Οι φόνοι της λίμνης Bodom
Η πιο διαβόητη υπόθεση στη φινλανδική ιστορία, έδωσε το όνομά της στο metal συγκρότημα Children of Bodom και παραμένει μέχρι και σήμερα ανεξιχνίαστη.
- 31 ΟΚΤ 2026
Espoo, Φινλανδία, 1960
Η έρευνα έπρεπε να είχε γίνει είκοσι χρόνια νωρίτερα
Το Σάββατο 4 Ιουνίου 1960 τέσσερις καταφτάνουν με τις μηχανές τους στη λίμνη Bodom, περίπου 22 χιλιόμετρα δυτικά του Ελσίνκι. Πρόκειται για τους Maila Irmeli Björklund και Anja Tuulikki Mäki, 15 ετών, Seppo Antero Boisman και Nils Wilhelm Gustafsson, 18 ετών. Οι έφηβοι στήνουν τη σκηνή τους σε ένα ακρωτήριο στα νότια της λίμνης, ανυποψίαστοι για αυτό που τους περιμένει σε λίγες ώρες.
Κάποια στιγμή μεταξύ 4 και 6 τα ξημερώματα της Κυριακής, την ημέρα της Πεντηκοστής, ένας άγνωστος επιτίθεται στη σκηνή τους. Ο δράστης δεν θα μπει στη σκηνή, αλλά θα προτιμήσει να επιτεθεί στους νέους απ’ έξω: αρχικά έκοψε τα σχοινιά κι έπειτα άρχισε να μαχαιρώνει τους εφήβους πάνω από το ύφασμα και να τους χτυπάει στο κεφάλι με κάποιο αμβλύ αντικείμενο. Τα χτυπήματα στο κεφάλι, σύμφωνα με το πόρισμα του ιατροδικαστή, ήταν η αιτία θανάτου των Boisman, Mäki και Björklund.
Η Björklund, που είχε τραυματιστεί πιο σοβαρά από τα υπόλοιπα θύματα, βρέθηκε γυμνή από τη μέση και κάτω. Γύρω στις 6, μία παρέα εφήβων που βρισκόταν στην περιοχή για να παρατηρήσει πουλιά θα δει τη σκηνή να καταρρέει και έναν ξανθό άντρα να απομακρύνεται από το σημείο. Ένας τρίτος νεαρός που περίμενε έναν φίλο του για να πάνε να ψαρέψουν στο διπλανό ακρωτήρι θα έβλεπε έναν ξανθό άντρα με ανοιχτόχρωμο μπουφάν και σκούρο παντελόνι να απομακρύνεται βιαστικά από τη σκηνή του εγκλήματος.
Τα πτώματα ανακαλύφθηκαν γύρω στις 11 το πρωί από έναν ξυλουργό, τον Esko Oiva Johansson, ο οποίος είχε πάει για μπάνιο στο σημείο. Η αστυνομία έφτασε λίγο αργότερα στη σκηνή του εγκλήματος. Από την παρέα των τεσσάρων παιδιών μονάχα ο Gustafsson επέζησε και αυτός με σοβαρότατα τραύματα στο κρανίο.
Τα λάθη της αστυνομίας στη συνέχεια ήταν, κατά κοινή παραδοχή, τραγικά. Ο χώρος δεν αποκλείστηκε και τόσο οι πολυάριθμοι αστυνομικοί, όσο και δημοσιογράφοι, αλλά και κάτοικοι της περιοχής που ήρθαν για να δουν από κοντά τι είχε συμβεί, κατέστρεψαν με τα παπούτσια τους τα στοιχεία. Στρατιώτες κλήθηκαν να βοηθήσουν στις έρευνες που έγιναν για τον δράστη από τη λίμνη, συμβάλλοντας κι εκείνοι στην αλλοίωση της σκηνής.
