Νέες ταινίες: Ο θρίαμβος του Έτσι Ξαφνικά, η έκπληξη του Street Fighter και ένα must ελληνικό ντοκιμαντέρ
Από τη θριαμβευτική επιστροφή του Ryusuke Hamaguchi, μέχρι το ξέφρενο χάος του Street Fighter, οι ταινίες της εβδομάδας θα βρουν το κοινό τους.
- 15 ΟΚΤ 2026
Από τη θριαμβευτική επιστροφή του Ryusuke Hamaguchi και το ξέφρενο χάος του Street Fighter, έως τον στιβαρό τρόμο επιβίωσης του Whalefall και την ειλικρίνεια του Δεν Κοστίζει Τίποτα, οι ταινίες της εβδομάδας θα βρουν το κοινό τους.
Ακολουθεί ο σχολιασμός για τις ταινίες της εβδομάδας.
Έτσι Ξαφνικά/Soudain
Βαθμολογία: 80/100
Δεν μπορείς να βιαστείς με μια ταινία του Ryusuke Hamaguchi. Είναι από εκείνα τα έργα στα οποία πρέπει να αφεθείς. Ζεις μαζί τους και μέσα σε αυτά, καθώς ξεδιπλώνονται μπροστά σου.
Ο Hamaguchi, του οποίου το Drive My Car κέρδισε το Oscar Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας το 2022, περνά μεγάλο μέρος της πρώτης γαλλόφωνης ταινίας του, του Έτσι Ξαφνικά, μέσα και γύρω από έναν ιδιωτικό οίκο ευγηρίας στα προάστια του Παρισιού. Βασισμένη χαλαρά σε ένα βιβλίο που συγκεντρώνει την αλληλογραφία δύο ακαδημαϊκών, οι οποίοι αντάλλασσαν σκέψεις γύρω από την ασθένεια και την ανάγκη για ανθρώπινη σύνδεση, η ταινία ακολουθεί τη διευθύντρια της δομής, Marie-Lou Fontaine, που έχει αφιερώσει τη ζωή της στην προσπάθεια να συμφιλιώσει δύο αντικρουόμενες δυνάμεις: την ανάγκη για αξιοπρεπή και ανθρώπινη φροντίδα και τις πραγματικότητες του καπιταλισμού. Όταν γνωρίζει τη Mari, μια Γιαπωνέζα θεατρική σκηνοθέτρια, γεννιέται ανάμεσά τους ένας δεσμός βαθύτερος από μια απλή φιλία. Η καθεμία πλησιάζει την άλλη σαν να προσπαθεί να εντοπίσει και να απαλύνει όποια ταραχή κρύβεται μέσα της. Όταν η Marie-Lou μαθαίνει πως η Mari πεθαίνει από καρκίνο, η σχέση τους αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση επείγοντος.
Το να ζεις μαζί με το Έτσι Ξαφνικά — και μέσα σε αυτό — σημαίνει να συγχρονίζεις για λίγες ώρες τον χτύπο της καρδιάς σου με εκείνον αυτών των δύο γυναικών. Και η ταινία μοιάζει περισσότερο με μια ειλικρινή πράξη υπεράσπισης παρά με ένα απλό κινηματογραφικό έργο. Όσο μαραθώνια κι αν είναι η εμπειρία του Έτσι Ξαφνικά, το μήνυμά του αποκτά τόσο μεγάλη δύναμη ακριβώς επειδή αρνείται να προσπεράσει ή να συμπτύξει τόσα πράγματα. Είναι πιο διάσπαρτο και λιγότερο συγκεντρωμένο από ό,τι συνήθως οι ταινίες του Hamaguchi, ενώ κατά στιγμές πλησιάζει και τη μελοδραματική γλυκύτητα. Κι όμως, σε μια εποχή όπου τόσο μεγάλο μέρος του σύγχρονου σινεμά κινείται στη λογική «ο κόσμος τελειώνει, άρα τι σημασία έχει;», η αισιοδοξία της ταινίας λειτουργεί σχεδόν σαν βάλσαμο και, συνολικά, την έχει κερδίσει. Αν όλα μοιάζουν λίγο υπερβολικά ειδυλλιακά για να είναι αληθινά, αξίζει να σημειωθεί ότι η ταινία γυρίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις εγκαταστάσεις μιας πραγματικής μονάδας φροντίδας, με τη συμμετοχή πολλών από τους ανθρώπους που ζουν εκεί.
