ΣΤΕΛΙΟΣ ΛΕΜΟΝΗΣ
ORAL HISTORY

Στην πρώτη επίσκεψη των Fontaines D.C. στην Ελλάδα είχε βρόχα, σφηνάκια ουίσκι και ποίηση

Βγαίνουμε για λίγο από τον πιο πολυσύχναστο Θάλαμο Ντοπαμίνης των ημερών και γυρνάμε οκτώ χρόνια πίσω. Μια νεανική παρέα Ιρλανδών καταφθάνει στην Αθήνα και καταλαμβάνει την σκηνή της, μπροστά σε 300 άτομα που είδαν ζωή και μπήκαν στην Death Disco. Μπορεί να μην το ήξεραν τότε, αλλά θα έγραφαν μαζί την ιστορία του πρώτου live των Fontaines D.C. στην Ελλάδα.

Στο αρνητικό του φιλμ εμφανίζονται πέντε ιρλανδόφατσες, τρύπιες μπότες που πήραν νερό μπροστά στην Ακρόπολη, ακουστικές κιθάρες στο Syd Records, μια setlist μόλις 11 κομματιών, γραμμένη με μεγάλα γράμματα για να γεμίσει την τσαλακωμένη κόλλα Α4, μια φίσκα Death Disco και κάτι άδεια σφηνοπότηρα πάνω στη μπάρα του Closer.

Στον περισσότερο ψηφιακό και λιγότερο αναλογικό Δεκέμβρη του 2018, καμία από τις παραπάνω εικόνες δεν πέρασε στον σκοτεινό θάλαμο. Ήταν όμως, γεμάτες ντοπαμίνη, για μια παρέα φίλων που έψησε και έφερε στην Αθήνα κάτι πεινασμένους Ιρλανδούς που παρουσίασαν το μενού τους μπροστά σε μια τριακοσαριά άτομα, χωρίς να έχουν σερβίρει στον κόσμο μέχρι τότε τις σπεσιαλιτέ τους, ούτε καν το πρώτο άλμπουμ, Dogrel, που ήταν ακόμα στο φούρνο.

Και όλοι αυτοί μαζί, πάνω και κάτω από την σκηνή, μπορεί να μην το ήξεραν τότε, αλλά θα έγραφαν παρέα την ιστορία που σκανάρουμε σήμερα, για το πρώτο live των Fontaines D.C. στην Ελλάδα.

Ας τα πουν εκείνοι καλύτερα. Μικρόφωνο στους ανθρώπους των διοργανωτών του live της Primitive Music –Κώστα Οικονόμου, Πάνο Τσιλιγιάννη, Γιάννη Μαλισιώβα, Βασίλη Σερβετά, Μιχάλη Χούσο και Πάρι Γκανιάτσα– που δώδεκα μέρες πριν τα Χριστούγεννα ντύθηκαν Santy και έκαναν στην Αθήνα ένα δώρο από το Δουβλίνο με αγάπη, στον άνθρωπο μπροστά από τους The Man & His Failures Μάνο Καρακατσάνη που μοιράστηκε τη μουσική και νυχτερινή σκηνή μαζί τους και τα έκανε όλα σωστά, αλλά και στους δημοσιογράφους Παναγιώτη Μένεγο και Αντώνη Κωνσταντάρα, που παρακολούθησαν εξ επαφής ένα μικρό στιγμιότυπο μιας μεγάλης μπάντας in the making.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, όταν ο Κώστας Οικονόμου αδυνατούσε να χτίσει γεφύρες με τους Ιρλανδούς μέσω mail και ξεκινάει την επικοινωνία από ένα μήνυμα στο Facebook.

Παραδόξως, πήγε καλά. Από το 2010 όταν γεννήθηκαν κι από το 2018 όταν πήραν νέα μορφή, τα μέλη της Primitive Music, αλληλοσυμπληρώνουν ο ένας τον άλλον. Στην αφήγηση τους, δεν θα μπορούσε να λείπει το α’ πληθυντικό.

«Όταν βλέπουμε τους Fontaines να παίζουν σε στάδια, θυμόμαστε το τρύπιο παπούτσι του Carlos στην Ακρόπολη»

«Πρέπει να είναι από τις φορές που η Death Disco ήταν τόσο ασφυκτικά γεμάτη. Εμείς είχαμε ένα κοινό, πιο αντισυμβατικό, θα πω. Κάτι τέτοιο ψάχνουμε και στα ακούσματά μας. Όλα αυτά που φέρναμε ήταν επίφοβα οπότε, τουλάχιστον να μην μπαίνουμε μέσα. Κατάλαβες;

Είχαμε σκοπό να βρίσκουμε πρωτοεμφανιζόμενους. Οι Fontaines D.C. είναι η μοναδική μπάντα που ήρθε στην Ελλάδα χωρίς να έχει κυκλοφορήσει κάποιο EP, μόνο με single. Τότε έπαιζαν μόνο Αγγλία, πουθενά αλλού στην Ευρώπη.