Το μαχαίρι και το αμβλύ αντικείμενο που χρησιμοποίησε ο δράστης δεν βρέθηκαν ποτέ, ενώ προτού φύγει ο δολοφόνος είχε πάρει διάφορα αντικείμενα από τη σκηνή, μεταξύ των οποίων τα κλειδιά από τις μηχανές των παιδιών, τις οποίες ωστόσο δεν πείραξε. Τα παπούτσια του Gustafsson βρέθηκαν κρυμμένα γύρω στα 500 μέτρα από τη σκηνή.
Ο Gustafsson, ο μοναδικός επιζών, δεν θυμόταν σχεδόν τίποτα. Οι αρχές προκειμένου να ξυπνήσουν τη μνήμη του κατέφυγαν σε μία ακραία πρακτική, σπάνια ακόμα και για εκείνη την εποχή, επιστρατεύοντας τις υπηρεσίες ενός υπνωτιστή, τον οποίο το θύμα επισκέφτηκε τρεις φορές. Στη διάρκεια της τελευταίας συνεδρίας περιέγραψε έναν ξανθό άντρα με έντονα σημάδια ακμής στο πρόσωπό του, ο οποίος κρατούσε μαχαίρι και που έμοιαζε με σιδεροσωλήνα. Το 2003, ο ψυχίατρος Hannu Lauerma θα έκρινε πως η αφήγηση ήταν πιθανότατα περισσότερο επινόηση του Gustafsson παρά πραγματική ανάμνηση.
Στην πορεία της έρευνας προέκυψαν τρεις βασικοί ύποπτοι. Ο Karl Valdemar Gyllström ήταν περιπτεράς στο Oittaa, γνωστός για τα εχθρικά αισθήματα που έτρεφε προς τους κατασκηνωτές. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κατέστρεψε σκηνές και πετούσε πέτρες στις παρέες που έρχονταν να κατασκηνώσουν στις όχθες της λίμνης. Η αστυνομία, ωστόσο, δεν κατάφερε να βρει στοιχεία εναντίον του και παρόλο που κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες που ήθελαν τον Gyllström να έχει ομολογήσει τις δολοφονίες σε γνωστούς του, οι ερευνητές δεν τους έδωσαν ποτέ ιδιαίτερη βάση, καθώς τον θεωρούσαν απλά διαταραγμένο. Εννιά χρόνια αργότερα πνίγηκε στη λίμνη Bodom, με πιθανότερο αίτιο θανάτου την αυτοκτονία.
Ο Hans Assmann ένας Φινλανδός γερμανικής καταγωγής, που ζούσε μερικά χιλιόμετρα από τη λίμνη, εμφανίστηκε στις 6 Ιουνίου σε ένα νοσοκομείο του Ελσίνκι με ματωμένα ρούχα. Ο Jorma Palo, που ήταν τότε ειδικευόμενος γιατρός, θα έλεγε το 2005 ότι ο Assmann έκανε τον αναίσθητο και είχε πλύνει τα χέρια του με βενζίνη. Το προσωπικό ειδοποίησε την αστυνομία, η οποία σύμφωνα με τον Palo δεν έδωσε μεγάλη σημασία στους γιατρούς, αφού είχε άλλοθι για τη νύχτα των φόνων. Μετακόμισε στη Σουηδία και πέθανε στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Ο Palo αργότερα θα έγραφε τρία βιβλία για την υπόθεση.
Ο Pentti Soininen, ένας ιδιαίτερα βίαια κακοποιός, θα έλεγε κάποια στιγμή μέσα στη δεκαετία του 1960 σε έναν συγκρατούμενό του ότι αυτός ήταν ο δράστης, ωστόσο το 1960 ήταν 14 ετών. Το 1966, η αστυνομία ανακοίνωσε ότι αναζητούσε έναν άντρα τον οποίο διάφοροι μάρτυρες είχαν δει κοντά στον τόπο του εγκλήματος να καβαλάει ποδήλατο.
