Jonas Kakaroto/Unsplash
ΕΡΕΥΝΑ

Το λάθος που κάνουμε όταν καθαρίζουμε συγκεκριμένα φρούτα

Ο μέσος ενήλικας δεν τρώει τις φυτικές ίνες που χρειάζεται. Όλοι ωστόσο, πετάμε τις κύριες πηγές. Τι αποκάλυψε μελέτη του King’s College για 10 τρόφιμα κοινής λήψης.

Υπάρχω σε αυτόν τον πλανήτη 50 χρόνια και αν έχω καταλάβει κάτι, είναι πως δεν σταματώ ποτέ να μαθαίνω πράγματα. Δεν θα κρύψω ωστόσο, τον προβληματισμό μου κάθε φορά που υποπίπτει στην αντίληψη μου κάτι που δεν γνωρίζω για τρόφιμα που είναι μεταξύ των σταθερών, εδώ και δεκαετίες, στη διατροφή μου.

Για παράδειγμα, τον ανανά. Συνηθίζω να τον καθαρίζω και να πετάω τη φλούδα, που όπως ενημερώνει πρόσφατη μελέτη επιστημόνων του King’s College London έχει περισσότερες φυτικές ίνες από το κομμάτι που καταναλώνω. Το ίδιο ισχύει και για τα ακτινίδια και διάφορα άλλα λαχανικά και φρούτα.

Θα σκέφτεστε και πώς να φάμε τις φλούδες;. Οι ερευνητές απάντησαν σε αυτήν την απορία.

Πρώτα όμως, ας δούμε τι ανακάλυψαν.

Και δεν τρως αρκετές φυτικές ίνες και πετάς την πηγή τους

Στην εργασία τους, οι επιστήμονες του τμήματος Διατροφικών Επιστημών του King’s College London ανέλυσαν 12 ωμά ή άψητα φρέσκα τρόφιμα και για την ακρίβεια, το παντζάρι, την πιπεριά, το μπρόκολο, την κολοκύθα, το κουνουπίδι, το σέλινο, το σγουρό λάχανο, τον μάραθο, το ακτινίδιο, το πράσο, τον ανανά και το καρπούζι.

Τα ευρήματα τους υποδηλώνουν πως τα συστατικά «από τη ρίζα ως την άκρη» που συνήθως πετιούνται, συμπεριλαμβανομένων των φλούδων, των φλοιών και των κοτσανιών, περιείχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα διαιτητικών ινών από τις μερίδες που τρώμε κανονικά, σε 10 από τις 12 περιπτώσεις.

Η επικεφαλής της εργασίας, Δρ. Rachel Gibson δήλωσε στην ιστοσελίδα του πανεπιστημίου ότι με την απόρριψη της φλούδας έχουμε οικονομική, αλλά και διατροφική απώλεια.

Θύμισε πως μελέτες δείχνουν ότι οι περισσότεροι ενήλικες δεν λαμβάνουμε αρκετές φυτικές ίνες, οι οποίες είναι σημαντικές για την υγεία μας, καθώς παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πέψη, βοηθούν στη μείωση του κινδύνου διαβήτη τύπου 2 και καρδιακών παθήσεων και προάγουν το αίσθημα πληρότητας.

Οι δίαιτες με υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες έχουν συνδεθεί με μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, ορισμένων μορφών καρκίνου και πρόωρης θνησιμότητας.

Οι εξαιρέσεις του κανόνα

Σε 10 από τα 12 φρούτα και λαχανικά που μελετήθηκαν, τα συστατικά που εκτείνονται από τη ρίζα ως την άκρη (φλούδα, φλοιός, ρίζα, σπόροι) περιείχαν περισσότερες φυτικές ίνες από τα μέρη που καταναλώνονται συνήθως. Για παράδειγμα:

Η φλούδα του καρπουζιού περιείχε 2,10 γρ. φυτικών ινών ανά 100 γρ., περίπου ισοδύναμη με τις φυτικές ίνες σε μια φέτα ψωμί ολικής αλέσεως

Η φλούδα και οι σπόροι της κολοκύθας περιείχαν 9,25 γρ. ανά 100 γρ.. Σχεδόν τόσες φυτικές ίνες όσο ένα μπολ με νιφάδες πίτουρου

Η φλούδα και ο πυρήνας του ανανά περιείχαν 453,7% (πέντε φορές) περισσότερες φυτικές ίνες από τη σάρκα. Η κατανάλωση μόνο της φλούδας και του πυρήνα ενός ανανά θα μπορούσε να παρέχει τόσες φυτικές ίνες όσο η κατανάλωση πέντε μερίδων μόνο της σάρκας.