Δεν στείλαμε καν mail, η επικοινωνία ήταν μέσω Facebook. Δεν είχε τίποτα το επίσημο. Αργούσαν να απαντήσουν. Λέμε, μήπως να το ξαναπροσπαθήσουμε; Γιατί όντως τους ακούμε και είναι πάρα πολύ ωραίοι, τους θέλαμε.

Ξαναστείλαμε, και ο Trevor Dietz, ο μάνατζέρ τους που έφυγε από τη ζωή λίγο καιρό πριν, μετέφερε το μήνυμα. Τους έκανε αίσθηση στην αρχή, αλλά είπαν ας το κάνουμε. Εκείνη την περίοδο οι Fontaines γυρνούσαν τη Μεγάλη Βρετανία με λεωφορεία και βανάκια σε κάτι επτάωρα ταξίδια.

Τους πιστεύαμε πολύ. Δεν φέραμε άλλωστε ποτέ καμία μπάντα χωρίς να την πιστεύουμε. Δεν είχαμε ούτε ραδιόφωνα, ούτε τηλεόραση, ούτε τίποτα. Πρέπει κάπως να γίνει γνωστό. Ποιος άλλος θα έφερνε μια μπάντα δίχως να έχει βγάλει ένα EP;

Πήγαμε στο ξενοδοχείο να τους πάρουμε. Είχαν αυτό το ιρλανδικό στυλ, με τις καπαρντίνες. Τους ρωτάω αν έχουν καταλάβει ότι είναι μία από τις μεγαλύτερες μπάντες εκεί έξω. Ήταν παιδάκια, τότε 23, 24 χρονών και με κοίταζαν με αυτό το χαρούμενο βλέμμα, αλλά και με απορία. Είχαμε πάει για φαγητό στην Κολοκοτρώνη, έλεγε ο Grian Chatten “σε παρακαλώ, να σας κεράσουμε ένα καφέ”. Ο Grian είναι και vegan, σε αντίθεση με τον ντράμερ που τρώει και εμάς.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΜΟΝΗΣ

Την ίδια μέρα είχαμε πάει και στην Ακρόπολη για βόλτα. Έβρεχε αρκετά και σε κάποια φάση ο Carlos O’Connell πέφτει σε μια λακούβα με νερό και διαπιστώνει ότι όλο το παπούτσι του είναι τρύπιο. Όταν βλέπουμε σήμερα τους Fontaines D.C. να παίζουν σε διπλά στάδια σε Λατινική Αμερική και Ιαπωνία, μας έρχεται καρφωμένο στο μυαλό, το τρύπιο παπούτσι του Carlos.

Τα live στην Αγγλία για τις μπάντες που βρίσκονται στα ξεκινήματά τους είναι στάνταρ: παίζεις την τάδε ώρα κλπ. Στην Ελλάδα τους φροντίσαμε πολύ. Κάτσαμε διαβάσαμε τους Δουβλινέζους του James Joyce για να τους δείξουμε ότι υπάρχει και μια κουλτούρα από πίσω.

Έλεγε ο Deego (Conor Deegan), ο μπασίστας, ότι “παρότι είστε ερασιτέχνες και το κάνετε για εσάς, το κάνετε πολύ επιτυχημένα”. Τον ευχαριστούμε πολύ και μας λέει, “αν μας ξαναφέρετε, πόσο κόσμο πιστεύετε ότι μπορούμε να φέρουμε;”. Σκεφτήκαμε το Gagarin και του λέμε, “ε, γύρω στα 1.500 άτομα”. Και λέει, “ουάου”.

Δεν έχουν ξεχάσει με τίποτα την πρώτη φορά στην Αθήνα. Ειδικά την τιμή του εισιτηρίου. Είχαμε και μια αστεία ιστορία. Σε ένα φιλικό σπίτι, ένα νεοκλασικό, μέλους της Primitive, είχαμε όλες τις αφίσες από τα live που έχουμε κάνει. Εκεί είχαμε φιλοξενήσει τον Carlos ένα καλοκαίρι. Το ίδιο καλοκαίρι είχαμε φιλοξενήσει και τον τραγουδιστή των Murder Capital, οι οποίοι γνωρίζονταν μεταξύ τους από ένα κοινό πέρασμα από την Ύδρα. Οι αφίσες αυτές έμπαιναν σε μια εκπληκτική νεοκλασική τουαλέτα.

