξει συναισθήματα. Επίσης στα δικά μου γραπτά περισσότερη σημασία έχει όχι αυτό που λέγεται αλλά αυτό που δεν λέγεται. Για να το καταφέρει αυτό η ΤΝ πρέπει να καταλάβει τι αισθάνομαι και πώς. Αν μη τι άλλο αισθήσεις δεν έχει ακόμη η ΤΝ.

Είπατε νωρίτερα ότι λίγες μέρες αφού τελειώσατε τις «Νύχτες με την Κάλλη», ξεκινήσατε το επόμενο σας βιβλίο. Είναι νωρίς για να προβλέψετε πότε θα το τελειώσετε;

Το θέμα του είναι η ζωή ενός άσημου συγγραφέα, την πιάνω από τη μέρα της γέννησής του μέχρι τη μέρα του θανάτου του. Θα είναι μεγάλο βιβλίο. Αν είμαστε καλά σε τέσσερα-πέντε χρόνια θα το τελειώσω – αν ζω δηλαδή. Ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος που τον αγαπάω, όσα κι αν του σούρνω. Για την ώρα όμως ας το αφήσουμε εδώ, δεν μπορώ να πω κάτι παραπάνω.

Κάτι από την αρχή της ζωής σας για το τέλος αυτής της συνέντευξης: Ποια είναι, κύριε Συμπάρδη, η πιο έντονη παιδική σας ανάμνηση;

Θα σας πω ποια είναι η πρώτη μου ανάμνηση. Με την οικογένειά μου ζούσαμε σχεδόν στο κέντρο της Ελευσίνας, αλλά ήταν σαν να ζούσαμε στην εξοχή. Θυμάμαι λοιπόν στα 4 μου να πηγαίνω στον μπακάλη μαζί με τη μάνα μου και να κλέβω μερικές φακές, τις οποίες φύτεψα στα πλάγια της πόρτας του σπιτιού μας, δίπλα από τις σκάλες. Τις είδα να μεγαλώνουν, να ξεφυτρώνουν από το έδαφος. Τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, όπως ξέρετε, παίζουν τεράστιο ρόλο στο τι σόι άνθρωποι θα γίνουμε μετά. Κάποιοι μάλιστα πιστεύουν ότι μας καθορίζει ακόμη και το εμβρυακό μας στάδιο. Οι αναμνήσεις είναι περίεργο πράγμα. Μερικές φορές θυμόμαστε πράγματα μόνο και μόνο επειδή μας τα έχουν διηγηθεί. Εγώ ας πούμε «θυμάμαι» ότι μια φορά είχα βάλει το στομάχι μου πάνω σε ένα σκαμνί μπροστά στο τζάκι και τραμπαλιζόμουν ώσπου μπήκα με φόρα μέσα στο τζάκι. Μέσα στη φωτιά.

Η νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.