Οι εξαιρέσεις του κανόνα ήταν τα κοτσάνια μπρόκολου, που περιείχαν 28,4% λιγότερες φυτικές ίνες από τα μπουκετάκια που συνήθως τρώμε και το κουνουπίδι, που αντίστοιχα με το μπρόκολο (άλλωστε ανήκουν στην ίδια οικογένεια, των κραμβοειδών) στα κοτσάνια και τα φύλλα έχουν λιγότερες διαιτητικές ίνες ανά 100 γραμμάρια, σε σχέση με το κυρίως μπουκέτο.

Ο Δρ. Balazs Bajka, Επίκουρη Καθηγήτρια Διατροφικών Επιστημών, η οποία ηγήθηκε των εργαστηριακών δοκιμών ινών στη μελέτη, δήλωσε πως «είναι σημαντικό ότι δεν πρόκειται για την ενθάρρυνση των ανθρώπων να τρώνε «100 γραμμάρια φλούδας και σπόρων κολοκύθας» για να αυξήσουν την πρόσληψη φυτικών ινών.

Αντίθετα, αξιοποιώντας καλύτερα τα συχνά παραβλεπόμενα μέρη των φρούτων και των λαχανικών ως μέρος των καθημερινών γευμάτων, έχουμε την ευκαιρία να αυξήσουμε την πρόσληψη φυτικών ινών με έναν απλό και βιώσιμο τρόπο».

Πώς μπορούμε να φάμε φλούδες και κοτσάνια

Το King’s College London έχει περάσει εδώ και χρόνια από τη θεωρία στην πράξη και πειραματίζεται στην καντίνα του, προσφέροντας στο προσωπικό και τους φοιτητές γεύματα από τη ρίζα ως την άκρη, όπως το κάρυ με τη φλούδα μπανάνας.

Κατά τη διάρκεια της μελέτης των εννέα εβδομάδων, τα πιάτα «από τη ρίζα ως την άκρη» αποτελούσαν το 1/3ο των συνολικών ημερήσιων πωλήσεων ζεστών μενού στο campus. Φάνηκε ότι όσοι επέλεγαν τα νέα πιάτα ήταν λιγότερο πιθανό να ολοκληρώσουν τα γεύματά τους από όσους έτρωγαν από το συμβατικό μενού.

Η Georgia Browne, Βοηθός Έρευνας στο King’s και κύρια συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε πως «είναι ενδιαφέρον ότι οι συμμετέχοντες θεώρησαν τα διατροφικά οφέλη, ιδιαίτερα την περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες, ως ισχυρότερο κίνητρο από την περιβαλλοντική βιωσιμότητα όταν εξέταζαν αν θα υιοθετούσαν τη διατροφή από τη ρίζα στην άκρη.

Οι επιστήμονες τόνισαν ότι η κατανάλωση «από τη ρίζα στην άκρη» δεν απαιτεί δραματικές διατροφικές αλλαγές. Αρκούν απλές τροποποιήσεις στην προετοιμασία του φαγητού. Στο σπίτι, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι πρέπει να αφήνουμε φλούδες στα ακτινίδια, να χρησιμοποιούμε κοτσάνια μπρόκολου σε τηγανητά φαγητά ή να ενσωματώνουμε σπόρους πιπεριάς στα πιάτα. Λένε ότι απαιτούνται αλλαγές στο στάδιο της παρασκευής τροφίμων ή στα μέρη που πηγαίνουμε να φάμε έξω για απτά αποτελέσματα στην υγεία σε επίπεδο πληθυσμού.

Η Δρ Gibson διευκρίνισε ότι «δεν πρόκειται για τελειότητα, ούτε θέλουμε να αναγκάσουμε τους ανθρώπους να τρώνε δυσάρεστα φαγητά. Πρόκειται για την αναγνώριση της θρεπτικής αξίας σε συστατικά που έχουμε μάθει να απορρίπτουμε».

Υπάρχουν εν τω μεταξύ, ορισμένα πράγματα που πρέπει να αποφεύγονται εντελώς. Για παράδειγμα, οι πράσινες πατάτες και τα φύλλα ραβέντι περιέχουν τοξικές ενώσεις, ενώ τα σκληρά κοτσάνια και οι σπόροι μπορεί να μην είναι κατάλληλα για μικρά παιδιά.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.