Οι Murder Capital είχαν βγάλει τότε τον πρώτο δίσκο, ενώ οι Fontaines δεν είχαν βγάλει τίποτα. Την βλέπει ο Carlos και λέει, “καλά, αυτοί 13 ευρώ και εμείς 12;”. Και γελάει.

Κόψαμε 270 εισιτήρια, ενώ η Death Disco χωρούσε 300 άτομα. Βάλαμε μέσα 320. Βγήκε ο Σκιαδάς (σ.σ. ιδρυτής της Death Disco) και λέει “Πάνο, μη βάζεις άλλους, δεν γίνεται, θα πάμε σκαστοί”. Δέκα πάνω, δέκα κάτω, κάπου εκεί.

Δεν είναι ότι είμαστε λαγωνικά, θέλαμε το καινούργιο. Μπορείς να βρεις τώρα δέκα μπάντες και μία από αυτές να κάνει καριέρα. Το ίδιο συνέβη και με Viagra Boys, Amyl and the Sniffers, Metz. Έχουμε φέρει και πιο κλασικά ονόματα, όπως τους New Model Army. Θέλαμε να έχουμε μια ταυτότητα, να ακούς ένα φίλο σου να λέει ότι έφερε η Primitive μια μπάντα και να λες ότι για να τους φέρνει η Primitive, θα είναι καλή.

Κάθε φορά που οργανώνουμε ένα live νιώθουμε σα να ανεβαίνουμε και εμείς στην σκηνή. Η επιλογή των Fontaines σίγουρα μας δίνει κίνητρο να συνεχίζουμε, άλλο που κοιμόμαστε τώρα για λίγο καιρό. Μας πέτυχες σε συζητήσεις πάντως να ξέρεις, ερχόμαστε. Μη χάσετε το επόμενο».

Εκείνο το διάστημα, ο Μάνος Καρακατσάνης είχε μεταμορφωθεί από Mani Deum σε The Man & His Failures. Γελάει ακόμα με εκείνη την λεζάντα, στην οποία λέει στον κόσμο να τσεκάρει τα φοβερά Ιρλανδικά αγόρια. Η σέλφι με τον Grian πάντως, είναι ήδη συλλεκτική.

«Δεν τους ενδιέφερε να ζήσουν τη νυχτερινή Αθήνα, ήθελαν να πιούμε μπύρες και να μιλήσουμε για συγγραφείς και ποιητές»

IG @themanandhisfailures

«Το γελοίο του post – που υπάρχει ακόμα εκεί – είναι ότι προτρέπω εγώ τον κόσμο να τους ακούσει. Πού να το ‘ξερα τότε. Την προηγούμενη μέρα, για να προωθήσουμε τη συναυλία κάναμε ένα ακουστικό λάιβ στο Syd Records για να σπρώξουμε το live, με δύο κιθάρες, μια δική μου ακουστική της κακιάς ώρας και 6-7 κομμάτια. Δεν είχαν βγάλει καν το πρώτο άλμπουμ.

Είχαν παίξει ένα ακυκλοφόρητο στο encore, 45-50 λεπτά με το ζόρι. Έξι μήνες μετά, θα έπαιζαν στο Primavera. Τα παιδιά που τους έφεραν τότε, είχαν πάρει ένα μεγάλο ρίσκο.

IG @syd_records
IG @syd_records

Για μένα, ήταν το δεύτερο live με τους The Man & His Failures, ήμουν τρακαρισμένος. Τα παιδιά από την Primitive με ήξεραν ως Mani Deum. Δεν είχα τραγούδια και για να γεμίσουμε, έπαιξε και δύο διασκευές από Mad Season και New Model Army.

Την ημέρα του live, είχαμε έρθει ήδη πολύ κοντά από την αρχή. Πήγαμε με τον Grian από νωρίς στο soundcheck, στο backstage μαζί, και το επόμενο βήμα μετά το live ήταν το πού θα συνεχίσουμε. Πιτσιρίκια εκείνοι, 23 κάτι, εγώ 32. Δεν τους ενδιέφερε να ζήσουν τη νυχτερινή Αθήνα, ήθελαν να πιούμε μπύρες και να μιλήσουμε για συγγραφείς και ποιητές. Είχαν γνωριστεί άλλωστε σε μια λογοτεχνική ομάδα, παιδιά με κλίση στην ποίηση και τη λογοτεχνία, σαν έξτρα ώρα μαθήματος. Κάποιοι ήταν και από το σχολείο μαζί.