Τον Μάρτιο του 2004, σχεδόν 44 χρόνια μετά, συνελήφθη ο Gustafsson για τις δολοφονίες των φίλων του και στις αρχές του 2005 η Εθνική Υπηρεσία Ερευνών δήλωσε ότι η υπόθεση είχε εξιχνιαστεί και επίσημα. Τα παπούτσια του είχαν σταλεί για ανάλυση DNA στην Αγγλία και διαπιστώθηκε πως έφεραν ίχνη από το αίμα των θυμάτων, αλλά όχι του Gustafsson. Η εισαγγελία υποστήριξε ότι ο Gustafsson, τον οποίο η παρέα του έδιωξε από τη σκηνή, επειδή είχε μεθύσει, τσακώθηκε με τους υπόλοιπους και ο καβγάς κλιμακώθηκε σε τριπλή ανθρωποκτονία.
Έπειτα, κατά το κατηγορητήριο, επινόησε την ιστορία του δράστη, έκρυψε τα χαμένα αντικείμενα και αυτοτραυματίστηκε. Η αστυνομία ισχυρίστηκε ότι το 2004 ο Gustafsson είχε πει «ό,τι έγινε, έγινε, θα φάω 15 χρόνια και θα βγω». Εκείνος, φυσικά, δεν θυμόταν να είπε τη συγκεκριμένη φράση και ισχυρίστηκε ότι, αν πράγματι την είπε, είχε απλά αστειευτεί. Η δίκη ξεκίνησε στις 4 Αυγούστου 2005 και κράτησε τρεις εβδομάδες, με τον εισαγγελέα να ζητάει ισόβια για τον κατηγορούμενο.
Στις 7 Οκτωβρίου 2005, το Πρωτοδικείο του Espoo αθώωσε τον 63χρονο οδηγό λεωφορείου. Έκρινε ότι τα στοιχεία δεν επαρκούσαν για την καταδίκη του, ότι δεν αποδείχθηκε το κίνητρο της τριπλής ανθρωποκτονίας και ότι ο χρόνος που πέρασε έκανε αδύνατο να κριθεί αξιόπιστα η υπόθεση. Τόνισε το τεκμήριο αθωότητας και έκρινε εύλογη την αμνησία του. Τα δε ίχνη DNA σύμφωνα με το δικαστήριο δεν υποστήριζαν το κατηγορητήριο.
Από τα τραύματα των θυμάτων και μόνο δεν μπορούσε να εξαχθεί με ασφάλεια κάποιο συμπέρασμα για το αν ο δράστης ήταν εν τέλει ο Gustafsson ή κάποιος άγνωστος. Βάσει των μαρτυριών, αλλά και των τραυμάτων που έφερε στο κεφάλι, οι δικαστές οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα πως δεν ήταν ο δολοφόνος, αλλά ένα από τα θύματα, ενώ θεώρησαν απίθανο ένας άνθρωπος στην κατάστασή του θα είχε καταφέρει να συγκαλύψει το έγκλημα.
Οι εισαγγελείς δεν άσκησαν έφεση και το φινλανδικό κράτος κατέβαλε στον Gustafsson 44.900 ευρώ ως αποζημίωση για την ψυχική οδύνη που του προκάλεσε η μακρά προφυλάκιση. Έγκριτοι νομικοί έκριναν πως η απόφαση ήταν καλώς αιτιολογημένη, ενώ η αστυνομία δέχτηκε κριτική επειδή άφησε να εννοηθεί ότι οι νέες ερευνητικοί μέθοδοι θα οδηγούσαν στην εξιχνίαση της υπόθεσης, κάτι που τελικά δεν έγινε.
Σύμφωνα με την Εθνική Υπηρεσία Ερευνών η υπόθεση δεν διερευνάται ενεργά. Υπάρχουν φυσικά διάφορες θεωρίες και ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, ωστόσο κανένα νέο στοιχείο δεν προέκυψε μετά τη δίκη. Η υπόθεση, ίσως η πιο διαβόητη στη φινλανδική ιστορία, έδωσε το όνομά της στο metal συγκρότημα Children of Bodom και ενέπνευσε τη slasher ταινία Lake Bodom του 2016. Ό,τι κι αν συνέβη εκείνο το πρωί της Πεντηκοστής, τα όποια ίχνη του δράστη έχουν πλέον χαθεί.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.