ΠΡΟΣΩΠΑ

Στον Δελούδη στο Παγκράτι, η παλιά και η νέα γενιά φοράνε τα ίδια

Περάσαμε ένα μεσημέρι στο κατάστημα ένδυσης του Αριστοτέλη Δελούδη, εκεί που όλα έχουν αλλάξει, αλλά όλα μένουν ίδια.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΑΣΠΑ ΚΟΥΛΥΡΑ

Το Παγκράτι πριν από περίπου τρεις δεκαετίες δεν ήταν όπως σήμερα. Τις νύχτες στα πεζοδρόμια οι νέοι δεν ξεροστάλιαζαν για να παραγγείλουν ένα ποτό, ούτε ακόμα ένας metaκαφενές σέρβιρε σε λευκά τραπεζομάντιλα μπομπότα, τραχανά και καμμένα λάχανα.

Οι νέοι τότε είχαν την τάση να φεύγουν.

Τα προάστια έμοιαζαν με τόπους που οι νεοφερμένοι θα ζούσαν το εξελληνισμένο αμέρικαν ντριμ τους και στα πατρικά τους θα επέστρεφαν μόνο τις Κυριακές για μεσημεριανό.

Αλλά και αυτά τα πατρικά μοιραία ερήμωσαν και πίσω έμεναν οι μεγαλύτεροι, εκείνοι που στα νιάτα τους σύχναζαν τα βράδια στα κρασοπουλειά, φορώντας ρούχα που είχαν ψωνίσει από τα μαγαζιά της Ευτυχίδου.

Στον ίδιο δρόμο, αν περνούσες από τον αριθμό 3, σε εκείνον τον μαγικό χώρο ανάμεσα στο τζάμι και τον κύριο χώρο του καταστήματος, θα έβλεπες μανεκέν, άλλοτε να παίζουν πιάνο και σαξόφωνο και άλλοτε, να στέκονται «αγέρωχα» με φόντο έργα που θύμιζαν αυτά του Γαΐτη.

Ήταν η βιτρίνα του Δελούδη, του καταστήματος ένδυσης με μότο «Τα πάντα για τον άντρα, ποιότητα και καλές τιμές», που πέρυσι έκλεισε 100 χρόνια ζωής και παρά το ότι άλλαξαν πολλά στη διαδρομή, παραμένει σημείο αναφοράς.

Στο τιμόνι του βρίσκεται πλέον ο Αριστοτέλης Δελούδης, Δελούδης τρίτης γενιάς, ο οποίος μίλησε στο OneMan για όσα έχουν αλλάξει και όσα μένουν ίδια στο Παγκράτι, τους νέους και τους παλιούς που συνυπάρχουν και τη ζωή που κάνει κύκλους. Όπως άλλωστε και η δική του.

Η πρώτη και μοναδική παρένθεση που άνοιξε κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας ήταν για να διαψεύσει ότι στις μέρες μας έχει παραγίνει το θέμα διασκέδαση στο Παγκράτι.

«Είναι μύθος για μένα αυτό. Γιατί πάντα υπήρχε η διασκέδαση στην περιοχή. Απλά όχι με τη μορφή που είναι σήμερα. Τότε είχε τις ταβέρνες με τη ζωντανή μουσική και τα κρασοπουλειά. Κρασί έπιναν τότε, είχε άπειρα τέτοια μαγαζιά. Οπότε πάντα είχε νυχτερινή ζωή, δεν είναι κάτι καινούργιο». Κλείνει η παρένθεση.

Σκέφτομαι πως πολλά άλλα πράγματα γύρω μου δεν είναι καινούργια. Από τους καθρέφτες στην είσοδο που παλιά κοσμούσαν το παλιό μαγαζί, ακριβώς απέναντι, και τα έπιπλα που λειτουργούν σήμερα σαν ράφια, μέχρι την ανάγκη των ανθρώπων να ανήκουν κάπου.

«Είναι ένα παλιό μαγαζί με χαρακτήρα. Μπορείς να βρεις basic πράγματα, οικονομικά, κλασσικά κομμάτια καλής ποιότητας —πολλά από αυτά made in Greece— αλλά και πολύ ψαγμένα premium brands, ακόμη και second hand. Και στην τελική, έτσι δεν ψάχνω κι εγώ να ντυθώ;», μου λέει όταν τον ρωτάω τι είναι σήμερα ο Δελούδης.

Κάπως έτσι, χωρίς να απλώσει σχέδια και χάρτες σε τραπέζια, δημιούργησε ένα κατάστημα που είναι η προέκταση του εαυτού του. «Ένα μαγαζί που είναι σαν εμένα. Όπως θα ντυνόμουν εγώ στην καθημερινότητά μου. Έχει και τα καλά του και τα πιο φθηνά και τα πιο οικονομικά».