Πολύ διαβασμένα παιδιά, αυτό είναι το κοινό τους. Πήγαμε όλοι μαζί στο Closer, εκεί τραβήχτηκε και η σέλφι στον καθρέφτη. Έπιναν μαύρη μπύρα με ένα σφηνάκι ουίσκι, ακολουθήσαμε κι εμείς… Ούτε που θυμάμαι πώς φύγαμε, μιλάγαμε όλη τη νύχτα. Ταιριάξαμε σαν παρέα. Όλοι ήταν εκπληκτικοί και είχαν ανάγκη να ρωτήσουν, να μάθουν για τη σκηνή εδώ, για μένα που με βρήκαν ως παλιό.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΜΟΝΗΣ

Με ρωτούσαν πώς είναι να κάνεις περιοδείες, ήταν ακόμα κάπως άγουρη εποχή για εκείνους. Δεν καταλάβαιναν γιατί έχουν τόσο κόσμο, πώς και έρχεται τόσος κόσμος σε άγνωστη μπάντα. Θυμάμαι να τους λέω, “παιδιά, τα κομμάτια σας τα παίζουν τα ροκ μπαρ”.

Υπήρχε μια μεγάλη έκπληξη. Ήταν σε μια φάση λίγο πριν υπογράψουν τα μεγάλα τους συμβόλαια και έλεγαν μακάρι να πάει καλά όλο αυτό, αλλά δεν είχαν ούτε οι ίδιοι τόσο μεγάλες βλέψεις. Ήταν κάτι δικό τους, μιας φοιτητικής παρέας. Ήξεραν και οι ίδιοι ότι κάτι καλό γίνεται, αλλά μέχρι εκεί.

Τώρα πια μιλάμε για μια μεγάλη επιχείρηση. Μου είχε κάνει εντύπωση που τους συγκρίναμε με τους The Fall, αλλά μου είχε ο Grian ότι “εμείς δεν τους έχουμε ακούσει τόσο πολύ, με Arctic Monkeys μεγαλώσαμε και με Libertines”. Αυτή ήταν η μουσική της δικής του γενιάς.

Πολύ φιλικά τα πράγματα, πολύ οικείο το κλίμα σε όλο το βράδυ. Είχε σκάσει και στους 5 Δρόμους πριν καιρό, τα κάνει αυτά. Αυτό που πήρα εγώ από εκείνον είναι ότι δεν θα ψωνιστεί ποτέ. Πολύ solid τύπος. Έλεγε “αυτό θέλω, αυτό μ’ αρέσει να κάνω, αλλά δε σημαίνει και κάτι”».

Ο δημοσιογράφος Παναγιώτης Μένεγος, ήταν κι αυτός εκεί και θυμάται το ντεμπούτο πέντε πεινασμένων Ιρλανδών, δύο Μουντιάλ πριν την «αυτοκρατορική» τους περίοδο.

«Tο μοναδικό και πολύτιμο συναίσθημα να βλέπεις μια μπάντα στο peak της “πείνας” της»

ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΜΟΝΗΣ

«Ξέραμε, δώδεκα μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2018, ότι οι ιρλανδοί πιτσιρικάδες Fontaines D.C. για τους οποίους γεμίσαμε ένα βράδυ Πέμπτης την Death Disco αψηφώντας το κρύο και τον μεγάλο ποδοσφαιρικό αγώνα της βραδιάς, θα γίνονταν μια μέρα τόσο μεγάλοι που θα συντονιζόταν μαζί τους -σχεδόν μονοθεματικά- όλος ο πλανήτης την ημέρα της κυκλοφορίας ενός νέου άλμπουμ τους;

Όχι βέβαια.

Εξάλλου, εντάξει, η “ντίσκο του θανάτου” δε θέλει και πάνω από 250 άτομα για να σολντάρει και δεν είναι δα και τόσο παλιά το 2018 για να μην είχαμε live score στα κινητά που χάριζαν, στα διαλείμματα μεταξύ των tracks, ανάμεικτα συναισθήματα συνολικά στην αίθουσα για τη μεγάλη νίκη-πρόκριση του Ολυμπιακού επί της Μίλαν.