Η βασική δύναμη του Έτσι Ξαφνικά βρίσκεται στο γεγονός ότι αποτελεί μια έκφραση αισιοδοξίας. Γιατί να μην μπορούμε να κάνουμε τα πράγματα καλύτερα απ’ ό,τι είναι, ειδικά για εκείνους που χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα; Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, όμως η καλλιέργεια της συμπόνιας είναι μια καλή αρχή. Εκεί ακριβώς στρέφεται τελικά το βλέμμα του Hamaguchi: στον πόνο αλλά και στην ελπίδα που γεννά η παραδοχή πως τόσα πολλά παραμένουν ακόμη δυνατά για αυτόν τον κόσμο και τους ανθρώπους του, όσο δυσοίωνη κι αν μοιάζει η πρόγνωση.
Η Πτώση της Φάλαινας/Whalefall
Βαθμολογία: 68/100
Το ομώνυμο επιτυχημένο μυθιστόρημα ήταν μία από τις πιο αγωνιώδεις ιστορίες ναυτικού τρόμου που έχουν γραφτεί ποτέ, και τώρα, ο βραβευμένος Brian Duffield του No One Will Save You, μεταφέρει την κλειστοφοβική ιστορία του στη μεγάλη οθόνη.
Ο Austin Abrams του Resident Evil και του Weapons υποδύεται έναν δύτη που, ενώ αναζητά τα λείψανα του πατέρα του, με τον οποίο είχε μία δύσκολη σχέση, καταπίνεται από μία φάλαινα. Παγιδευμένος στο εσωτερικό της, έχει μόλις μία ώρα στη διάθεσή του για να δραπετεύσει, προτού εξαντληθούν τα αποθέματα οξυγόνου του. Και ναι, αυτό σημαίνει πως θα είμαστε και εμείς, το κοινό, στην κοιλιά της φάλαινας κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της ταινίας.
Η αίσθηση δυσφορίας που στοχεύει η ταινία πετυχαίνει διάνα, εν μέρει εξαιτίας του Abrams που μεταδίδει κάθε ζόρι του χαρακτήρα του με ασφυκτικά αληθοφανή τρόπο, και σίγουρα λόγω των πρακτικών εφέ που προτιμήθηκαν στην ταινία. Η καρδιά της φάλαινας, για παράδειγμα, βρίσκεται πλάι στο στομάχι της, οπότε ο σφυγμός της πάλλεται σε ολόκληρη, σχεδόν, την ταινία, συντονισμένος με τον εφιάλτη που βιώνει ο Jay, ενώ τα οξέα του στομαχιού, μαζί με άλλα ζωντανά (κι όμως!) περιεχόμενα, δίνουν πολύ πρακτικά τη σωματική αίσθηση πως τα γεγονότα επί της οθόνης συμβαίνουν στ’ αλήθεια.
Η εμβύθιση αυτή (pun intended) δεν εμποδίζεται από κάποια flashbacks του χαρακτήρα που παρεμβάλλονται οργανικά στην αφήγηση και σχετίζονται με τη μάτσο αυταρχικότητα του πατέρα (Josh Brolin) και την προσπάθεια του Jay να συνδεθεί μαζί του. Στο τελευταίο, ωστόσο, μέρος της η ταινία στρίβει, από θρίλερ επιβίωσης σε έναν γλυκερό, υδάτινο Βασιλιά των Λιονταριών, όπου η σχέση πατέρα-γιου καταλαμβάνει πολύτιμο χώρο, αποσυμπιέζοντας την ένταση.
Street Fighter
Βαθμολογία: 75/100
Το Street Fighter είναι ταινία φτιαγμένη για τους φαν του εμβληματικού παιχνιδιού, χωρίς όμως να απευθύνεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο κοινό. Όποιος νοσταλγεί το χρώμα στις μεγάλες χολιγουντιανές παραγωγές και τα θεάματα που ανεβάζουν την αδρεναλίνη χωρίς να παίρνουν υπερβολικά στα σοβαρά τον εαυτό τους, είναι πιθανότατο να διασκεδάσει με το Street Fighter, που αυτή τη φορά συνδυάζει εντυπωσιακά τη ζωντανή δράση με το animation.