Η απόφαση ήταν συνειδητή: να μη «πειράξει» τον χαρακτήρα του χώρου. «Είπα θα είναι έτσι. Θα καλύψουμε τους παλιούς και θα προσπαθήσουμε να μπει νέος κόσμος. Ίσως, να γίνει ένα μίνι elevensouls εδώ μέσα». Η αναφορά στο κατάστημα που διατηρούσε στην Κολοκοτρώνη μέχρι το 2012 δεν είναι τυχαία· εκεί, σε μια άλλη εποχή του κέντρου, είχε ζήσει ήδη έναν μικρό κύκλο άνθησης.

Τον προβλημάτισε τι θα κάνει με τους εναπομείναντες παλιούς πελάτες. «Έχουν λιγοστέψει, αλλά αυτοί οι άνθρωποι ήταν το στήριγμα της εποχής για 40 χρόνια. Πώς να τους πεις δεν έχω να σε εξυπηρετήσω. Μα αυτός ερχόταν εδώ “τυφλά”. Έμπαινε και έλεγε θέλω ένα πουκάμισο. Δεν πήγαινε σε άλλο μαγαζί. Και είπα θα τους κρατήσω». Και τον κράτησαν και εκείνοι.

Πλέον, αν περάσεις από τον Δελούδη μπορείς να δεις να εξυπηρετούνται παράλληλα ένας 80χρονος και μία ψαγμένη, νεαρή τύπισσα. Δύο αντίθετοι κόσμοι, που ενώνονται στην αγάπη για τα ρούχα.

Τον ρωτάω ποιο κοινό προτιμά και ψάχνει.

«Μου αρέσουν αυτοί που ψάχνουν κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, να έχει χαρακτήρα. Μου αρέσει να βλέπω καλοντυμένους έξω. Δεν χρειάζεται να είναι όλα τους τα ρούχα των 200 και των 300 ευρώ. Μπορείς να κάνεις συνδυασμούς», λέει.

Γι’ αυτό και το μαγαζί του έχει αγκαλιαστεί και από νέα παιδιά, 25χρονους και 28χρονους, που τους αρέσει, το βρίσκουν ενδιαφέρον και που ξεχνάνε να κατέβουν από τον πρώτο όροφο που έχει τα second hand. «Κάθονται με τις ώρες και χαζεύουν», μου λέει και γελάει.

Δεν είναι όμως πάντα αυτονόητο. «Κάποιοι δεν καταλαβαίνουν τι γίνεται εδώ. Αλλά κάποιοι, με τη δεύτερη, αρχίζουν και βρίσκουν τα πατήματά τους». Διακρίνω έναν ενθουσιασμό όταν μου λέει για πολλά κορίτσια που ψάχνονται και θα μπουν στο μαγαζί για να πάρουν κάτι, τις βοηθάει μου λέει και η τάση με τα πιο φαρδιά ρούχα. Σημειωτέον, το μαγαζί έχει ελάχιστα γυναικεία κομμάτια.

Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι η συνύπαρξη. «Μπορεί να είναι μέσα ένας παππούς 80 χρονών και καπάκι να μπει μια ψαγμένη τύπισσα ή ένας ψαγμένος. Και λες τώρα πώς θα κολλήσουν αυτοί οι δύο κόσμοι; Τελικά, συνήθως κανείς δεν ξενερώνει. Ο μεγαλύτερος χαίρεται που υπάρχει το μαγαζί, χαίρεται να βλέπει νέο κόσμο. Μπορεί να πιάσουν και κουβέντα. Και οι δύο χαίρονται», μου λέει.

Για τον ίδιο, δεν χρειάζεται όλα τα μαγαζιά να είναι «χειρουργεία», να πουλάνε ένα συγκεκριμένο πράγμα σε ένα συγκεκριμένο κοινό, με έναν συγκεκριμένο τρόπο. «Να είναι όλα μια συναλλαγή. Είναι καλό να υπάρχουν και αυτά τα μαγαζιά».

Η συζήτηση έρχεται αναπόφευκτα στο timing. Τον ρωτάω αν πιστεύει ότι το μαγαζί βρίσκεται στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη στιγμή. Το παραδέχεται και εκείνος.

«Θεωρώ ότι είναι ένα καλό momentum για το μαγαζί. Δεν ήταν δεδομένο ότι θα εξελιχθεί έτσι η περιοχή, ούτε ότι θα εξελιχθεί έτσι το μαγαζί«, μου λέει. Το έχει ζήσει άλλωστε και ο ίδιος. «Τίποτα δεν μένει ίδιο, το μόνο δεδομένο είναι ότι όλα αλλάζουν. Δεν μπορούν να μένουν ίδια, ούτε μπορούν να αλλάζουν όπως θέλεις εσύ». That’s life.

Θυμήθηκε τις ημέρες που οι ημέρες του ξεκινούσαν και τελείωναν στο κέντρο της Αθήνας. «Έβλεπα όλη αυτή τη μαγεία που υπήρχε παλιά, το παλιό σε συνδυασμό με το νέο. Τελικά, επικράτησε μία πολύ κακή αισθητική, ένα άσχημο πράγμα κατά τη γνώμη μου, που δεν εξυπηρετεί κανέναν, ούτε τον τουρίστα που έρχεται, ούτε τον επισκέπτη, ούτε τον local, ούτε τους εμπόρους». Έβλεπε που οδηγούσε όλο αυτό; Ίσως όχι εξαρχής. «Το έβλεπα πολύ συναισθηματικά. Προσπαθούσα και για μένα και για το σύνολο», λέει.