Κι επίσης όσοι πήγαμε, πήγαμε υποψιασμένοι. To ντεμπούτο Dogrel δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμα. Αλλά το hype χτιζόταν με τον πατροπαράδοτο βρετανικό τρόπο. Με κάποια δυνατά non-album singles (αλήθεια, πού ήσουν την πρώτη φορά που άκουσες τον Grian να ανακοινώνει την άφιξη των “Boys in the Better Land”;), με τις all-time classic υπερβολές του βρετανικού -ψηφιακού πια- μουσικού Τύπου για τo “επόμενο big thing” (τώρα πια ξέρουμε ότι είχαν δίκιο) και κυρίως με το πλαίσιο: το νιοστό post-punk revival, featuring τα παιδιά του Brexit αυτή τη φορά, ήταν ίσως η πιο συναρπαστική κιθαριστική μουσική που έβγαινε από τη Μεγάλη Βρετανία μετά τα χρόνια της Britpop.

Είχαμε ήδη “αγοράσει” τους IDLES, θα βλέπαμε στο ίδιο μέρος τους Murder Capital μερικούς μήνες αργότερα, οι Shame θα εμφανίζονταν κι αυτοί το επόμενο καλοκαίρι στο Release.

Δε θυμάμαι κάποια ιδιαίτερη στιγμή του live, πέραν του ότι ήταν σύντομο – τα παιδιά δεν είχαν και πολλά τραγούδια. Θυμάμαι όμως αυτό το πολύ μοναδικό και πολύτιμο συναίσθημα να βλέπεις μια μπάντα όχι στο peak των δυνατοτήτων της (ούτε καν) αλλά στο peak της “πείνας” και της αθωότητάς της.

Βγαίνοντας στα στενά του Ψυρρή, ξέραμε ότι θα τους ξαναδούμε πολλές φορές. Θα τους αγαπήσουμε, θα τους ξεπεράσουμε, ενδεχομένως θα τους αποκηρύξουμε. Και σίγουρα όταν θα μετριόμαστε πόσοι ήμασταν εκεί το βράδυ εκείνο, θα βγαίνουμε περισσότεροι απ’ ότι ήμασταν στην πραγματικότητα ;).

Όπως συμβαίνει πάντα με τα ιστορικά βράδια».

Ο δημοσιογράφος και μουσικός Αντώνης Κωνσταντάρας, από την πρώτη κιόλας νότα των Ιρλανδών, ένιωθε πως κάτι το ιστορικό συνέβαινε εκείνη τη μέρα στου Ψυρρή.

«Η Αθήνα ερωτεύτηκε πρώτη, αυτό που θα μάθαινε στη συνέχεια όλος ο κόσμος»

ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΜΟΝΗΣ

«Αυτό που ζήσαμε εκείνο το βράδυ του Δεκέμβρη στο αγαπημένο Death Disco ήταν πραγματικά ξεχωριστό. Και μάλιστα, είχα τη χαρά να το βιώσω μαζί με δυο πολύ αγαπημένα πρόσωπα. Η μπάντα από το Δουβλίνο ήρθε στην Αθήνα έχοντας στις αποσκευές της μόλις τέσσερα singles, μεταξύ των οποίων τα ιστορικά πλέον “Too Real” και το “Boys in the Better Land” -μέσω των οποίων είχαμε ψυλλιαστεί ότι κάτι σπουδαίο θα συμβεί.

Λίγο μετά τις 11 λοιπόν, οι Fontaines D.C. ανέβηκαν στο stage του γεμάτου καπνό και κόσμο venue και για μία ώρα μας άφησαν με το στόμα ανοιχτό. Κάπου στοιβαγμένοι στο μπαλκόνι του D.D. είχαμε οπτική που μας επέτρεπε να δούμε κυρίως τον Grian και τον Conor.

Από τις πρώτες νότες ανατριχίλα και η συνειδητοποίηση πως απόψε γράφεται ιστορία. Αυτοί οι τύποι δεν είναι συνηθισμένοι, είναι stars. Είναι ταυτόχρονα sophisticated, rock ‘n roll και μελαγχολικοί. Εκείνο το βράδυ η Αθήνα ερωτεύτηκε πρώτη αυτό που θα μάθαινε στη συνέχεια όλος ο κόσμος.

It was indeed too real for us…».

Για τα πρακτικά, αν οι Fontaines D.C. νοίκιαζαν σπίτι στα Εξάρχεια, μάλλον δεν θα μπορούσαν να πληρώσουν ούτε ένα μηνιάτικο με εκείνο το ιστορικό νυχτοκάματο τους, στην οδό Ωγύγου.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία και ποιος ξέρει, ίσως η σειρά Fontaines D.C. στην Ελλάδα, να έχει νέα επεισόδια το καλοκαίρι.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.