Η ταινία γνωρίζει ακριβώς τι θέλει να είναι, υπηρετεί αυτή την ταυτότητα χωρίς δισταγμούς και αυτός είναι ο βασικός λόγος που λειτουργεί. Είναι θορυβώδης, εξωφρενική, στιλάτη και αστεία, αποτίοντας φόρο τιμής στις υπερβολές των ταινιών δράσης της δεκαετίας του ’80, ενώ ταυτόχρονα σατιρίζει τον τοξικό ανδρισμό που οι ίδιες εκείνες ταινίες συνέβαλαν στην καλλιέργειά του. Εάν έχει κανείς παρακολουθήσει την καριέρα του ιαπωνικής καταγωγής Kitao Sakurai, του βασικού σκηνοθέτη του αναρχικού The Eric Andre Show και δημιουργού της κωμωδίας Bad Trip που είχα λατρέψει εν μέσω Covid, θα βρει εδώ το πληθωρικό θέαμα που περιμένει από το σκηνοθετικό του ύφος – στη μουσική, την αισθητική, τις χορογραφίες και τη μεγαλύτερη από τη ζωή προσωπικότητα των χαρακτήρων που αναπτύσσει.
Ο ρυθμός χάνει κάπως τη συνοχή του όσο πλησιάζουμε στην τρίτη πράξη, όμως η φροντίδα με την οποία αντιμετωπίζεται η αφήγηση παραμένει εμφανής, με επίκεντρο τη σχέση του Ryu και του Ken, και του αδελφικού τους δεσμού. Ο Centineo στον ρόλο του δεύτερου ειδικά έχει λάβει απολύτως το memo, κλέβοντας την παράσταση μαζί με τον Cody Rhodes.
Μετά το ικανοποιητικό Mortal Kombat II και την επιτυχία του Resident Evil, το Street Fighter επιβεβαιώνει το 2026 ως τη χρονιά όπου οι video game μεταφορές απέβαλαν την κατάρα τους.
Δεν Κοστίζει Τίποτα
Βαθμολογία: 78/100
Στο Δεν Κοστίζει Τίποτα, το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό της ντεμπούτο, η Μαίρη Μπουλή στρέφει τον φακό της στη Δανάη, μία νεαρή γυναίκα που αποφασίζει να γίνει δότρια ωαρίων. Ακολουθώντας την από τις επισκέψεις στον γυναικολόγο μέχρι τις συζητήσεις με τις φίλες της και τις εξαντλητικές βάρδιες στο εστιατόριο όπου εργάζεται ως σερβιτόρα, η σκηνοθέτρια καταγράφει πώς μια διαδικασία που παρουσιάζεται ως ακίνδυνη, αποκτά σταδιακά πολύ μεγαλύτερο βάρος στην καθημερινότητά της. Μέσα από αυτή την προσωπική διαδρομή, η ταινία ανοίγει μία ευρύτερη συζήτηση για τη γυναικεία αυτοδιάθεση, την ιατρική εξουσία και τον τρόπο με τον οποίο το γυναικείο σώμα αντιμετωπίζεται από ένα σύστημα που μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη βιολογική του λειτουργία παρά για τον άνθρωπο που το κατοικεί.
Η προσέγγιση της Μπουλή διακρίνεται από ενσυναίσθηση και αξιοσημείωτη παρατηρητικότητα. Χωρίς να καταφεύγει σε εύκολους διδακτισμούς, αφήνει τις μικρές, φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες να αποκαλύψουν τις σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνονται στον ιατρικό χώρο. Ένα κοντινό στην εικόνα μιας νεαρής μαύρης γυναίκας που εμφανίζεται ως προφύλαξη οθόνης στον υπολογιστή του γιατρού, ή η σχεδόν μηχανική προσήλωσή του στην καταμέτρηση και αξιολόγηση των ωαρίων της κατά τη διάρκεια του υπερηχογραφήματος, είναι μία άβολη εικόνα που θέτει τη Δανάη διαρκώς στο επίκεντρο της ιατρικής παρατήρησης, ενώ παραδόξως απουσιάζει από αυτήν ως ανθρώπινη παρουσία.
Αυτή ακριβώς η αντίφαση βρίσκεται στην καρδιά της ταινίας. Σε ένα πεδίο όπου η ιατρική γνώση και εξουσία έχουν διαμορφωθεί ιστορικά μέσα από μια κυρίως ανδρική οπτική, το γυναικείο σώμα κινδυνεύει να περιοριστεί σε ένα σύνολο αναπαραγωγικών λειτουργιών, αποκομμένο από την εμπειρία του πόνου, της αγωνίας και της ψυχικής καταπόνησης. Όταν η Δανάη εκφράζει τη σωματική της δυσφορία, ο γιατρός απαντά πως αυτό που αισθάνεται είναι αναμενόμενο. Κι ενδεχομένως, από αυστηρά ιατρική άποψη, να έχει δίκιο. Ωστόσο, το γεγονός ότι ένας πόνος θεωρείται φυσιολογικός δεν σημαίνει πως παύει να αξίζει προσοχής ή φροντίδας. Εκείνο που προκαλεί τη μεγαλύτερη αναστάτωση δεν είναι τόσο η ίδια η ιατρική διαδικασία, όσο η ευκολία με την οποία η βιωμένη εμπειρία μιας γυναίκας μπορεί να υποβαθμιστεί τη στιγμή ακριβώς που εκείνη βρίσκεται στην πιο ευάλωτη θέση της. Και είναι αυτή η αθόρυβη, σχεδόν κανονικοποιημένη απανθρωποποίηση που καθιστά το Δεν Κοστίζει Τίποτα τόσο ουσιαστικό.