Σήμερα όμως δηλώνει πιο προσγειωμένος. «Το momentum μου είναι αυτό, μου αρέσει, μου ταιριάζει. Τώρα τι θα γίνει δεν ξέρω. Δεν είναι δεδομένο ότι θα παραμείνει έτσι ή ότι θα πάει εκεί που θα ήθελα. Ούτε περιμένω κάτι συγκεκριμένο».

Ούτε ο κόσμος και οι συνήθειές του δεν έμειναν οι ίδιες. «Για παράδειγμα, στις γιορτές που ο κόσμος θέλει να πάρει δώρα… παλιά έτρεχαν όλοι πανικόβλητοι σε διάφορες περιοχές, σε malls, από εδώ, από εκεί, να πάρουν δώρα. Τώρα αυτοί που μένουν στο Παγκράτι δεν το κάνουν.

Θα ξυπνήσουν, θα πιουν το καφεδάκι τους και θα πάνε σε ένα local μαγαζί να πάρουν ένα δωράκι και θα συνεχίσουν τη μέρα τους», λέει και αναρωτιέται: «Γιατί να μην κινηθείς στη γειτονιά σου;». Ο ίδιος πάντως αυτό κάνει όταν θέλει να αγοράσει κάτι.

«Θα βρω κάτι ενδιαφέρον και δεν θα κουραστώ. Μόνο αν θέλω κάτι πολύ συγκεκριμένο, θα μετακινηθώ. Αλλιώς, θα στηρίξω τα βιβλιοπωλεία και τα μαγαζιά της περιοχής μου. Και για ευκολία και επειδή γουστάρω», μου λέει.

Το ίδιο πνεύμα έχει αρχίσει να διαμορφώνεται και μεταξύ των επαγγελματιών. «Έχουμε ξεκινήσει διάφορα μαγαζιά και κάνουμε κοινά events, όπως το street party που κάναμε με το γυμναστήριο Homo motus και το Plegma στο Παγκράτι. Αυτό μου αρέσει πολύ».

Σε μία πολυθρόνα στο μαγαζί βρίσκεται ένα χάρτινο κουτί – κουμπαράς για τη στήριξη του Κέντρου Διοτίμα, της γυναικείας μη κερδοσκοπικής οργάνωσης εξειδικευμένης σε ζητήματα φύλου και ισότητας.

Αυτό παλιά δεν γινόταν μου εξηγεί. «Η παλιά γενιά έβλεπε τα άλλα μαγαζιά ανταγωνιστικά, τεράστιο λάθος, και η γενιά μου την έχει εμποτίσει αυτή τη φιλοσοφία και προσπαθώ να την αποβάλλω. Κάθε φορά που πάει να γίνει συνεργασία, πιάνω τον εαυτό μου να τσινάω, αλλά λέω αμέσως παιδιά, είμαι μέσα».

«Κάτι μοιάζει να αλλάζει ξανά στις γειτονιές», μου λέει και μου εξηγεί το déjà vu του.

«Βλέπω πάρα πολλά κοινά στοιχεία στο σήμερα, με αυτό που γινόταν στο κέντρο της Αθήνας το 2005. Στο σήμερα στο Παγκράτι, με αυτό που γινόταν τότε.

Σαν να έχουν μεταφερθεί όλοι -όχι μόνο στο Παγκράτι- σε γειτονιές. Στην Κυψέλη, στο Κουκάκι, πολλοί πάνε και προς τον Νέο Κόσμο… βλέπω πολλά κοινά στοιχεία της εποχής και φάτσες και συμπεριφορές. Γιατί όλοι θέλουν να ανήκουν σε μία κοινότητα. Και εγώ μαζί.

Να λες μία “καλημέρα”, να έχεις κάποια κοινά ενδιαφέροντα, να λες τα νέα σου, να ψωνίσεις. Έτσι ήταν τότε στο κέντρο της Αθήνας και σαν να βλέπω ότι έχει δημιουργηθεί και εδώ τώρα κάτι αντίστοιχο».

Τον ρωτάω αν το περίμενε. «Δεν είχα στο μυαλό μου ότι θα εξελιχθεί έτσι. Κάπως έτσι ήταν τότε στην Κολοκοτρώνη. Ο κόσμος ερχόταν όχι μόνο για να αγοράσει, αλλά για να αράξει, να ρωτήσει τι παίζει το βράδυ. Déjà vu», μου λέει και χαμογελάει.

Στρέφω ασυναίσθητα το βλέμμα μου στην κορνίζα ακριβώς πίσω του, με μία φωτογραφία από το πρώτο κατάστημα Δελούδης στην Εμμανουήλ Μπενάκη. Όντως, του λέω.