Η Βαλίτσα
Βαθμολογία: 55/100
Τέσσερις γυναίκες, ένα πτώμα, μία βαλίτσα γεμάτη χρήματα που θα μπορούσε να τους αλλάξει τη ζωή, εάν δεν την αναζητούσε ταυτόχρονα ένα εγκληματικό δίκτυο με βίαιες διαθέσεις.
Η περιπετειώδης κομεντί που συγκεντρώνει μπόλικο από το εγχώριό μας ταλέντο, μπορεί σίγουρα να καυχηθεί για τη χημεία μεταξύ των πρωταγωνιστριών της, για το άκρως επιτυχημένο timing του Δημήτρη Μοθωναίου σε ρόλο απατεωνίσκου, και για το ανάλαφρο, γλυκό σενάριο της Κατερίνας Μπέη που ξέρει να γράφει οργανικές γυναικείες σχέσεις χωρίς επιτήδευση. Σκηνοθετικά, ωστόσο, αφήνονται ορατά κενά μεταξύ των gags, αποτρέποντας ένα πιο κοφτό μοντάζ που θα αναδείκνυε καλύτερα το χιούμορ επί της σελίδας. Έχοντας πει αυτό, δεν θα κακοπέσει κανείς εάν κάνει παρέα με το χαρισματικό κουαρτέτο της ταινίας. Οι κωμωδίες γυναικείων καστ, κιόλας, δεν είναι σύνηθες φαινόμενο στην Ελλάδα και θα είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ:
Η Καλή Αδελφή/Schwesterherz
Γιατί γνωρίζουμε περισσότερα θύματα βιασμού, παρά θύτες; Μια ταινία που καθήλωσε τη Μπερλινάλε, εξερευνώντας ποια είναι τα γεγονότα που μπορούν να καταστρέψουν ακόμα και τους πιο στενούς οικογενειακούς δεσμούς.
Ο Ασχημογλυκούλης/Yugly
Ο Ασχημογλυκούλης, ο πιο άσχημος σκύλος στον κόσμο – και, κατά έναν περίεργο τρόπο, ο πιο χαριτωμένος – ονειρεύεται να πετύχει το ακατόρθωτο: να διαγωνιστεί στο περίφημο “Best in Dog Show”. Κόντρα σε κάθε εμπόδιο, θέλει να αποδείξει πως ακόμη και ο πιο απίθανος υποψήφιος αξίζει μια ευκαιρία, ελπίζοντας κρυφά πως θα βρει μια οικογένεια για πάντα.
Τα Καλύτερα Χρόνια της Ζωής μας/The Best Years Of Our Lives
Το αριστούργημα του William Wyler ακολουθεί τρεις βετεράνους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου επιστρέφουν στην πατρίδα τους και ονειρεύονται να περάσουν την υπόλοιπη ζωή τους με τις οικογένειές τους. Σύντομα, όμως, συνειδητοποιούν ότι ο πόλεμος έχει αλλάξει τη ζωή τους για πάντα.
Pope Joan vs Mephisto
Οι παλιοί θρύλοι δεν πέθαναν. Απλώς περιμένουν τη στιγμή για να επιστρέψουν, όταν η λογική και το άγνωστο συναντώνται σε ένα σκοτεινό ταξίδι στα όρια της ανθρώπινης συνείδησης. Ένα φιλοσοφικό θρίλερ, εμπνευσμένο από τους μεγάλους θρύλους που γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν στο ιδεολογικό σύμπαν της προτεσταντικής Ευρώπης και της Μεταρρύθμισης. Μύθοι, φόβοι και αρχετυπικά ερωτήματα όπως επανανοηματοδοτούνται στην ταινία για τον σύγχρονο κόσμο. Μία ταινία του Κώστα Μαζάνη, γυρισμένη εξ ολοκλήρου στην Ήπειρο.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.